Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Σελιδοδείκτης

Jose Saramago: Γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει

Saramago Jose3Υπάρχει άραγε εξουσία, είπε ο πρώτος τυφλός. Δεν φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.
Αναπνέουμε το ίδιο σκοτάδι κι όμως ο καθένας αλλιώς παραπατά, άλλα βήματα, βρε αδερφέ, και καλά κάνει, αλλά γιατί τόσο εξόφθαλμα να στερούμαστε προσανατολισμού.
Γιατί να έχουμε προσανατολισμό θα με ρωτήσετε και καλά θα κάνετε. Έτσι για αλλαγή, να πούμε ότι η βάρκα θα πάει παρακάτω, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και κινούμαστε σε πορείες αντίθετες και πώς να κάνει δουλειά ο βαρκάρης κι αυτός τυφλός είναι ο έρμος.
Και δε μιλώ για πρωθυπουργό στο όνομα του βαρκάρη, γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει, με αυτό βγάζει το ψωμί του, μ’ αυτό και την κυρά του.
Ας ξεκουνάγαμε τη βάρκα, έστω δυο λεύγες παρακεί, να αλλάξουμε νερά και παραστάσεις, να κατουρήσουμε κι αλλού κι ας επιστρέψουμε μετά πίσω στο μόλο, ούτως ή άλλως το σκοινί μας βγήκε λίγο, βάρκα κι αυτή με περιλαίμιο σκύλου, σαν κι αυτούς που οδηγούν κάποιους τυφλούς.
Σε μια χώρα – συγχωρέστε μου τη λέξη για άλλη μια φορά – όπου οι τυφλοί πολλαπλασιάζονται όσο δίνονται συντάξεις αναπηρίας και κατορθώνουν οι τυφλοί να ‘χουν δυο μάτια αετίσια κάθε που στέκονται ουρά να την τσεπώσουν, χάθηκε να τσοντάρουμε να πάρουμε και λίγο σκοινί παραπάνω για τη βάρκα;

JOSE SARAMAGO: ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΟΣ

 

Kurt Vonnegut: Έτσι πάει

Vonnegut3Κατά μέσο όρο, κάθε μέρα γεννιούνται στον κόσμο 324.000 νέα μωρά. Την ίδια ημέρα, 10.000 άτομα, κατά μέσο όρο, πεθαίνουν από πείνα ή υποσιτισμό. Έτσι πάει. Επιπρόσθετα, 123.000 άτομα πεθαίνουν από άλλα αίτια. Έτσι πάει. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθυσμός του κόσμου αυξάνεται κατά 191.000 την μέρα. Η Υπηρεσία Μελέτης Πληθυσμού, προβλέπει ότι ο συνολικός πληθυσμός της γης θα διπλασιαστεί και θα φτάσει σε 7.000.000.000, πριν από το έτος 2000.
“Υποθέτω ότι όλοι θα θέλουν να ζουν με αξιοπρέπεια”, είπα.
“Υποθέτω”, είπε ο Ο’Χέαρ.

KURT VONNEGUT: ΣΦΑΓΕΙΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΠΕΝΤΕ

 

Αργυρης Χιόνης: Ο παλαιστής

Xionis Argiris 2

 

 

 

Ο παλαιστής που αποφασίζει να παλέψει με το χρόνο, αλείφει το κορμί με λάδι για να γλιστρά απ’ την πανίσχυρη λαβή του. Όμως ο χρόνος, ως γνωστόν, δεν έχει χέρια, γι’ αυτό κανένας δε μπορεί να του ξεφύγει.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ: Ο ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ

 

Sylvia Plath: Δώρο γενεθλίων

Plath Sylvia2
 
 
 
Αν ήταν θάνατος
θα θαύμαζα τη βαθιά του σοβαρότητα, τα άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα ότι δεν αστειεύεσαι.
Θα υπήρχε μια μεγαλοπρέπεια τότε, θα ήταν πραγματικά γενέθλια.
Και το μαχαίρι δεν θα λάξευε, αλλά θα εισχωρούσε
αγνό κι αμόλυντο σαν το κλάμα του μωρού,
και το σύμπαν θα ξεγλιστρούσε από δίπλα μου.
 
 

John le Carré: Μορφές και κτίσματα αιχμάλωτα της παγωνιάς

LeCarre JohnΧιόνι σκέπαζε τον αεροδιάδρομο.
Ήρθε από το Βορρά, με την καταχνιά, με την πνοή της βραδινής αύρας που μύριζε θάλασσα.
Θα έμενε εκεί για όλο το χειμώνα, κολλημένο πάνω στο σκούρο χώμα, σαν παγωμένη, διαπεραστική σκόνη• δίχως να λειώνει μήτε να κοκκαλώνει, παρά να μένει στατικό, σαν μια χρονιά χωρίς εποχές. Η μεταβαλλόμενη καταχνιά θα αιωρείται πάνω του όπως τα καπνογόνα στον πόλεμο, καταβροχθίζοντας μια ένα υπόστεγο, μια το παράπηγμα του ραντάρ, μια τα μηχανήματα και απελευθερώνοντάς τα ένα-ένα, αποστερημένα από το χρώμα τους, σαν κατάμαυρα κουφάρια σε κατάλευκη έρημο.
Ένα τοπίο δίχως βάθος, μήτε εναλλαγές, μήτε σκιές. Η γη γινόταν ένα με τον ουρανό. Μορφές και κτίσματα αιχμάλωτα της παγωνιάς σαν πλωτά κομμάτια πάγου.

JOHN LE CARRE: Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ

 

 

Μίλτος Σαχτούρης: Ο περίπατος

Sachtouris MiltosΚάτι επικίνδυνα κομμάτια
χάος
είν’ η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του
ο Θεός

άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ’ αγοράζουν

εγώ δεν τα πουλώ

οι άνθρωποι
τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε

εγώ δεν τα πουλώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: ΠΟΗΜΑΤΑ - ΑΠΑΝΤΑ 1945-1998

 

Κατερίνα Γώγου: Κοίτα πώς χάνονται οι δρόμοι

gogou2"Κοίτα πώς χάνονται οι δρόμοι
μες στους ανθρώπους...
τα περίπτερα πώς κρυώνουνε
απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πώς τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πώς να τα ζητήσεις
πώς τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας..."

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: ΤΩΡΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΕΣΕΙΣ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΕΤΕ

 

Truman Capote: Μα ξάφνου, αχάραγα εκείνο το πρωί του Νοέμβρη

Capote TrumanΤο χωριό του Χόλκομπ στέκει ψηλά στους σιτοβολώνες του δυτικού Κάνσας – μια μοναχική περιοχή που οι υπόλοιποι κάτοικοι του Κάνσας αποκαλούν «πέρα κει» (...) Μέχρι το πρωινό εκείνο, στα μέσα του Νοέμβρη του 1959, λίγοι ήταν οι Αμερικανοί –ή ακόμα και οι κάτοικοι του Κάνσας– που είχαν ακουστά το Χόλκομπ. Όπως τα νερά του ποταμού, όπως οι οδηγοί της εθνικής και τα κίτρινα τρένα που διασχίζουν τις ράγες της Σάντα Φε, το δράμα, υπό τη μορφή εξαιρετικών γεγονότων, δεν είχε κάνει ποτέ στάση εδώ. Οι κάτοικοι του χωριού, διακόσιοι εβδομήντα τον αριθμό, ήταν ευχαριστημένοι μ’ αυτό, απολύτως ευχαριστημένοι με την ύπαρξή τους στο πλαίσιο μιας συνηθισμένης ζωής – δουλειά, κυνήγι, τηλεόραση, εκδηλώσεις του σχολείου, πρόβα με τη χορωδία, συγκεντρώσεις της Νεολαίας Παραγωγικότητας και Αυτοβελτίωσης. Μα ξάφνου, αχάραγα εκείνο το πρωί του Νοέμβρη, ξημέρωμα Κυριακής, κάτι αλλόκοτοι ήχοι έπληξαν το φόντο των καθιερωμένων νυχτερινών θορύβων – τα υστερικά αλυχτίσματα των κογιότ, τον τριγμό των ξερόχορτων στον αέρα, το γοργό θρηνητικό σφύριγμα των συρμών που ξεμάκραιναν. Τη στιγμή που ακούστηκαν ουδείς στο κοιμισμένο Χόλκομπ τούς πήρε χαμπάρι – τους τέσσερις κρότους από την καραμπίνα που θέρισαν έξι ζωές. Όμως κατόπιν οι ντόπιοι, που μέχρι τότε δεν είχαν φόβο μεταξύ τους κι έτσι σπανίως κλείδωναν τις πόρτες τους, ένιωσαν τη φαντασία να αναπλάθει τους κρότους ξανά και ξανά – τις βλοσυρές εκπυρσοκροτήσεις που ήγειραν φλόγες κακοπιστίας, στην άγρια λάμψη των οποίων παλιοί γειτόνοι κοιτούσαν ο ένας τον άλλο παράξενα, λες και ήταν ξένοι.

CAPOTE TRUMAN: ΕΝ ΨΥΧΡΩ

 

Thomas Pynchon: Θα μας φανούν πολύτιμοι

pynchon thomas

-Μα να είστε από το Μόναχο και να μην έχετε ακούσει ποτέ για τον Χίτλερ! Τι στην ευχή τρέχει μ’ εσάς τους νέους;
-Είμαι μηχανικός, βλέπετε. Η πολιτική δεν είναι ο τομέας μου.
-Κάποια μέρα θα σας χρειαστούμε, του είπε ο Βάισμαν. Δεν ξέρω σε τι ακριβώς, αλλά είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Άνθρωποι σαν κι εσάς, με την εξειδίκευση και τα περιορισμένα ενδιαφέροντά σας, θα μας φανούν πολύτιμοι.

THOMAS PYNCHON: V.

 

Οδυσσέας Ελύτης: Λόγος περί κάλλους

Elytis Odysseas3Φοβηθείτε
αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου
ή αν όχι τότε μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας
ακινητήσετέ το: αυτό που δίπλα μας
ολοένα μ΄απίθανες χειρονομίες δρά:
το Ασύλληπτο!

α) δυο χέρια ωραία γυναίκας (ή και αντρός) που να’ χουν εξοικειωθεί με τ’ αγριοπερίστερα
β) ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να’ ναι από ρεύμα ηλεκτρικό και ανύποπτα πουλιά
γ) μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
δ) το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης.

Θα’ χετε καταλάβει βέβαια τι εννοώ.
[...]

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ

 

Somerset Maugahm: Ο σάκος των βιβλίων

Maughan SomersetΤόμοι με ποίηση, μυθιστορήματα, φιλοσοφικά έργα, κριτικές μελέτες (λένε ότι τα βιβλία με θέμα το βιβλίο είναι ασύμφορα, ωστόσο, αναμφίβολα, αποτελούν ευχάριστο ανάγνωσμα), βιογραφίες, ιστορία· βιβλία που διαβάζεις όταν είσαι άρρωστος και βιβλία πού διαβάζεις όταν ο εγκέφαλός σου, σε πλήρη εγρή­γορση, διψάει για ερεθίσματα, βιβλία που ανέκαθεν ήθελες να διαβάσεις, αλλά ο ρυθμός της ζωής στην πατρίδα δεν σου το επέτρεπε, βιβλία για να διαβάζεις ταξιδεύοντας στη θάλασσα, με το ατμόπλοιο της γραμμής που αρμενίζει στα στενά, και βιβλία για περιπτώσεις κακοκαιρίας, όταν η καμπίνα σου τρίζει και πρέπει να κρατιέσαι γερά, για να μην πέσεις απ' την κουκέτα σου· βιβλία επιλεγμένα αποκλειστικά λόγω της έκτασής τους, τα οποία παίρνεις μαζί σου σε μια εκστρατεία, όταν είσαι υποχρεωμένος να ταξιδέψεις με ελαφριές αποσκευές, και βιβλία που διαβάζονται όταν δεν μπορείς να δια­βάσεις τίποτ' άλλο.

SOMERSET MAUGHAM: ΧΟΝΟΛΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

Νικηφόρος Βρεττάκος: Άπλωνα, θάλασσα

Vretakos Nikiforos

 

Άπλωνα, θάλασσα, τα χέρια παντού,
Ζητώντας απ’ όλα βοήθεια κι αγάπη.
Όλα μου έδωσαν. Κ’ εκτός από τον
ομιλούντα σου φλοίσβο και τον
ρυακίζοντα ουρανό, η ψυχή μου
πήρε απ’ όλα, θησαύρισε
πράγματα. Κ’ έγινε ομοίωση,
σώμα μικρό του παντός. Η φωνή του
φωνή μου, φως μου το φως του.
Η ψυχή μου, ο κόσμος που γίνεται
λόγος. Η ψυχή μου, ο λόγος
που γίνεται κόσμος.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Γιώργης Παυλόπουλος: Οι τρεις

Pavlopoulos Giorgis

 

Αυτός που γράφει το ποίημα
κι εκείνος που θα το διαβάσει
μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο
με κάποιον άλλο που το ονειρεύτηκε.

Μέσα στο ποίημα βέβαια
έχουν χαθεί κι οι τρεις.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Giuseppe Ungaretti : Το βυθισμένο λιμάνι

Ungaretti

 

 

 

Φτάνει εδώ ο ποιητής
κι ύστερα επιστρέφει στο φως με τα άσματά του
και τα σκορπίζει

Από την ποίηση αυτή
μου απομένει
το τίποτα εκείνο
ενός ανεξάντλητου μυστικού

GIUSEPPE UNGARETTI: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Ντίνος Σιώτης: Πρόσφυγες

Siotis Ntinos

 

 

Πολλοί απ’ αυτούς που σταμάτησαν
δεν ήξεραν πού έβγαζε ο δρόμος,
άλλοι ψάχναν για το λιμάνι,
άλλοι ρωτούσαν για το σταθμό,
ένας σκυφτός κούρδιζε το ρολόι του
σταματημένο εδώ και μέρες,
άραγε τι τον ένοιαζε η ώρα;
ήταν πρωί, ο ήλιος σηκωνόταν
κι όλα μυρίζαν άλλη μια σκάρτη μέρα.

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ: ΡΙΑΛΙΤΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ / ΜΕ ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΕΣ (ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΦΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ)

 

Ann Sexton: Γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,

Sexton AnnΚαλώς ήλθες, πρωινό

Υπάρχει σε όλα χαρά:
στα μαλλιά που κάθε πρωί βουρτσίζω,
στη χνουδωτή πετσέτα τη φρεσκοπλυμένη
που τρίβω στο κορμί κάθε πρωί,
στο ιερό των αβγών που μαγειρεύω
κάθε πρωί,
στην παράφορα του βραστήρα
που κάθε πρωί ζεσταίνει τον καφέ μου,
στο κουτάλι, στην καρέκλα
που με καλημερίζουν
κάθε πρωί,
στη θεϊκότητα του τραπεζιού
όπου τοποθετώ τ' ασημικά μου,
πιάτο και κούπα,
κάθε πρωί.

Όλα αυτά είναι Θεός,
εδώ ακριβώς, στο ανοιχτοπράσινο σπίτι μου
κάθε πρωί,
κι έχω σκοπό,
αν και το ξεχνάω συχνά,
να εκφράσω ευγνωμοσύνη,
να λιποθυμήσω δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας
σε προσευχή αγαλλίασης
καθώς τα ιερά πουλιά στο τζάμι
τσιμπολογούν του γάμου τους τα σπόρια.
Έτσι, καθώς το σκέφτομαι,
ας ζωγραφίσω στην παλάμη μου ένα «ευχαριστώ»
γι' αυτόν το Θεό, αυτό το γέλιο του πρωινού,
από φόβο μήπως δεν ειπωθεί.

Χαρά που δε μοιράζεται
πεθαίνει γρήγορα, έχω ακούσει.

ANN SEXTON: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Junichiro Tanizaki: το δικό μας πνεύμα δεν βρίσκει τη γαλήνη σε τίποτα γυαλιστερό

TANIZAKI Junichiro-c1960Το χαρτί είναι ένα πράγμα που απ’ ό,τι ξέρω ανακαλύφθηκε από τους Κινέζους· για το δυτικό χαρτί δεν τρέφουμε κανένα ιδιαίτερο συναίσθημα και δεν είναι τίποτα περισσότερο από κάποιο πράγμα καθαρά πρακτικής σημασίας, ενώ η υφή του κινέζικου και του ιαπωνικού χαρτιού μας δίνει μια αίσθηση ζεστασιάς και γαληνεύει το πνεύμα μας. Γιατί ακόμα και το ίδιο το λευκό χρώμα είναι διαφορετικό στο άσπρο ενός δυτικού χαρτιού και σ’ αυτό ενός δικού μας. Το δυτικό χαρτί μοιάζει να αποδιώχνει το φως, ενώ το χοσό (υψηλής ποιότητας ιαπωνικό χαρτί) και το κινέζικο χαρτί το ρουφάει μέσα του, μεστά, όπως η απαλή επιφάνεια του πρώτου χιονιού· μαλακό στο άγγιγμα του χεριού, αθόρυβο όταν τσαλακώνει ή στο δίπλωμα· ευγενικό, όπως το γαλήνιο άγγιγμα του φύλλου ενός δέντρου.
Γιατί
το δικό μας πνεύμα δεν βρίσκει τη γαλήνη σε τίποτα γυαλιστερό. Οι Δυτικοί χρησιμοποιούν επιτραπέζια σκεύη ασημένια, ατσάλινα ή από νίκελ, τα οποία τα στιλβώνουν μέχρι να λάμψουν, πράγμα που εμείς το αντιπαθούμε. Αν και χρησιμοποιούμε κι εμείς το ασήμι στις τσαγιέρες, τα κύπελλα και τις καράφες του σάκε, δεν τα στιλβώνουμε όπως κάνουν εκείνοι. Αντίθετα τα απολαμβάνουμε όταν η λάμψη της επιφάνειας ξεθωριάζει με το πέρασμα τού χρόνου κι έρχεται και παίρνει ένα χρώμα μαύρο καπνισμένο, και σε κάθε σπιτικό έχει συμβεί ν’ ακούσει μια χωρίς καλαισθησία υπηρέτρια τα εξ αμάξης από τη νοικοκυρά, επειδή εξαφάνισε, γυαλίζοντάς τα μέχρι να γίνουν καθρέφτες, την πατίνα που με τόσους κόπους είχε εναποθέσει ο χρόνος στα ασημικά...

JUNICHIRO TANIZAKI: ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ

 

Friederich Nietzsche: Ο μοναχικός

Nietzsche-Friedrich3

 

Σιχαίνομαι ν’ ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ.
Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Ούτε και τούτο!
Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του φόβο δεν προκαλεί.
Και μόνον όποιος φόβο προκαλεί μπορεί να οδηγήσει άλλους.
Σιχαίνομαι ακόμη και να καθοδηγώ τον εαυτό μου!
Μ’ αρέσει, όπως στα ζώα του δάσους και της θάλασσας
να χάνομαι για λίγο
να κάθομαι ανακούρκουδα σε μια ερημιά
και να στοχάζομαι
να ξαναφέρνω πάλι πίσω τον εαυτό μου από μακριά
πλανεύοντας τον για να γυρίσει ξανά σ’ εμένα.

FRIEDRICH NIETZSCHE: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Νίκος Καζαντζάκης: Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό

kazantzakis-nikosΜιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν, γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε, εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου, κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.
Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητή της ζωής, μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς, ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.
Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε, ἄε στὸ καλό, ὁ Θεὸς μαζί σου.
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα, καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.
 
 

Vladimir Nabokov: Ο θαυματοποιός είχε χύσει γάλα, μελάσα, αφρίζουσα σαμπάνια

Nabokov Vladimir2Αισθανόμουν περηφάνια. Είχα κλέψει το μέλι ενός σπασμού δίχως να προσβάλω την ηθική ενός παιδιού. Κανένα, απολύτως κανένα κακό δεν είχα διαπράξει. Ο θαυματοποιός είχε χύσει γάλα, μελάσα, αφρίζουσα σαμπάνια στο καινούργιο άσπρο τσαντάκι μιας νεαρής γυναίκας, και, ιδού, το τσαντάκι είχε μείνει άθικτο. Με τόσο λεπτεπίλεπτο τρόπο είχα οργανώσει το πρόστυχο, φλογερό, αμαρτωλό μου όνειρο και η Λολίτα παράμεινε ασφαλής - κι εγώ παρέμεινα ανασφαλής. Αυτό που είχα σαν τρελός κάνει δικό μου δεν ήταν η ίδια αλλά ένα δικό μου δημιούργημα, μια άλλη, φαντασιώδης Λολίτα - ίσως πιο αληθινή απ’ τη Λολίτα, την επικάλυπτε, την περικάλυπτε, μετεωριζόταν ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνη και δεν είχε βούληση ούτε συνείδηση - στ’ αλήθεια δεν είχε δική της ζωή.

VLADIMIR NABOKOV: ΛΟΛΙΤΑ

 

 

Σελίδα 1 από 20

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
SHAFFER PETER-LEVIN
€5.33 €2.66
(-50%)
Κερδίζετε €2.67
ΔΥΤΙΚΙΣΜΟΣ
BURUMA IAN
€9.95 €3.48
(-65%)
Κερδίζετε €6.47

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Κωστής Μαλούτας: Tην παρόρμηση να τους πλησιάσω και να ρωτήσω ποιο βιβλίο κρύβεται εκεί μέσα Ο Κωστής Μαλούτας έχει γράψει το βιβλία Μία φορά (και ίσως κι άλλη μία). Φαντάζομαι τον Πλάτωνα να μπαίνει στην Είσοδο Α (παρόλο που αυτή που του...

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Jose Saramago: Γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει Υπάρχει άραγε εξουσία, είπε ο πρώτος τυφλός. Δεν φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να ...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal