Ο Λογαριασμός μου

Δωρεάν αποστολή για αγορές πάνω από 30€ | Δωρεάν αντικαταβολή | Έως 24 άτοκες Δόσεις | Έως -85% χαμηλότερες τιμές σε πάνω από 150000 τίτλους

Σελιδοδείκτης

Marina Abramovich: Όμως, εκεί που πνιγόμουν, σκεφτόμουν ξανά και ξανά

AbramovichΟ πατέρας μου προσπάθησε πολλές φορές να με μάθει κολύμπι, σε πισίνα, στα ρηχά νερά μιας λίμνης, αλλά τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα. Το νερό με τρομοκρατούσε, ειδικά όταν με κάλυπτε ολόκληρη, και το κεφάλι μου μαζί. Στο τέλος η υπομονή του εξαντλήθηκε. Μια καλοκαιρινή μέρα που ήμασταν στην παραλία, μ' έβαλε σε μια μικρή βάρκα με κουπιά και, αφού απομακρυνθήκαμε πολύ από την ακτή, με πέταξε στο νερό σαν σκυλί. Ήμουν έξι ετών.
Πανικοβλήθηκα. Το τελευταίο πράγμα που είδα πριν βυθιστώ στα νερά της Αδριατικής, ήταν τον πατέρα μου να τραβάει κουπί και ν' απομακρύνεται απ' το σημείο, με την πλάτη του γυρισμένη σε μένα. Ούτε καν κοίταξε πίσω. Βυθιζόμουν όλο και περισσότερο, κοπανούσα τα χέρια μου σαν τρελή, το νερό έμπαινε στο στόμα μου.
Όμως, εκεί που πνιγόμουν, σκεφτόμουν ξανά και ξανά πως ο πατέρας μου έφυγε κωπηλατώντας χωρίς καν να κοιτάξει πίσω του, και θύμωσα. Δε θύμωσα απλώς, έγινα έξαλλη. Σταμάτησα να καταπίνω νερό και τότε, μ' έναν παράξενο τρόπο, εκεί που χτυπιόμουν, ανέβηκα στην επιφάνεια και κολύμπησα ως τη βάρκα.
Ο Βόγιο μάλλον με άκουσε, γιατί, παρόλο που ακόμη δεν κοίταζε προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι, με άρπαξε απ' το μπράτσο και με τράβηξε πάνω.
Κάπως έτσι οι αντάρτες μάθαιναν τα παιδιά τους να κολυμπούν.

MARINA ABRAMOVICH: ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΙΧΟΥΣ

 

Γιώργος Σεφερης; Φυγή

Seferis Giorgos 2

 

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Μ.Καραγάτσης: Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!

Karagatsis M2Τον κοιτάει. Είναι νέος - πολύ νέος για καπετάνιος - ως τριάντα χρόνων. Όμορφος άντρας, με κορμί αρμονικό και πρόσωπο αδρό μα γλυκό, όπου γυαλίζουν δυο μάτια χρυσαφιά, χαμογελαστά και εξυπνότατα. «Ένας Έλληνας. Έτσι πάντα φανταζόμουν τους Έλληνες. Πρέπει να του μιλήσω ελληνικά».
- Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ! Ο καπετάνιος σαστίζει.
- Παρντόν, μαμζέλ. Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μιλώ γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά...
- Πώς! Ελληνικά δεν ξέρετε;
- Διάβολε! Είμαι Έλληνας.
- Η φράση που σας είπα είναι ελληνική. Αρχαία ελληνική.
- Δεν αποκλείεται. Αλλά...
- Τι εννοείτε; Σας βεβαιώνω ότι γνωρίζω πολύ καλά τη γλώσσα των προγόνων σας.
- Εγώ ομολογώ πως δεν είμαι τόσο δυνατός στη γλώσσα των προγόνων μου. Έχετε την καλοσύνη να ξαναπείτε τη φράση;
- Ευχαρίστως. Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!
Ο καπετάνιος αναστενάζει, πολύ στενοχωρημένος. Βγάζει από την τσέπη του ένα
σημειωματάριο και ένα μολύβι.
- Παρακαλώ, δεν την γράφετε εδώ; Άμα την δω γραμμένη, ίσως την καταλάβω...
Με χέρι νευρικό, γράφει τη φράση. Ο καπετάνιος τη διαβάζει, και ξεσπάει σε γέλιο ομηρικό.
- Ναύκληρε καλέ καγαθέ, χαίρε! Έτσι προφέρεται, κι όχι όπως το είπατε.
- Μιλώ με την ερασμιακή προφορά. Η δική σας, καθώς βλέπω, είναι εντελώς αλλιώτικη.
- Είναι η σωστή. Μου την εξήγησε ο μικρός αδερφός μου, ένας νέος με μεγάλη μόρφωση. Το αποδείχνει, λέει, η μετρική, η προσωδία... Απόμειναν σιωπηλοί. Κοιτάζονταν και χαμογελούσαν. Κι η Μαρίνα είπε:
- Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, μα δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω Έλληνες. Είδα, λοιπόν, το πλοίο σας, το «Ιμαϊρά»...
- Πώς είπατε; Ιμαϊρά;
- Βεβαίως. Έτσι δε λέγεται το πλοίο σας;
- Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα.

Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΕΙΜΑΙΡΑ

 

Junichiro Tanizaki: Το εγκώμιο της σκιας

Tanizaki

 

 

 

 

 

Η ομορφιά δεν βρίσκεται μέσα στο ίδιο το πράγμα, αλλα γεννιέται από το φώς και το σκοτάδι, μες στις αποχρώσεις της σκιάς των πραγμάτων στην σχέση τους το ένα με το άλλο.

JUNICHIRO TANIZAKI: ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ

 

Hannah Tinti: Αν πρέπει σώνει και καλά να πεθαίνουμε

Tinti-Hannah Ο Άγιος Αντώνιος ζούσε μέσα σε μια καρυδιά και μεταφερόταν με τρόπο μαγικό από χώρα σε χώρα. Κήρυττε στα ψάρια, έστελνε αγγέλους να πιάσουν κλέφτες κι έκανε τα μουλάρια να αρνούνται το σανό και να προτιμούν την όστια. Έσωζε ψαράδες από καταιγίδες, έκανε χιλιάδες αιρετικούς να αλλαξοπιστήσουν, βοήθησε μοναχές να διασχίσουν το Μαρόκο και, ίσως το πιο εντυπωσιακό απ' όλα, ανέστησε ένα αγοράκι εκ νεκρών.
Το αγοράκι είχε βρεθεί θαμμένο στον κήπο του πατέρα του Αγίου Αντωνίου. Ο πατέρας του αγίου συνελήφθη και κατηγορήθηκε για φόνο. Τότε όμως ήρθε ο Άγιος Αντώνιος και άγγιξε το νεκρό παιδί και το ξανάφερε στη ζωή. Το παιδί άνοιξε τα μάτια και κατονόμασε τον πραγματικό δολοφόνο. Στο βιβλίο δεν έλεγε τι έγινε μετά, και ο Ρεν έμεινε με την απορία αν το αγοράκι επέστρεψε στον τάφο του. Δεν του φαινόταν καθόλου δίκαιο. Αν πρέπει σώνει και καλά να πεθαίνουμε, σκεφτόταν ο Ρεν, τουλάχιστον ας πεθαίνουμε μόνο μια φορά.

HANNAH TINTI: Ο ΚΑΛΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

 

Kurt Vonnegut: Έτσι πάει

Vonnegut3Ο άντρας που βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι ήταν ένας πρώην λοχαγός του πεζικού ονόματι Έλιοτ Ροουζγουότερ. Ο Ροουζγουότερ είχε βαρεθεί να είναι μεθυσμένος όλη την ώρα.
Ο Ροουζγουότερ ήταν εκείνος που μύησε τον Μπίλι στον κόσμο της επιστημονικής φαντασίας, και ειδικά στα βιβλία του Κίλγκορ Τράουτ. Ο Ροουζγουότερ είχε μια τεράστια συλλογή χαρτόδετων βιβλίων επιστημονικής φαντασίας κάτω από το κρεβάτι του. Τα είχε φέρει στο νοσοκομείο μέσα σε ένα μπαούλο. Εκείνα τα αγαπημένα, άχαρα βιβλία είχαν μια μυρωδιά που πλημμύριζε την πτέρυγα - σαν φανελένιες πιτζάμες που δεν είχαν αλλαχτεί ένα μήνα, ή σαν ιρλανδικό βραστό κατσαρόλας.
Ο Κίλγκορ Τράουτ έγινε ο αγαπημένος εν ζωή συγγραφέας του Μπίλι, και η επιστημονική φαντασία ήταν το μόνο είδος ιστοριών που διάβαζε.
Ο Ροουζγουότερ ήταν δυο φορές πιο έξυπνος από τον Μπίλι, αλλά εκείνος και ο Μπίλι αντιμετώπιζαν παρόμοιες κρίσεις. Και οι δυο θεωρούσαν ότι η ζωή δεν είχε νόημα, εν μέρει εξαιτίας όσων είχαν δει στον πόλεμο. Ο Ροουζγουότερ, για παράδειγμα, είχε σκοτώσει έναν δεκατετράχρονο πυροσβέστη νομίζοντας πως ήταν Γερμανός στρατιώτης. Έτσι πάει. Και ο Μπίλι είχε δει τη μεγαλύτερη σφαγή στην ιστορία της Ευρώπης, την ισοπέδωση της Δρέσδης με εμπρηστικές βόμβες. Έτσι πάει.
Έτσι λοιπόν και οι δυο έπρεπε να ανακατασκευάσουν τους εαυτούς τους και το σύμπαν τους. Η επιστημονική φαντασία ήταν μεγάλη βοήθεια.
Μια φορά ο Ροουζγουότερ είπε στον Μπίλι κάτι πολύ ενδιαφέρον σχετικά με ένα βιβλίο που δεν ήταν επιστημονικής φαντασίας. Είπε ότι όλα όσα χρειάζεται να ξέρει κάποιος για τη ζωή βρίσκονται στους Αδελφούς Καραμαζόφ του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. «Όμως αυτά δεν είναι αρκετά πια», είπε ο Ροουζγουότερ.

KURT VONNEGUT: ΣΦΑΓΕΙΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΠΕΝΤΕ

 

Emmy Van Deurzen: Μαθαίνουμε να μη λαχταράμε τη συνεχόμενη ηλιοφάνεια

Deurzen-Emmy-van-Τι συμβαίνει λοιπόν με τη δυστυχία; Πρέπει να την υπομένουμε; Πρέπει να την ανεχόμαστε και να έχουμε στόχο να την ξεπεράσουμε; Πρέπει να την αποφεύγουμε σα συμφορά, ή μήπως να την πολεμάμε σαν εχθρό; Η απάντηση είναι απλή και αδιαμφισβήτητη: δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη δυστυχία, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο δεν μπορούμε να αποφύγουμε το αντίθετό της. Όσο ευχάριστη κι αν ήταν η μέρα μας, θα φτάσει ένα ακόμα δειλινό. Ο ήλιος πάντα δύει και η ζεστασιά του φεύγει. Καθώς η μέρα διαδέχεται τη νύχτα, έτσι και η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, είτε μας αρέσει είτε όχι: μαθαίνουμε να ζούμε και με τα δύο, μαθαίνουμε να μη λαχταράμε τη συνεχόμενη ηλιοφάνεια ή να αποφεύγουμε το σκοτάδι. Αυτό που μπορούμε, ωστόσο, να κάνουμε, είναι να έχουμε μία δεκτική συμπεριφορά απέναντι στα αρνητικά και να μάθουμε να εκτιμάμε τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει κάθε φάση της ζωής μας. Αυτό δε γίνεται μόνο με το να ενισχύουμε τα βράδια μας με λάμπες, με ζεστές κουβέρτες και με ασφαλή καταφύγια, αλλά και με το να αντιμετωπίζουμε την εξασθένιση του φωτός με ηρεμία και να μαθαίνουμε να εκτιμάμε το φως των αστεριών. Το να μη χρειάζεται να ζούμε μέσα στον τρόμο είναι ένας από τους βασικούς στόχους του να μάθουμε να ζούμε μία καλή ζωή.

EMMY VAN DEURZEN: Η ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

 

Michel Foucault: Το ερώτημα τού αν μπορείς να σκέφτεσαι διαφορετικά

Foucault

Τι αξία θα είχε η μανία για τη γνώση αν επρόκειτο να μας εξασφαλίσει μονάχα την απόκτηση γνώσεων και όχι, κατά κάποιον τρόπο και όσο αυτό είναι εφικτό, το παραστράτισμα από εκείνο που ήδη γνωρίζουμε; Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που το ερώτημα τού αν μπορείς να σκέφτεσαι διαφορετικά από τον τρόπο που σκέφτεσαι και να αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά από τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα είναι αναγκαίο, για να συνεχίσεις να ερευνάς και να στοχάζεσαι.

MICHEL FOUCAULT: ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠO ΤΑ ''DIS ET ECRITS''

 

Philipp Roth: Ερώτημα

Roth-philip2
 Ποιος είναι προετοιμασμένος για το αφόρητο που του μέλλεται; Ποιος είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία και το ακατανόητο του πόνου; Κανείς.
Η τραγωδία του ανθρώπου που δεν είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία – αυτή είναι η τραγωδία του καθενός.
Ουδέποτε στη ζωή του είχε την ευκαιρία να αναρωτηθεί: “Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι;” Γιατί να μπει στον κόπο, αφού, έτσι όπως ήταν, ήταν τέλεια;
Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι; Ιδού το ερώτημα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση· και ως τότε ήταν τόσο τυχερός που δεν ήξερε καν ότι το ερώτημα υπήρχε.
 
 

Virginia Woolf: Ο κόσμος πάλι έχει τους καθρέφτες του

Woolf Virginia2

 

 

 

Η ψυχή είναι αγιογραφημένη εκκλησία. Όπως ζωγραφίστηκε, ζωγραφίστηκε. Δεν επιδέχεται μεταλλαγή των μορφών. Ο κόσμος πάλι έχει τους καθρέφτες του. Αυτοί αποτελούν τις πολεμίστρες απ’ όπου ο χρόνος εύστοχα μας πυροβολεί, καθώς σιμώνουμε το πρόσωπο μέχρι την κάννη. Αυτούς τους καθρέφτες οι παραφυσικές υπάρξεις τούς γνωρίζουν. Γι’ αυτό τους αντιστρέφουν και καθρεφτίζονται μόνο στην πίσω σκοτεινή πλευρά.

VIRGINIA WOOLF: Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΙ

 

George Gissing: Οι κονδυλοφόροι

Gissing2Georhe-Η τεράστια αυτή βιβλιοθήκη, που μεγάλωνε πέρα από κάθε όριο, που απειλούσε να γίνει μια απάτητη έρημος τυπωμένων γραμμάτων -πόσο ασήκωτα δε βάραινε στο πνεύμα!
Να μπορούσε κανείς να πάει και να δουλέψει με τα χέρια του, να κάνει την εργασία την πιο ταπεινή, την πιο κοινή, αλλά που τη χρειαζόταν πραγματικά ο κόσμος! Ήταν άθλιο να κάθεσαι εδώ μέσα και να υποστηρίζεις το μηδαμινό αυτό σφετερισμό διανοητικής αξιοπρέπειας. Πριν από λίγες μέρες τα ξαφνιασμένα μάτια της είχαν πέσει σε μια διαφήμιση στην εφημερίδα, με τη λεζάντα «Λογοτεχνική Μηχανή»• μήπως είχε τελικά επινοηθεί κάποιο αυτόματο που θα αντικαθιστούσε τα ταπεινά πλάσματα του είδους της, που θα παρήγαγε βιβλία και άρθρα; Αλίμονο! Ήταν απλώς ένα μηχάνημα για το καλύτερο κράτημα των βιβλίων, ώστε να διευκολύνεται ακόμα περισσότερο η παραγωγή. Αλλά χωρίς αμφιβολία δε θ' αργούσε η ώρα που κάποιος Έντισον θα κατασκεύαζε το πραγματικό αυτόματο• συγκριτικά το πρόβλημα έπρεπε να είναι πολύ εύκολο. Απλώς θα έριχνες μέσα συγκεκριμένο αριθμό παλιών βιβλίων, θα τα έκοβες, θα τα έραβες, θα τα εκσυγχρόνιζες και τελικά θα έβγαινε από την άλλη άκρη άλλο ένα, για την κατανάλωση της ημέρας.

GEORGE GISSING: ΟΙ ΚΟΝΔΥΛΟΦΟΡΟΙ

 

Herta Muller: Η γυναίκα δεν έβλεπε παρά τα γερμένα κοτσάνια καθώς πότιζε

mullerhertaΣτο απέναντι παράθυρο μια γυναίκα ποτίζει τις πετούνιες. Δεν είναι πια τόσο νέα, αλλά ούτε και γριά, είχε πει ο Πάουλ πριν από μερικά χρόνια. Από τότε είχε κοκκινοκάστανα μαλλιά με μπούκλες, τότε που ο Πάουλ έμενε ακόμα με την Αντίνα. Και το τζάμι στο παράθυρο είχε από τότε το λοξό ράγισμα. Από τότε πέρασαν πέντε χρόνια, που δεν άγγιξαν το πρόσωπο της γυναίκας. Τα μαλλιά δεν ίσιωσαν, ούτε ξεθώριασαν. Και οι λευκές πετούνιες αλλάζουν κάθε χρόνο, κι όμως παραμένουν οι ίδιες.
Οι λευκές πετούνιες κρέμονταν και τότε προς τα κάτω, η γυναίκα δεν έβλεπε παρά τα γερμένα κοτσάνια καθώς πότιζε. Τα λευκά χωνάκια δεν τα έβλεπε ποτέ της.
Αν περπατώντας κάτω στον δρόμο σήκωνες το κεφάλι, κρέμονταν από τότε ψηλά, ανάμεσα σε όλα εκείνα τα παράθυρα, κι αν δεν ήξερες ότι οι μικρές λευκές πιτσιλιές είναι πετούνιες, έβλεπες να κυματίζουν στον αέρα, από το καλοκαίρι μέχρι το φθινόπωρο, παιδικά καλτσάκια ή χαρτομάντιλα.

HERTA MULLER: Η ΑΛΕΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΚΥΝΗΓΟΣ

 

Yasmina Kahdra: Αυτό που δεν μπορεί κανείς να σου πάρει

khadra yasminaΤο παιδί τρέχει πιο γρήγορα κι απ τους καημούς, πιο γρήγορα κι απ' τη μοίρα, πιο γρήγορα κι απ' το χρόνο... «Και ονειρέψου», του λέει ξαφνικά ο καλλιτέχνης, «ονειρέψου πως είσαι όμορφος, ευτυχισμένος και αθάνατος»... Σαν να λυτρώνεται απ' τους φόβους του, το παιδί σκαρφαλώνει γρήγορα στις κορφές των λόφων ανοιγοκλείνοντας τα χέρια του, με το προσωπάκι του ν' ακτινοβολεί, τα μάτια του να λάμπουν από χαρά, και ανασηκώνεται προς τον ουρανό, έτσι όπως το παρασύρει η φωνή του πατέρα του: «Μπορεί να σου πάρουν τα πάντα, τα υπάρχοντά σου, τα καλύτερά σου χρόνια, όλες σου τις χαρές και όλες τις ανταμοιβές που αξίζεις, μέχρι και το τελευταίο σου πουκάμισο - αυτό όμως που δεν μπορεί κανείς να σου πάρει είναι τα όνειρά σου με τα οποία μπορείς να ξαναφτιάξεις τον κόσμο που σου στέρησαν».

YASMINA KHADRA: ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

 

E.L.Doctorow: Εμοιαζαν να ντρέπονται που βρίσκονταν εκεί

Doctorow E.LΚατά την προέλασή τους οι επαναστάτες κάποια στιγμή έφτασαν ακόμα και στο νοσοκομείο.
Ένας αξιωματικός της Συνομοσπονδίας πλησίασε καλπάζοντας, ακολουθούμενος από αρκετούς πεζικάριους. Ποιος είναι επικεφαλής εδώ; φώναξε.
Ο γιατρός Σαρτόριους βγήκε από τη σκηνή ασκεπής, με χέρια κατακόκκινα και την ποδιά του πασαλειμμένη αίματα. Τι θες; ρώτησε. Στο χώμα γύρω από τη σκηνή κείτονταν πέντ'-έξι τραυματίες και δυο πεθαμένοι. Να θεωρείς εαυτόν αιχμάλωτο, είπε ο αξιωματικός. Μάλιστα, απάντησε ο Σαρτόριους και ξαναμπήκε στη σκηνή.
Ο αξιωματικός συνοφρυώθηκε, προφανώς μην ξέροντας τι άλλο απαιτούσε η περίσταση. Κάποιοι από τους τραυματίες βογκούσαν και φώναζαν. Έστριψε το άλογο του, τοποθέτησε δύο φρουρούς και έφυγε, με τους υπόλοιπους άντρες του ν' ακολουθούν τροχάδην.
Ο Στίβεν κοίταξε τους φρουρούς έξω από τη σκηνή, οι οποίοι έμοιαζαν να ντρέπονται που βρίσκονταν εκεί. Ο ένας έσκυψε, έτοιμος να δώσει νερό από το παγούρι του σε έναν από τους τραυματίες και ο Στίβεν αναγκάστηκε να του πει να μην το κάνει. Όταν ήρθε η ώρα να μεταφέρουν άλλον έναν άντρα στο χειρουργείο, ο Στίβεν είπε: Δώστε μου ένα χεράκι, και οι φρουροί έμοιαζαν σχεδόν ευγνώμονες που τους το είχε ζητήσει.
Λίγα λεπτά αργότερα, οι επαναστάτες που είχαν φτάσει ως το νοσοκομείο υποχωρούσαν, τρέχοντας σαν τρελοί προς την αντίθετη κατεύθυνση για να βρεθούν ξανά ανάμεσα στους δικούς τους. Ένας λόχος της Ένωσης τους ακολουθούσε αλαλάζοντας, και οι δυο φρουροί που είχαν βοηθήσει τον Στίβεν πυροβολήθηκαν. Ο ένας, τραυματισμένος στο στομάχι, δεν είχε καμιά ελπίδα. Ο άλλος χτυπήθηκε στο πόδι, το οποίο έγινε θρύψαλα. Έμεινε ξαπλωμένος μαζί με τους τραυματίες της Ένωσης και, όταν ήρθε η σειρά του, ο Στίβεν και ο νοσοκόμος τον μετέφεραν στη σκηνή και ο Σαρτόριους πραγματοποίησε έναν ακρωτηριασμό με δύο κρημνούς ακριβώς πάνω από το γόνατο.

E.L.DOCTOROW: Η ΣΤΡΑΤΙΑ

 

Albert Camus: Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας

Camus albert2Σκέφτηκα ότι αρκούσε να κάνω μεταβολή κι όλα θα τελείωναν. Πίσω μου όμως μια ολόκληρη παραλία που τη δονούσε ο ήλιος μού έκλεινε το δρόμο. Έκανα μερικά βήματα προς την πηγή. Ο Άραβας δε σάλεψε. Ωστόσο, ήταν ακόμα αρκετά μακριά. Ίσως, με τις σκιές που έπεφταν πάνω στο πρόσωπό του, έμοιαζε να γελά. Περίμενα. Το λιοπύρι έκαιγε τα μάγουλά μου κι ένιωθα στάλες ιδρώτα να μαζεύονται στα φρύδια μου. Ήταν ο ίδιος ήλιος όπως και τη μέρα που κήδεψα τη μαμά και, όπως τότε, μου πονούσε τρομερά το μέτωπο και οι φλέβες μου χτυπούσαν όλες μαζί κάτω απ’ το δέρμα. Εξαιτίας της αφόρητης κάψας, έκανα ένα βήμα μπροστά. Ήξερα ότι αυτό ήταν ανόητο, δε θα γλίτωνα απ’ τον ήλιο κάνοντας ένα βήμα. Έκανα όμως ένα βήμα, ένα μοναδικό βήμα προς τα μπρος. Κι αυτή τη φορά, δίχως να σηκωθεί, ο Άραβας τράβηξε το μαχαίρι και μου το ’δειξε μέσα στον ήλιο. Το φως ανάβλυσε θαρρείς απ’ το ατσάλι κι έγινε μια μακριά αστραφτερή λεπίδα που με βρήκε κατακούτελα. Την ίδια στιγμή, ο ιδρώτας που είχε μαζευτεί στα φρύδια μου κύλησε μονομιάς πάνω στα βλέφαρα και τα σκέπασε μ’ ένα χλιαρό και πυκνό πέπλο. Τα μάτια μου τυφλώθηκαν πίσω απ’ αυτό το παραπέτασμα από δάκρυα κι αλάτι. Ένιωθα πια μόνο τα κύμβαλα του ήλιου στο μέτωπό μου και, συγκεχυμένα, την εκθαμβωτική λεπίδα του μαχαιριού που ήταν πάντα στραμμένο πάνω μου. Τούτο το πυρωμένο ξίφος κατάκαιγε τα ματόκλαδά μου και τρυπούσε τα πονεμένα μάτια μου. Τότε ακριβώς όλα τρεμούλιασαν. H θάλασσα ξέρασε μια πνοή βαριά και διάπυρη. Μου φάνηκε πως ο ουρανός άνοιγε διάπλατα για να ρίξει πύρινη βροχή. Ολόκληρο το είναι μου τεντώθηκε και το χέρι μου έσφιξε σπασμωδικά το περίστροφο. H σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάννης, κι εκεί, μέσα στον απότομο και συνάμα εκκωφαντικό κρότο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω μου τον ιδρώτα και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την εξαιρετική σιωπή μιας ακρογιαλιάς όπου είχα περάσει ευτυχισμένες στιγμές. Τότε, πυροβόλησα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα ακίνητο κορμί όπου οι σφαίρες βυθίζονταν χωρίς καμιά αντίδραση. Και ήταν σαν να ’δινα τέσσερα κοφτά χτυπήματα πάνω στην πόρτα της δυστυχίας.

ALBERT CAMUS: Ο ΞΕΝΟΣ

 

Jorge-Luis Borges: Ένας αναγνώστης

borges4Άλλοι, ας καυχηθούν για τις σελίδες που έχουν γράψει•
εγώ, είμαι περήφανος για κείνες που έχω διαβάσει.
Μπορεί να μην υπήρξα φιλόλογος,
ή να μην έχω ερευνήσει τις πτώσεις, τις εγκλίσεις τις δύσκολες
μεταφωνίες των γραμμάτων,
το δέλτα που μετατρέπεται σε ταυ
την ισοδυναμία του χι με το κάπα,
αλλά, χρόνο με το χρόνο, μ’ έχει κυριέψει
ένα πάθος για τη γλώσσα.
Τις νύχτες μου γεμίζει ο Βιργίλιος•
έχοντας μάθει κάποτε και έχοντας ξεχάσει τα λατινικά
μένει κάποιο όφελος, γιατί η λησμονιά
είναι μία από τις πλευρές της μνήμης, το αχανές κελάρι της,
η άλλη όψη, η μυστική, του νομίσματος.
Και καθώς έσβηναν από τα μάτια μου
οι πρόσκαιρες αγαπημένες μορφές,
τα πρόσωπα, οι σελίδες,
αφοσιώθηκα στη μελέτη της δύσκαμπτης γλώσσας
που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μου τραγουδώντας
για σπαθιά και μοναξιές,
και τώρα, ύστερα από εφτά αιώνες,
από την Έσχατη Θούλη,
φτάνει ως εμένα η φωνή σου, Σνόρι Στούρλουσον.
Ο νέος, ανοίγοντας το βιβλίο, σπουδάζει έναν συγκεκριμένο κλάδο
ζητώντας να αποκομίσει μια επακριβή γνώση•
στην ηλικία την δική μου, κάθε τέτοιο τόλμημα είναι μια περιπέτεια
που αγγίζει τα όρια της απόγνωσης.
Δεν θα μπορέσω ποτέ ν’ αποκρυπτογραφήσω τις πανάρχαιες γλώσσες του Βορρά,
κι ούτε να βυθίσω τα άπληστα χέρια μου στο χρυσάφι του Σίγκουρντ•
το έργο που αναλαμβάνω είναι ανεξάντλητο
και θα με συντροφέψει μέχρι τέλους,
πάντα εξίσου αινιγματικό καθώς το σύμπαν
ή και καθώς εγώ, ο αρχάριος.

JORGE-LUIS BORGES: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Joseph Roth: Βλαστημούσαμε το θάνατο, που άσκοπα κι άδικα μας είχε προσκαλέσει στο γλέντι του

roth-joseph-2

Είχαμε χάσει όλοι την κοινωνική μας θέση και τη σειρά και το όνομα, το σπίτι και τα λεφτά και την περιουσία μας, το παρόν και το παρελθόν και το μέλλον μας. Κάθε πρωί ξυπνώντας, και κάθε βράδυ πέφτοντας για ύπνο, βλαστημούσαμε το θάνατο, που άσκοπα κι άδικα μας είχε προσκαλέσει στο γλέντι του. Κι όλοι μας ζηλεύαμε τους «πεσόντες». Αναπαύονταν κάτω από τη γη και την ερχόμενη άνοιξη θα φύτρωναν μενεξέδες μέσα από τα κόκαλά τους. Εμείς, όμως, είχαμε γυρίσει αγιάτρευτα στείροι, με παράλυτα λαγόνια, μια γενιά ταμένη του θανάτου, που ο θάνατος την είχε περιφρονήσει. Το πόρισμα της στρατολογικής υπηρεσίας ήταν οριστικό και αμετάκλητο: «Ανίκανος προς θάνατον».

JOSEPH ROTH: Η ΚΡΥΠΤΗ ΤΩΝ ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΩΝ

 

Richard Flanagan: Σαν να πέταξες ένα δαμάσκηνο και να σου γύρισε ένας οπωρώνας

Flanagan RichardΠιστεύετε στην αγάπη;
Όχι, απάντησε εκείνη. Όχι, δεν πιστεύω. Είναι πάρα πολύ μικρή λέξη, δε νομίζετε; Έχω μια φίλη στο Φερν Τρι που διδάσκει πιάνο. Είναι πολύ ταλαντούχα. Εγώ είμαι εντελώς άμουση. Μια μέρα όμως μου είπε ότι κάθε δωμάτιο έχει μια νότα. Απλώς πρέπει να τη βρεις. Άρχισε να κελαηδάει πάνω κάτω. Και ξαφνικά μια νότα γύρισε σ’ εμάς, απλώς εξοστρακίστηκε στους τοίχους και στο πάτωμα, σηκώθηκε και γέμισε τον χώρο με έναν τέλειο ψίθυρο. Έναν τέλειο ήχο. Σαν να πέταξες ένα δαμάσκηνο και να σου γύρισε ένας οπωρώνας. Δεν θα το πιστεύατε: αυτά τα δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, μία νότα και ένα δωμάτιο, να βρίσκουν το ένα το άλλο. Ακουγόταν... σωστό. Γίνομαι γελοία; Νομίζετε πως αυτό εννοούμε με την αγάπη, κύριε Έβανς; Τη νότα που ξαναγυρίζει σ’ εσένα; Που σε βρίσκει ακόμα κι όταν δεν θέλεις να βρεθείς; Που μια μέρα βρίσκεις κάποιον –και όσα είναι– και είναι σαν να σου γυρίζει, δεν ξέρω πώς, σαν ψίθυρος τραγουδιστός; Που ταιριάζει. Που είναι όμορφο. Δεν εξηγώ καθόλου καλά τι θέλω να πω, έτσι δεν είναι; Δεν είμαι πολύ καλή με τις λέξεις. Αλλά αυτό ήμασταν ο Τζακ κι εγώ. Δεν γνωρίζαμε πραγματικά ο ένας τον άλλο. Δεν είμαι βέβαιη αν μου άρεσαν τα πάντα πάνω του. Υποθέτω πως κάποια πράγματα σ’ εμένα τον ενοχλούσαν. Όμως εγώ ήμουν εκείνο το δωμάτιο κι αυτός η νότα και τώρα χάθηκε. Και όλα είναι σιωπηλά.

RICHARD FLANAGAN: ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

 

Julian Barnes: Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς

Barnes2

 

Ζούμε στην επιφάνεια, στη γη, κι όμως –γι’ αυτό– οι βλέψεις μας είναι υψιπετείς. Ενώ σερνόμαστε στο έδαφος, απλώνουμε καμιά φορά το χέρι ψηλά φτάνοντας μέχρι τους θεούς. Μερικοί πετούν στον ουρανό με την τέχνη, άλλοι με τη θρησκεία• οι περισσότεροι με τον έρωτα. Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς. Λίγες είναι οι ομαλές προσγειώσεις. Μπορεί να βρεθείς να σκας στο έδαφος με ορμή που τσακίζει κόκαλα ή να σε παρασύρει ο σιδηρόδρομος σε ράγες ξένης χώρας. Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάμει μια ιστορία ψυχικής οδύνης. Κι αν όχι στην αρχή, τότε αργότερα. Κι αν όχι για τον ένα, τότε για τον άλλο. Μερικές φορές και για τους δυο.

JULIAN BARNES: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

Stefan Zweig: ...διάβαζε με τον τρόπο που άλλοι προσεύχονται

Zweig Stefan2

 

 

 

 

...διάβαζε με τον τρόπο που άλλοι προσεύχονται, που οι παίκτες παίζουν κι οι μεθυσμένοι στυλώνουν ναρκωμένοι τα μάτια στο κενό. Διάβαζε με μια τόσο συγκινητική κατάνυξη, που έκτοτε κάθε άλλος άνθρωπος που διαβάζει πάντα μου μοιάζει βέβηλος...

STEFAN ZWEIG: Ο ΠΑΛΑΙΟΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ ΜΕΝΤΕΛ ΚΑΙ Η ΑΟΡΑΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

 

Σελίδα 2 από 23

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
HUGHES TED
€19.08 €8.59
(-55%)
Κερδίζετε €10.49
ΜΙΑ ΑΝΙΑΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
CHEKHOV ANTON
€12.72 €6.36
(-50%)
Κερδίζετε €6.36

Κατά τ’ άλλα ...Περισσότερα

Στην είσοδο του πανεπιστημίου Chapel Hill, στη Βόρεια Καρολίνα

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Jacques Bonnet: Σε μια μήτρα με τα τοιχώματά της όλο ράφια Κατά έναν περίεργο τρόπο, η αστείρευτη πηγή πληροφοριών την οποία συνιστά το Ίντερνετ δεν έχει για μένα την ίδια μαγική υπόσταση όπως η βιβλιοθήκη μου...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal MyBank
Verisign Eurobank EFG
Paypal MyBank