Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Σελιδοδείκτης

Διδώ Σωτηρίου: Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες

Sotiriou DidoΣτο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.
Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ' άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ' την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ' το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ' έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Πού να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; τί να σκεφτούν; τί να ξεχάσουν; τί να πράξουν; πού να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;
Τρέμαν ακόμα απ' το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ' το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ' αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές….
Κι είπαν: περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ' αλάτι.

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

 

Ivo Andric: Μονοπάτια

Andric Ivo 1961Πάντα, όταν περνούν από τον νου μου μονοπάτια και δρόμοι κάθε λογής, μπροστά μου στέκονται πεισματικά και ανεξίτηλα χαραγμένα τα μονοπάτια πάνω στα οποία πρωτοπερπάτησα ελεύθερα. Κι ήταν στο Βίσιεγκραντ αυτό. Στα τραχιά, ανώμαλα και φαγωμένα μονοπάτια του, όπου όλα ήταν στεγνά και πικρά, δίχως ομορφιά, δίχως χαρά, χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα κι όπου η πικρή μπουκιά που ο κάθε άνθρωπος δεν πρόφταινε να φάει του καθόταν στο λαιμό σε κάθε του βήμα. Εκεί όπου η κάψα κι ο αέρας και το χιόνι κι η βροχή έτρωγαν το χώμα και τους σπόρους μέσα στη γη κι αν κάτι προλάβαινε να φυτρώσει και να καρπίσει το πατούσαν, το δίπλωναν και το τσάκιζαν και θα μπορούσαν να το έβαζαν στη γη ανάποδα, με το κεφάλι χωμένο κάτω, για να του εξαφανίσουν το σχήμα και να το γυρίσουν πίσω, στο πουθενά, εκεί απ’ όπου ξέφυγε και κατάφερε να φυτρώσει. (...)
Τις στιγμές εκείνες που ο κόσμος με κούραζε και με πίκραινε ( αυτός ο κόσμος όπου από κάποια κακή σύμπτωση ζούσα και με χίλια όσα κρατιόμουν στη ζωή) κι όταν ο ορίζοντας σκοτείνιαζε κι η πορεία γινόταν αμφίβολη, άπλωνα μπροστά μου νοερά και με ευλάβεια, όπως ο πιστός τον τάπητα της προσευχής, τα δύσκολα, τα’ ανώμαλα κι απότομα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ που γιατρεύουν κάθε πόνο και ξορκίζουν την κάθε δυστυχία, γιατί τα εμπεριέχουν όλα μέσα τους και τα υπερβαίνουν όλα. Γι αυτό και αρκετές φορές την ημέρα, ξεκλέβοντας την κάθε στιγμή ανάπαυλας και την κάθε ανάσα στο λόγο μου, περνούσα νοερά, λίγο λίγο, από τα δρομάκια αυτά απ’ όπου ποτέ δεν θα ‘πρεπε ν’ απομακρύνομαι. Μέχρι το τέλος του βίου μου θα περνώ, όπως και να ‘ναι, το κομμάτι εκείνο των μονοπατιών και των δρόμων του Βίσιεγκραντ που μου αναλογεί. Και με το τέλος της ζωής μου θα τελειώσει κι αυτή η πορεία. Και τα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ θα χαθούν κι αυτά εκεί όπου χαράζονται όλα τα μονοπάτια, εκεί όπου εξαφανίζονται οι δρόμοι και τα’ αδιέξοδα δρομάκια, όπου δεν υπάρχει πορεία και κούραση κι όπου όλοι οι δρόμοι της γης θα γίνουν ένα ακατανόητο κουβάρι και με την «τελευταία αστραπή» θα καούν μπροστά στα μάτια μας και τα μάτια μας θα σβήσουν κι αυτά, αφού μας έφεραν ως το σκοπό μας και την αλήθεια.
 
 

Massimo Gentile

Gentille Massimo

 

Ξέπλυνε τους άλλους από τα χέρια σου
Κι από τη σκέψη σου,
Άσε τη μέρα να γλιστρήσει
Από το σώμα μου
Σαν κουρασμένο ρούχο
Χαμήλωσα τα φώτα
Έβαλα ψιθυριστά μια μουσική
Έλα λοιπόν
Αφήσου
Για μια ώρα
Πάνω μου
Πριν πάρω αγκαλιά
Τον ύπνο

MASS / AGE VS BODY / WORK - ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

 

Valery Larbaud: Η μάσκα

Larbaud ValeryΓράφω φορώντας πάντα στο πρόσωπό μου μια μάσκα,
ναι, μια μακριά μάσκα, βενετσιάνικη, παλαιική,
με στενό μέτωπο,
όμοια με λευκό μεταξωτό ρύγχος.
Κάθομαι στο τραπέζι και υψώνω το κεφάλι,
ατενίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
καταπρόσωπο, και μετά σε γωνία, παρατηρώ
την παιδική, κτηνώδικη κατατομή που αγαπώ.
Ω, αν ένας αναγνώστης, ο αδελφός μου, σ’ αυτόν
μιλώ μες απ’ τη χλωμή, γυαλιστερή μάσκα,
αν γινόταν να ‘ρθει και να φυτέψει ένα αργό,
βαρύ φιλί σ’ αυτό το στενό μέτωπο,
σ’ αυτό το πελιδνό μάγουλο,
για να προσδώσει στη μορφή μου όλο το βάρος
μιας άλλης μορφής, άδειας κι αυτής και μυρωμένης.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ

 

 

Anna Akhmatova: Υπάρχουν λέξεις που ...

akhmatova anna

 

 

 

Υπάρχουν λέξεις που δεν μπορούν να ειπωθούν δύο φορές,
εκείνος που τις είπε κάποτε ξόδεψε όλες σου τις αισθήσεις.
Μόνο δύο πράγματα δεν έχουν ποτέ το τέλος τους:
το γαλάζιο του ουρανού και του Δημιουργού το έλεος.

ANNA AKHMATOVA: Η ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΡΩΣΙΩΝ

 

Benjamin Constant: Μ' ένα είδος συναισθηματικής μνήμης

Constant Benjamin

 

Ζούσαμε, τρόπον τινά, μ’ ένα είδος συναισθηματικής μνήμης, αρκετά ισχυρής ώστε η ιδέα του χωρισμού να μας είναι επώδυνη και πολύ αδύναμης για να βρούμε την ευτυχία στη σχέση μας. Παραδινόμουν σ’ αυτά τα συναισθήματα, χαλαρώνοντας έτσι από τον εξαναγκασμό που συνήθως ένιωθα. Θα ήθελα να προσφέρω στην Ελενόρ κάποια δείγματα τρυφερότητας που θα την ικανοποιούσαν· μερικές φορές της έλεγα και πάλι λόγια ερωτικά· αλλά αυτά τα συναισθήματα κι αυτά τα λόγια έμοιαζαν με τα χλωμά, ξεθωριασμένα φύλλα που, χάρη στ’ απομεινάρια μιας νεκρωμένης ορμής, συνεχίζουν, ακόμα και μαραμένα, να μεγαλώνουν στα κλαδιά ενός ξεριζωμένου δέντρου.

BENJAMIN CONSTANT: ΑΝΤΟΛΦ

 

Wilkie Collins: Η μακρά πολυτέλεια της ελευθερίας

Wilkie-collins

 

Αφήστε ήσυχο τον πρόσφυγα! Γελάστε μαζί του, αντιμετωπίστε τον με δυσπιστία, αντικρίστε με δέος τον άγνωστο εαυτό που κρύβει μέσα του μερικές φορές κάτω από τον καθωσπρεπισμό και την ηρεμία ενός ανθρώπου σαν εμένα, ̇μερικές φορές κάτω από την σκληρή φτώχεια, την άγρια αθλιότητα ανθρώπων λιγότερο τυχερών, λιγότερο υποχωρητικών, λιγότερο υπομονετικών από μένα. Αλλά μη μας κρίνετε… Η μακρά πολυτέλεια της ελευθερίας σάς έχει κάνει ανίκανους να μας κατανοήσετε.

WILKIE COLLINS: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

 

Srefan Klein: Ταξίδι στην εσωτερική μας πραγματικότητα

Klein StephenΘυμάστε να διασχίζετε, πετώντας χαμηλά, τον δρόμο όπου παίζατε στα παιδικά σας χρόνια; Να προσπαθείτε απεγνωσμένα να προλάβετε το τρένο, αλλά κάτι να μπαίνει συνεχώς στη μέση και να σας εμποδίζει; Να βρίσκεστε μπροστά σε μια πολική αρκούδα, εκεί που κολυμπάτε;
Δεν το θυμάστε; Όμως είναι βέβαιο ότι την περασμένη νύχτα είχατε τέτοιες εμπειρίες – ή άλλες παρόμοιες. Τις είχατε γιατί ονειρευτήκατε. Τούτες οι σκηνές, μάλιστα, δεν κράτησαν μόνο για λίγο σε έναν ύπνο κατά τ’ άλλα ήσυχο. Το αντίθετο! Επί πολλές ώρες ήσασταν ο ήρωας ενός κόσμου που τον πλάσατε εσείς. Κι αυτό γιατί, όπως μάθαμε πρόσφατα, ύπνος σημαίνει σχεδόν πάντα και ότι ονειρευόμαστε. Όμως αφού ο ύπνος καλύπτει έως και το ένα τρίτο της ζωής μας, αυτό σημαίνει ότι με τα όνειρα περνούμε περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητά μας.
Μπορεί να μη θυμόμαστε τις χαρές, τον τρόμο ή τις μάχες που ζούμε κάθε βράδυ. Οι πιο πολλοί άνθρωποι σπάνια συγκρατούν στη μνήμη τους τα όνειρα που βλέπουν. Ίσως ανήκετε κι εσείς σε όσους νομίζουν πως δεν ονειρεύονται σχεδόν ποτέ. Αν όμως ξυπνάτε συχνά με την ανάμνηση ζωηρών βιωμάτων, τότε ξέρετε πόσο αποσπασματικές είναι τούτες οι αναμνήσεις. Απ’ τα όνειρά σας δεν έχουν απομείνει παρά ελάχιστα ξεφτίδια.
Όμως εσείς νιώθετε ότι πρέπει να υπήρχε πολύ περισσότερο ψαχνό – σαν να είχατε προχωρήσει μες στη νύχτα στα βάθη μιας άγνωστης ηπείρου, απ’ την οποία στο φως της μέρας βλέπετε μόνο την ακτογραμμή. Τούτη η ήπειρος είναι η ψυχή σας.
Τι είναι λοιπόν τα όνειρα; Ο Σίγκμουντ Φρόυντ τα αποκάλεσε «βασιλική οδό προς το ασυνείδητο». Τα ερμήνευσε ως έκφραση κρυφών επιθυμιών και βιωμάτων της παιδικής ηλικίας. Βέβαια, από τότε που ο Φρόυντ δημοσίευσε το πρωτοποριακό έργο του «Η ερμηνεία των ονείρων» έχει περάσει πια ένας ολόκληρος αιώνας. Σήμερα, για τούτα τα νυχτερινά βιώματα έχουμε στοιχεία στα οποία ο Φρόυντ δεν είχε τότε καμιά πρόσβαση. Είναι λοιπόν καιρός να προσεγγίσουμε το φαινόμενο των ονείρων από μια νέα οπτική γωνία. Με αυτό το βιβλίο θέλω ν’ αποδείξω ότι τα όνειρα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή έκφραση απόκρυφων παθών. Είναι το κλειδί για να λύσουμε το αίνιγμα της συνείδησής μας. Τα όνειρα μας επιτρέπουν να καταλάβουμε με ποιον τρόπο ο εγκέφαλός μας δημιουργεί την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβανόμαστε.

STEFAN KLEIN: ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ - ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Saul Bellow: Αρχίζεις από κει

bellow saul2Ο λόγος που δεν έβλεπα τα πράγματα όπως ήταν, ήταν πως δεν το ‘θελα – επειδή δεν μπορούσα να τα αγαπήσω έτσι όπως ήταν.
Όμως, η πρόκληση δεν ήταν να τα βελτιώνεις στο μυαλό σου, αλλά να βλέπεις κάθε ανθρώπινη αδυναμία – την κακία, το έγκλημα, την αρρώστια, το φθόνο, την αδηφαγία, την επιβίωση χάρη στο θάνατο των άλλων.
Αρχίζεις από κει.
Από το γεγονός ότι οι άνθρωποι εν γένει είναι γεμάτοι αποστροφή και τους κοστίζει να κοιτούν ο ένας τον άλλον.
Ως επί το πλείστον θέλουν να τους αφήνουν στην ησυχία τους.
Και αναζητούν το φανταστικό, το ανύπαρχτο, όπως έναν θαμμένο θησαυρό κι ακόμα πιο πολύ, καθώς το φανταστικό είναι η τελευταία μεγάλη τους ελπίδα, γιατί μπορούν τότε ν' αμφιβάλλουν για το αν ό, τι ξέρουν για τον εαυτό τους αληθεύει.

SAUL BELLOW: ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΩΓΚΙ ΜΑΡΤΣ

 

Γιάννης Υφαντής: Μανθρασπέντα

yfantis giannis

 

 

 

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χθες γεννηθήκαν και πώς ξέρουν κιόλας με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράγματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικωσύνη μια ολόκληρη
αιωνιότητα.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1930-1980

 

 

Τίτος Πατρίκιος: Σε βρίσκει η ποίηση

Patrikios Titos2Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα που πρώτη φορά
αντικρίζεις
για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουν πια περάσει
για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα
για πράγματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ
και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου
γι´ άλλα που επαναλαμβάνονται μ’ ελάχιστες παραλλαγές
για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν
κατάλληλη τιμή
για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού
ή που ήσαν σάπια απ ' την αρχή και δεν το έβλεπες
εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις
για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου
για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα
για πράγματα που τα φοβήθηκες κι απέφυγες
ν’ αναλάβεις
για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δεν σου βγήκαν
γι´ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά
για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις
για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες
και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν...

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: ΣΕ ΒΡΙΣΚΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

 

Ναζίμ Χικμέτ: Για τη ζωή

Hikmet Nazim2Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος
Δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένει τίποτα
Δε θα `χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο
Με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ’ αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μαύρα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα `χεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι

Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σαν να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι, γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν φοβάσαι
Μα έτσι, γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά.

NAZIM HIKMET: ΠΟΙΗΥΜΑΤΑ

 

Κώστας Μόντης: Γράμματα στη μητέρα

Montis Kostas

 

Δεν κατοικούσαμε τα σπίτια, μητέρα,
μας κατοικούσαν,
δεν κατοικούσαμε τα χρόνια, μητέρα,
μας κατοικούσαν,
μας κρατούσαν οι πένες κι έγραφαν,
μας αναπετούσαν οι σημαίες στις εξάρσεις τους...
Είν’ απίστευτο πώς μια σταγόνα αίμα
μπορεί ν’ αλλάξη το χρώμα τ’ ουρανού, μητέρα,
είν’ απίστευτο πώς μια σταγόνα αίμα
μπορεί ν’ ακυρώση το χρώμα της θάλασσας...

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ: ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

 

Κώστας Βάρναλης: Η μάνα του Χριστού

Varnalis Kostas... Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ' από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή με πηγάδι...
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι’ άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κ’ αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

Κι ο κατόχρονος θάνατος θά φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θά φηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει. ...

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ 1904-1975

 

Κώστας Ουράνης: Μάσκες

Ouranis Kostas

 

 

Για να ‘μαι ευχάριστος σε όλους,
-κι ακόμα και στον εαυτό μου-
έκρυψα πάντοτες με μάσκες
που αρέσουνε το πρόσωπο μου
.
κι άλλαξα τόσες στη ζωή μου,
που τώρα πια να μη μπορώ
τ’ αληθινό το πρόσωπο μου
να πω ποιο είναι μήτ’ εγώ!
.
Έτσι, ο θάνατος σα θα ‘ρθει,
δε θα ‘ναι η στέρηση μεγάλη:
θ’ αφήσω μιαν ανυπαρξία
για να περάσω σε μιαν άλλη ...

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

Franz Kafka: Το παράθυρο στο σοκάκι

kafka franz3Όποιος ζει απομονωμένος και επιθυμεί ωστόσο κατά καιρούς να έχει κάποια επαφή, όποιος ανάλογα με τις αλλαγές στην ώρα της ημέρας, του καιρού, των συνθηκών εργασίας και άλλων παρόμοιων παραγόντων θέλει το δίχως άλλο να αντικρίσει ένα κάποιο τυχαίο μπράτσο, από το οποίο θα μπορούσε να κρατηθεί — αυτός δεν θα αντέξει για πολύ χωρίς παράθυρο στο σοκάκι. Και ακόμα και αν δεν ζητά τίποτα συγκεκριμένο και μονάχα πλησιάζει στο περβάζι του ως ένας άνδρας κουρασμένος, με τα μάτια να πηγαινοέρχονται ανάμεσα στον ουρανό και τους θεατές, και δεν θέλει, και έχει το κεφάλι ριγμένο ελαφρά προς τα πίσω, παρ' όλα αυτά θα τον παρασύρουν τα άλογα εκεί κάτω, με τις άμαξες τους και τον θόρυβο τους, και θα τον οδηγήσουν επιτέλους προς την ανθρώπινη αρμονική συνύπαρξη.

FRANZ KAFKA: ΕΡΕΥΝΕΣ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

Γιώργος Ιωάννου: Τα σκυλιά του Σέιχ-Σου

Ioannou Giorgos 2Αφότου κατόρθωσα να διαλέξω μόνος μου το σπίτι που θα κατοικώ, μονάχα οι μοτοσικλέτες και τ' αυτοκίνητα τη νύχτα με ξυπνούν — τα φορτηγά ιδιαίτερα. Αυτό άλλωστε είναι, λίγο πολύ, και το πρόβλημα των κατοίκων όλης της πόλης μας, κι αυτών ακόμα που έχουν την ψυχική αντοχή να κατοικούν στα ψηλά διαμερίσματα και τα ρετιρέ. Και δε φαίνεται πως θα θεραπευτεί ποτέ, εκτός αν γκρεμίσουμε και ξαναχτίσουμε απ' την αρχή τα πάντα. Μα, για την ώρα τουλάχιστο, μια τέτοια λύση δεν μπορεί ούτε να την ονειρευτεί κανένας.
Παλιότερα μας ανησυχούσαν δήθεν οι πετεινοί. Αυτούς καταφέραμε επί των ήμερων μας να τους εξολοθρέψουμε ολότελα, χάνοντας, απλώς και μόνο, μια σπάνια αισθητική απόλαυση. Και το αστείο είναι πως στα σχολεία και τις πνευματικές συναναστροφές ακόμα κατηγορούμε για μαλθακότητα τους ανθρώπους της αρχαίας Σύβαρης, που τίποτα περισσότερο από μας δεν είχαν κάνει.
Οι πετεινοί επέστρεψαν σ' όλη τους τη δόξα ένα διάστημα στην Κατοχή, όμως η απελευθέρωση μας απ' τους Γερμανούς σήμανε πια την οριστική εξαφάνιση τους από τις πόλεις. Ο τουρισμός και οι τουρίστες, η νέα και αβάσταχτη αυτή κατοχή που μας βρήκε, στάθηκε μοιραία τόσο για τους πετεινούς όσο και για τα παλικάρια μας.
Καθώς η κυκλοφορία κοβόταν τότε πολύ νωρίς, μέσα στο γενικό καταλάγιασμα, όλες οι δυνατές φωνές, και οι πιο μακρινές ακόμα, ακούγονταν απίστευτα ξεκάθαρα. Αφήνω πια τους πυροβολισμούς και τις χειροβομβίδες. Γεγονός πάντως είναι πως και η ακοή μας είχε στο έπακρο οξυνθεί, μια και δεν μπορούσε τίποτε άλλο να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τί συμβαίνει στα σκοτεινά γύρω μας. Γνωρίζαμε το περπάτημα των εχθρών μέσα στη νύχτα, το επίμονο πνιχτό βήξιμο των χαφιέδων έξω απ' την πόρτα, τις διαφορές των αντρογύνων, το ροχαλητό των γειτόνων μας, αλλά και τον ανεπαίσθητο γλυκό θόρυβο που κάμναν τα τενεκεδάκια με την μπογιά, όταν τα παιδιά γράφαν στους τοίχους. Ξέραμε πως η γειτονιά μας την άλλη μέρα θα λάμπει από λεβεντιά και αισιοδοξία. Εκείνο όμως που σίγουρα μπορούσες να παρακολουθήσεις και χαρείς κάθε νύχτα ήταν το λάλημα των πετεινών που άρχιζε από κάπου και διαδίδονταν κατόπι από συνοικία σε συνοικία. Τώρα λαλούν οι πετεινοί της Βάρνας, υστέρα της Νεάπολης, της Σταυρούπολης, της Νέας Μαινεμένης, της Ραμόνας, του Παλιού Σταθμού, του Κουλέ Καφέ, της Κασσάνδρου και της Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελίστριας, των Σαράντα Εκκλησιών, της Τούμπας, της Τριανδρίας... Ήταν κάποια παρηγοριά κι αυτό, μια κυκλοφορία, που δεν μπορούσε μάλιστα να την εμποδίσει ο θηριώδης στρατιωτικός διοικητής. Είχαμε αρχίσει και πάλι να μιλάμε για τον καιρό και να κάνουμε προβλέψεις για τις αλλαγές του. Μονάχα απ' τις καθωσπρέπει συνοικίες, Τσιμισκή, Παραλία και Μητρόπολη, δεν ακούγονταν ούτε και τότε λαλήματα πετεινών. Λυπόμουν τους ανθρώπους που καθόντουσαν εκεί. Μια μάγισσα που είχαμε στο σπίτι μας, όταν ξόρκιζε κανένα κακό, του φώναζε αγρία τρεις φορές: «Να πάς εκεί που δε λαλεί πετεινός».
Η αλήθεια είναι πως ανάμεσα στα λαλήματα ακούγαμε και κανένα βραχνό χωνί να ξανοίγεται μες στη βαθιά νύχτα. Δεν ξεχωρίζαμε συνήθως τί αγωνίζονταν να μας αναγγείλει το ηρωικό αγόρι, ξέραμε όμως πολύ καλά πώς θα καταλήξει και ψιθυρίζαμε όλοι μαζί του το συναρπαστικό σύνθημα: «Θάνατος στο φασισμό — Λευτεριά στο λαό!».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Η ΜΟΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

 

Γιάννης Ρίτσος: Ἐρωτικὴ ἱστορία

Ritsos Giannis1Δυὸ χρόνια ἐκείνη τὸν περίμενε, μὲ τὴν ψυχή στὰ δόντια, ὅπως λένε,
κ’ ἐκεῖνος ἦρθε κάποια μέρα, ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης, σὰ νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ τίποτα.
Αὐτό ἀκριβῶς τὴ σκότωσε. Δέν κατάλαβε ἐκεῖνος
πὼς ἦταν πεθαμένη ἀντίκρυ του, μὲ φόντο
ἕνα περίλαμπρο, τετράγωνο, ἀνοιχτό παράθυρο.

Τὴν κοίταζε μ’ ἐρωτικὴν αὐτοπεποίθηση,
μ’ αὐτὴ τὴν εὔκολη, σχεδόν ἐπαγγελματική, ἀσκημένη ἐπιθυμία. Τὸ βλέμμα του
ζεστά ψυχρό τρυπάνιζε κάποια παλιά ναρκωμένη πληγή μές στὰ ὀστά της.

Κ’ ἤτανε μιὰ σκηνή παράξενη κι ὡραία, σὰν κάποιος
νἄχε πεθάνει ἀμίλητος στὴν πολυθρόνα τοῦ ὀδοντιατρείου
κι ὁ γιατρὸς νὰ συνέχιζε ἥσυχα νὰ τοῦ σφραγίζει ἕνα δόντι
ἐνῶ ὁ ἥλιος τοῦ Ἰουνίου λαμποκοποῦσε στὸ καφετί πετσί τῆς πολυθρόνας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

 

Θωμάς Γκόρπας: Παιδικά χρόνια

Gorpas Thomas2"Μεγάλωσα με μπαλωμένα ρούχα, καβάλα σε τοπία όπου έπαιζαν όλες οι μουσικές της μελαγχολίας, έτρεχαν οι ανοιχτές πληγές της δυστυχίας, χαχάνιζαν οι ανοιχτές πληγές της προδοσίας και πότιζαν τα φαρμάκια της κοινωνίας, καινούρια ρούχα ήταν τα φρέσκα χρώματα της ερημιάς, παλιά τραγούδια ήταν κιόλας τα ρεμπέτικα. […]
Μεγάλωσα χωρίς γιαγιά και παραμύθια δίπλα στο τζάκι φτιάχνοντας παιχνίδια μόνος μου, καραγκιόζους, αυτοκινητάκια, αετούς, αξούς, μύλους και σεριτσάλια και τα πούλαγα, με τα λεφτά αγόραζα κουλούρια, καραμέλες, κάστανα, χαλκομανίες, πληγές χρώματα και χρωματιστά όνειρα….
Οι παιδικοί μου κήποι ήταν πράσινα άλογα και τ’ άλογα φαίνονταν πράσινα μέσα από τα τριφύλλια…
Στα έξι μου στο κορμί μου φώλιαζε γεροντικό μυαλό και καρδιά αιώνια νανουρισμένη μ’ αναστεναγμούς, επιθανάτια φιλιά και σκοτεινά τραγούδια.  [...]
Μεγάλωσα με τα “ποιος είσαι συ;”, “Ποιος είναι αυτός;”, “”Μην πας εκεί!”, “Μην πας μ’ αυτούς”, “Κάτσε στ’ αυγά σου!” και “Θεούλη μου, φύλαγε….” έως τα δεκαπέντε μου και μετά σκατά κι απόσκατα….
Πηδάω μάντρα σινεμά καλοκαίρια ’45- ’47, βλέπω Ταρζάν, Ζορρό, Ρομπ΄εν των Δασών, Χονδρό- Λιγνό και Σαρλώ, ακούω τραγούδιι της Ντιάνας Ντάρμπιν γλυκό, πηδάω συρματοπλεγμένα κάγκελα γυμνασίου χειμώνες καλοκαίρια ’47- ’52, ανοίγω με συρματάκι την αποθήκη του γυμναστηρίου κλέβω μουχλιασμένο δίσκο και ρίχνω ελληνική δισκοβολία, κλέβω μουχλιασμένα μπάλα, παίζω βόλεϋ και μπάσκετ, την άλλη μέρα με καλεί ο γυμνασιάρχης…
Δηλητήρια μέσα στο μάτωμα, ντρεπόμουνα τα πάντα, μέσα σ’ αυτή τη ντροπή ζεστάθηκαν ταξίδια που ακόμα δεν έκαμα…"
 
 

Elie Wiesel: Ποτέ δεν θα ξεχάσω

Wiesel ElieΠοτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα, την πρώτη νύχτα που πέρασα στο στρατόπεδο, που μετέτρεψε όλη μου τη ζωή σε μια μακριά, επτασφράγιστη νύχτα.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο τον καπνό.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα προσωπάκια των παιδιών που 'χα δει τα κορμάκια τους να μετατρέπονται σε τολύπες καπνού κάτω από το βουβό γαλάζιο τ' ουρανού.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις φλόγες που έκαψαν για πάντα την πίστη μου.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη σιωπή εκείνης της νύχτας, που μου στέρησε για πάντα την επιθυμία για ζωή.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις στιγμές που σκότωσαν τον Θεό μου, την ψυχή μου και τα όνειρά μου, τα οποία πήραν την όψη της ερήμου.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω όλα αυτά, ακόμα κι αν με καταδίκαζαν να ζήσω όσους αιώνες ζει και ο Θεός. Ποτέ.

ELIE WIESEL: Η ΝΥΧΤΑ

 

Σελίδα 1 από 19

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, 1875-1925
ΜΑΥΡΙΔΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΗΣ
€25.56 €12.78
(-50%)
Κερδίζετε €12.78
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΕΞΙΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ (κληρικός)
€10.38 €3.11
(-70%)
Κερδίζετε €7.27

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Αν δεν είχα υπάρξει πολίτης αυτής της ξεχωριστής Πολιτείας… Τα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου: Το γονίδιο της αμφιβολίας, Τα παιδιά του Κάιν, Ο ιπποπότης και η νεραιγελάδα, Αγιογραφία, Ο Ζίγκι απ’ τον Μαρφάν,...

Κατά τ’ άλλα ...Περισσότερα

Διάβαζε Διάβαζε, ακόμα και τα παλιόχαρτα από το δρόμο ~ Θερβάντες

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Διδώ Σωτηρίου: Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal