Ο Λογαριασμός μου

Δωρεάν αποστολή για αγορές πάνω από 30€ | Δωρεάν αντικαταβολή | Έως 24 άτοκες Δόσεις | Έως -85% χαμηλότερες τιμές σε πάνω από 150000 τίτλους

Σελιδοδείκτης

Boris Pasternak: Η ομορφιά της ζωής

pasternak

 

 

 

 

Νομίζω πως δεν θα σε αγαπούσα τόσο πολύ αν δεν είχες κάτι για να παραπονεθείς και κάτι για να μετανιώσεις. Δεν μου αρέσουν εκείνοι που δεν έχουν πέσει, δεν έχουν παραπατήσει. Η αρετή τους είναι μικρή κι έχει μικρή αξία. Η ομορφιά της ζωής δεν τους έχει φανερωθεί.

BORIS PASTERNAK: ΔΟΚΤΩΡ ΖΙΒΑΓΚΟ

 

Eduardo Galeano: Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους αγρότες που αυτοκτονούν.

GaleanoΣτο νοσοκομείο Ναλαμάντα, στη Νότια Ινδία, ένας αυτόχειρας επανέρχεται στη ζωή.
Γύρω από το κρεβάτι του, χαμογελούν εκείνοι που του έσωσαν τη ζωή.
Ο αναστημένος τους κοιτάζει και λέει: «Τι περιμένετε; Να σας ευχαριστήσω; Χρωστούσα εκατό χιλιάδες ρουπίες, και τώρα θα χρωστάω και τέσσερις μέρες νοσοκομείου. Μεγάλη χάρη μου κάνατε, ηλίθιοι.»
Για τους καμικάζι αυτοκτονίας ξέρουμε πολλά πράγματα. Ο τύπος μιλάει καθημερινά για τους τρομοκράτες. Όμως δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους αγρότες που αυτοκτονούν.
Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι Ινδοί αγρότες αυτοκτονούν από τα τέλη του 20ου αιώνα μέχρι τα πρώτα χρόνια του 21ου, με ρυθμό χίλιοι το μήνα.
Πολλοί αγρότες καταπίνουν τα εντομοκτόνα που αδυνατούν να πληρώσουν.
Η αγορά τους υποχρεώνει να δανείζονται, τα απλήρωτα χρέη τους υποχρεώνουν να πεθάνουν. Κάθε φορά ξοδεύουν περισσότερα και κάθε φορά κερδίζουν λιγότερα. Αγοράζουν σε εξωφρενικές τιμές και πουλάνε σε εξευτελιστικές τιμές.
Είναι όμηροι των ξένων χημικών βιομηχανιών, των εισαγόμενων σπόρων, των μεταλλαγμένων: η Ινδία, που παρήγε για να φάει, τώρα παράγει για να τη φάνε

EDUARDO GALEANO: ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

 

Neil Gaiman: Μυγάκι της μέρας

Gaiman

 

 «…Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Την Παρασκευή είχα δουλειά, αρραβωνιαστικιά, σπίτι και μια ζωή, που είχε νόημα (όσο νόημα μπορεί να ’χει μια ζωή τέλος πάντων). Και ξαφνικά βρήκα ένα πληγωμένο κορίτσι στο πεζοδρόμιο και προσπάθησα να είμαι Καλός Σαμαρείτης. Τώρα δεν έχω ούτε αρραβωνιαστικιά, ούτε δουλειά, ούτε σπίτι και τριγυρίζω μερικές εκατοντάδες μέτρα κάτω από τους δρόμους του Λονδίνου, με προσδόκιμο ζωής μικρότερο κι από έντομο εφήμερο, μυγάκι της μιας μέρας…»

NEIL GAIMAN: ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

 

Herman Melville: Όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, πού ψιλοβρέχει

MelvilleΛΕΓΕ με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια —δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς— έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο πού να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος πού έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα’ όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, πού ψιλοβρέχει- όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φε-ρετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας πού συναντώ και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, πού χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου — τότε θεωρώ πώς ήρθε πια ή ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Μέ μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ό Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του• εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ’ αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε- όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό.

HERMAN MELVILLE: ΜΟΜΠΙ ΝΤΙΚ

 

Ali Sabahattin: Αυτή τη γυναίκα εγώ τη γνώριζα ήδη

sabahattin-ali-kimdirΘυμάμαι μόνον ότι μαρμάρωσα μπροστά στο πορτρέτο μιας γυναίκας που φορούσε ένα γούνινο παλτό. Τι είχε αυτό το πορτρέτο; Δεν μπορώ να το εξηγήσω... ως εκείνη τη στιγμή, δεν είχα συναντήσει γυναίκα με τέτοια παράξενη έκφραση, λίγο άγρια, λίγο υπεροπτική και πολύ έντονη. Το ωχρό πρόσωπο, τα μαύρα φρύδια και τα μαύρα μάτια, τα πυκνά καστανά μαλλιά και κυρίως αυτή η έκφραση αθωότητας και θεληματικότητας συνάμα, η απέραντη μελαγχολία σε συνδυασμό με την ισχυρή προσωπικότητα, σε καμιά περίπτωση δε μου ήταν ξένα. Αυτή τη γυναίκα εγώ τη γνώριζα ήδη... Ήταν ένα κράμα και μια σύνθεση όλων των γυναικών που στοίχειωναν τη φαντασία μου...

ALI SABAHATTIN: Η ΜΑΝΤΟΝΑ ΜΕ ΤΟ ΓΟΥΝΙΝΟ ΠΑΛΤΟ

 

Bret-Easton Ellis: Τη σύγχυση που μου προκαλούσε η ανοησία άλλων ανθρώπων, κι αυτό με είχε ξαφνιάσει

ellis-bretΚάποια στιγμή τα τελευταία χρόνια -δεν μπορώ να πω με σιγουριά πότε ακριβώς- άρχισε να με βασανίζει μια αφόρητη και παράλογη ενόχληση, απ' ό,τι θυμάμαι αρκετές φορές μέσα στην ημέρα. Με ενοχλούσαν πράγματα τόσο ασήμαντα φαινομενικά, τόσο διαφορετικά απ' ό,τι με απασχολούσε συνήθως, που έπρεπε να πάρω βαθιές ανάσες για να διώξω την αηδία και τη σύγχυση που μου προκαλούσε η ανοησία άλλων ανθρώπων, κι αυτό με είχε ξαφνιάσει. Ενήλικες, γνωστοί και άγνωστοι που έσπευδαν να εκφράσουν στα κοινωνικά δίκτυα τις απόψεις τους και τις κρίσεις τους, τις αλόγιστες ανησυχίες τους, πάντα με την ακλόνητη βεβαιότητα πως έχουν δίκιο. Κάθε ανάρτηση, κάθε σχόλιο και κάθε μήνυμα στο Tweeter φαινόταν να εκφράζει μια τοξική συμπεριφορά, ασχέτως αν αυτό ίσχυε πράγματι ή όχι. Εκείνος ο θυμός ήταν κάτι καινούργιο για μένα, κάτι που δεν είχα ξαναζήσει - και συνδυαζόταν με μια ανησυχία, με μια καταπίεση. Κάθε φορά που σέρφαρα στο διαδίκτυο, είχα την αίσθηση πως αντί να λέω απλά τις σκέψεις μου για κάτι, έκανα κάποιο λάθος. Αυτή η ιδέα ούτε που θα μου περνούσε απ' το μυαλό πριν από δέκα χρόνια -ότι δηλαδή μια άποψη μπορούσε να θεωρηθεί λανθασμένη κίνηση- αλλά σε μια κουλτούρα οργής και πόλωσης, άνθρωποι μπλοκάρονταν λόγω των απόψεών τους, άνθρωποι δεν ακολουθούνταν γιατί οι άλλοι ερμήνευαν ό,τι έλεγαν μ' έναν μάλλον ανακριβή τρόπο. Οι φοβισμένοι άρχισαν να κρίνουν αμέσως όλο τον χαρακτήρα κάποιου από ένα προκλητικό ή προσβλητικό μήνυμα και εξαγριώνονταν. Πολλοί δέχονταν επιθέσεις και διαγράφονταν από φίλοι γιατί υποστήριζαν τον «λάθος» υποψήφιο. Ήταν λες και κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τον άνθρωπο από μια σειρά λέξεων που είχαν γραφτεί βιαστικά σε μια μαύρη οθόνη.

BRET-EASTON ELLIS: ΛΕΥΚΟΣ

 

Godfrey-Harold Hardy: Η αθανασία είναι συχνά γελοία ή βάρβαρη

hardyΟ μαθηματικός δε χρειάζεται σοβαρά να φοβάται ότι το μέλλον θα τον αδικήσει. Η αθανασία είναι συχνά γελοία ή βάρβαρη: λίγοι από εμάς θα διάλεγαν να είναι ο Ωγ ή ο Ανανίας ή ο Γαλλίων. Ακόμη και στα Μαθηματικά, η ιστορία παίζει καμιά φορά περίεργες φάρσες. Ο Rolle ποζάρει στα βιβλία του Στοιχειώδους Λογισμού σαν να ήταν ένας μαθηματικός του διαμετρήματος του Νεύτωνα. Ο Farey είναι αθάνατος επειδή απέτυχε να κατανοήσει ένα θεώρημα που ο Haros είχε ήδη αποδείξει πριν από 14 χρόνια. Τα ονόματα πέντε άξιων Νορβηγών βρίσκονται ακόμη στον Βίο του Abel, μόνο εξ αιτίας μιας ενέργειας ενσυνείδητης βλακείας που συνετελέσθη, από τυπολατρεία, εις βάρος του μεγαλύτερου άνδρα της χώρας τους. Αλλά, συνολικά, η ιστορία της επιστήμης είναι δίκαιη, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα στα Μαθηματικά. Κανένα άλλο αντικείμενο μελέτης δεν έχει τόσο καθαρά οριοθετημένα ή ομόφωνα αποδεκτά υψηλά κριτήρια, και οι μαθηματικοί που θυμόμαστε είναι σχεδόν πάντα αυτοί που το αξίζουν. Η μαθηματική δόξα, αν μπορούσε να εξαγοραστεί, θα ήταν μια από τις πιο υγιείς και σταθερές επενδύσεις.

GODFREY-HAROLD HARDY: Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥ

 

Γιώργος Σαραντάρης: Σημαίνει πως φοβόμαστε

sarant

 

 

 

 

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού.


Σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μάς έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ: ΣΑΝ ΠΝΟΗ ΤΟΥ ΑΕΡΑ

 

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: Η σιδερένια πόρτα άνοιξε

TheotokisΉταν απόγιομα κι είχε έρθει το χινόπωρο. Την αυλή της φυλακής έλουζε ο ήλιος στο βαθυγάλαζον ουρανό, όπου ανάλαφρα ανάλαφρα εταξίδευαν άσπρα διαβατάρικα σύννεφα. Κι οι κατάδικοι, συντροφιές συντροφιές, εκουβέντιαζαν μεταξύ τους, άλλοι όρθιοι, άλλοι καθισμένοι, άλλοι κάνοντας περίπατο. Μαζί τους δεν ήταν πλια ούτε ο Κάης, που 'χε λάβει τη χάρη του, ούτε ο αγιογράφος που μήνες πίσω είχε χτικιάσει, είχε μολύνει κι άλλους κατάδικους, κι είχε πεθάνει μονάχος μία νύχτα στο κελί του, ούτε ο κλέφτης που 'χε καταφέρει να φύγει από τη φυλακή κι είχε πάει να ζήσει με τα φυλαμένα χρήματά του. Κι από τους άλλους κάποιοι είχαν μετατεθεί σ' άλλες φυλακές, άλλοι ήταν ελεύτεροι, κι είχαν έρθει, αντίς, καινούρια πρόσωπα αυτές τες μέρες που το κακουργοδικείο πάλε εδούλευε, άλλοι για πολλά, άλλοι για λίγα χρόνια, ένας κιόλας για όλη του τη ζωή. Κι αυτήν την ώρα ο Τουρκόγιαννος ήταν μέσα στο κελί του κι είχε ξαπλωθεί στο σκληρό του κρεβάτι συλλογισμένος. Αυτός ξακολουθούσε πάντα το έργο του, μα η φυλακή τον είχε γεράσει. Τα κομμένα μαλλιά του και το ακατάστατο μουστάκι του είχαν ασπρίσει, οι πλάτες του είχαν σκεβρώσει περισσότερο, το μέτωπό του είχε ζαρώσει, μα η όψη του ήταν πάντα φαιδρή, κι ήσυχα τα γαληνά του κι αθώα μάτια.

Η σιδερένια πόρτα άνοιξε και μαζί μ' ένα φύλακα εμπήκε μέσα ο Πέτρος Πέπονας. Είχε δικαστεί αυτήν την ημέρα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ : ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

 

Γιάννης Σκαρίμπας: Να, γι' αυτό γκιζιρνάμε

Skarimbas2Εμείς καλλιεργούμε μόνο από έρωτα προς την ελευθερία το ψέμα -ένα ψέμα όλο ποίηση, μιαν αναποδιά όλην οίστρο- ενώ αυτοί είναι αυτόδουλοί του και σκλάβοι του. Η συμφωνία τους είναι ν' αλληλοκλέβουνται έντιμα, ενώ η κλεψιά είναι άτιμη. Είν' η συνθήκη τους τίμια με σήμα κατατεθέν της το ψέμα. Τι μπρίο! Τι μπρίο! Πώς διάλολο συσχετίζουν τα άσχετα; Πώς μπρε μάτια μ' συμβιβάζουν τα άκρα; Είναι όλοι τους "τίμιοι" κατά τον πιο άτιμο τρόπο!... Πού να τους παραβγούμε εμείς οι κακόμοιροι σ' αυτή τους την ανομία τη νόμιμη, σ' αυτή την πεπειραμένη αρετή τους. Είναι πολύ πεζεβένηδες.

Να, γι' αυτό γκιζιρνάμε. Μήτε σπείρουμε, μήτε θερίζουμε γιατί για μας είναι τα χούματα μπρούτζινα και νικέλινη η γη μας. Τα Έθνη, οι πολιτείες, οι τόποι, δεν έχουνε σύνορα στον δικό μας το χάρτη και τα δυο ημισφαίρια μας πέφτουνε λίγα. Η ζωή μας δεν ανέχεται όρια. Εμείς ένα σύνορο ξέρουμε: των σολών μας το πάτι. Είμαστε μεις πολίτες του απείρου, κ' έχουμε κ' εμείς μια σφραγίδα: τον πάτο μας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ: ΤΟ ΘΕΙΟ ΤΡΑΓΙ

 

Γιώργος Ιωάννου: Δεν τους περιμένει εκεί ούτε ξεραΐλα ούτε και μοναξιά.

Ioannou4Περπατώ στους δρόμους και κάθε τόσο ενθουσιάζομαι. «Θεέ μου» λέω «γιατί να μη μας δίνεις περισσότερη ζωή και νιάτα;» Όσο βαριά στεναχώρια κι αν έχω, μ’ ένα καλό περπάτημα σε δρόμους εγγυημένους αλαφρώνει. Προσπαθώ, συνήθως, να κλείνω το βράδυ μου γυρνώντας στο σπίτι από την Εγνατία. Πολλές φορές, κι όταν ακόμα δεν μου ταιριάζει το δρομολόγιο, λοξοδρομώ προκειμένου να περάσω από κει. Και γιατί τάχατες να βιάζομαι να φτάσω στο σπίτι; Τι το σπουδαίο έχω να κάνω; Εκείνη την ώρα, βέβαια, πολλή κίνηση σε πεζούς ο δρόμος δεν έχει. Εκτός κι αν συμβαίνει κανένα έκτατο γεγονός: ματς ή κινητοποίηση. Κάτι άλλο υπάρχει όμως που μου παίρνει την ψυχή. Είναι οι πολλές μοτοσικλέτες που περνούν τρέχοντας αστραπιαία, ιδίως προς τα δυτικά, θαρρείς για να προλάβουν αυτοί που τις κυβερνούν τον έρωτα ή τον ύπνο. Κοντοστέκομαι στο πεζοδρόμιο θαυμάζοντας. «Όπου και να χτυπήσουν, θα τραυματιστούν», συλλογιέμαι. Κι αυτό δεν το λέω ούτε με φόβο, ούτε, φυσικά, με οίκτο, αλλά σχεδόν με βαθύ σεβασμό. Άλλωστε, κι αυτοί καλά ξέρουν τους κινδύνους. Πιάνω θέση δίπλα σε φανάρι της τροχαίας, περιμένοντας δήθεν για να περάσω. Όταν ανάβει το κόκκινο, όλοι μαζί σταματούν, ακόμα και μπροστά μου. Είναι συνήθως συμπαθέστατοι και πάντα γεροδεμένοι. Άλλοι είναι χωρικοί, κι άλλοι δικά μας σαΐνια, εργάτες. Ξέρω καλά τι έκαναν και πού τώρα πηγαίνουν. Γι’ αυτό γυρνούν στα σπίτια τους σα μεθυσμένοι, κρατώντας γερά στα σκέλια τους τις μηχανές. Δεν τους περιμένει εκεί ούτε ξεραΐλα ούτε και μοναξιά.
Αυτό το πράγμα, μάλιστα — πολύ θα το θελα. Αυτό τ’ αλλάζω με την τωρινή μου μοίρα. Με μια βαριά μοτοσικλέτα ν’ αλωνίζω πόλη και προάστια. Να περνώ σαν τη σαΐτα και να σταυροκοπιούνται με δέος όλοι οι νοικοκυράκηδες. Κι από πίσω να ‘ρχεται μ’ ορυμαγδό όλη η παρέα. Να ξεπεζεύουμε όπου μας κάνει κέφι, είτε στα πάρκα είτε στα σκυλάδικα, παραμερίζοντας σκληρά κάθε τι που εμποδίζει και πνίγει τους ανθρώπους που έχουν δυνάμεις για ξόδεμα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

 

Θανάσης Βαλτινός: Όλη την ημέρα εκεί μέσα βόσκαμε

ValtinosΝΑ ΜΑΖΕΨΩ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΝΑ ΤΑ ΘΥΜΗΘΩ ΟΛΑ. Έκανα στο πυροβολικό. Στους άλλους πολέμους με είχαν στα βαρέα. Με ρίξαν στο ορειβατικό έπειτα. Να βγάνουν τα αυτιά αίμα. Έντεκα χρόνια τα δούλεψα. Το καλοκαίρι σε σκηνές, τον χειμώνα στα αμπριά. Λάσπη και υγρασία. Με τη χλαίνη και μια κουβερτούλα μονή, μαδημένη. Έντεκα χρόνια στρατιώτης. Θα 'θελες να ξαναπάς να τα δεις εκείνα τα μέρη; Μπορεί. Τα βλέπω στον ύπνο μου κάτι φορές. Τα βλέπεις; Ναι. Και γω είμαι όπως τότε. Είκοσι χρονών. [...] 
 [...] Πόσες μέρες περπατήσαμε δεν θυμάμαι. Kαταλήξαμε πάντως στο Tσαγκρί. Mέσα, προς την Αγκυρα. Παφλαγονία. Mας πήγαν σε κάποιο χωριό. Nοικιάσαμε εκεί ένα σπίτι. H μάνα μου, η γιαγιά μας, ο μικρός αδερφός μου, εγώ και ο μεγάλος αδερφός μου ο Σταύρος. O μικρός αδερφός λεγόταν Aναστάσιος. Eκεί μας πέθανε ο Σταύρος. Tρελάθηκε πριν. Έλεγε ότι τρέχαν νερά από τους τοίχους του σπιτιού. Tον θάψαμε, δεν θυμάμαι πώς.
 Mετά πέθανε η μάνα μας. Ήμαστουν τσακωμένοι με τη γιαγιά, μεταξύ μας. Kαι πέθανε η μάνα. Πέθανε είκοσι έξι χρονών. Tο ξέρω αυτό από τις θειάδες μου. Tο είχε καταλάβει. Mας πήρε κοντά της. Tην πίστη σας, μας είπε. Nα μην την αλλάξετε. Aυτό θυμάμαι. Ύστερα πέθανε και η γιαγιά, η μάνα της.
 Έμεινα με τον αδερφό μου, δυο χρόνια μικρότερο. Ήταν ένα χωράφι, είχε ένα χόρτο τελείως στρωτό. Mε κάτι μικρά φυλλαράκια. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Kαι αυτό το χόρτο τρωγότανε. Όλη την ημέρα εκεί μέσα βόσκαμε. Δέκα εγώ, οχτώ ο αδερφός μου. Bόσκαμε, αυτή ήταν η τροφή μας.
 

Νίκος Καζαντζάκης: Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική

Kazantzakis-rΣτην Τετάρτη Τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του Δημοτικού. Κοντοπίθαρος, μ' ένα γενάκι σφηνωτό, με γκρίζα πάντα θυμωμένα μάτια, στραβοπόδης. «Δε θωράς, μωρέ, τα πόδια του», λέγαμε ο ένας στον άλλο σιγά να μη μας ακούσει, «δε θωράς, μωρέ, πώς τυλιγαδίζουν τα πόδια του; και πώς βήχει; Δεν είναι Κρητικός». Μας είχε έρθει σπουδασμένος από την Αθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Νέα Παιδαγωγική. Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική• μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος• η Παιδαγωγική έλειπε, θα 'ταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. Έπρεπε, λέει, ό,τι μαθαίναμε να το βλέπαμε και να το αγγίζαμε ή να το ζωγραφίζαμε σ' ένα χαρτί γεμάτο κουκκίδες. Και τα μάτια μας τέσσερα• αταξίες δε θέλει, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα• και σταυρό τα χέρια. Και στο δρόμο, όταν δούμε παπά, να του φιλούμε το χέρι. «Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!» Κι αλήθεια είδαμε• όταν κάναμε καμιά αταξία ή όταν δεν ήταν στα κέφια του, μας ξεκούμπωνε, μας κατέβαζε τα πανταλονάκια και μας έδερνε κατάσαρκα με το βούρδουλα• κι όταν βαριόταν να ξεκουμπώσει, μας έδινε βουρδουλιές στ' αυτιά, ωσότου έβγαινε αίμα.
Μια μέρα έδεσα κόμπο την καρδιά μου, σήκωσα το δάχτυλο:
— Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σκολειό;
Τινάχτηκε από την έδρα, ξεκρέμασε από τον τοίχο το βούρδουλα.
— Έλα εδώ, αυθάδη, φώναξε, ξεκούμπωσε το πανταλόνι σου.
Βαριόταν να το ξεκουμπώσει μόνος του.
— Να, να, να, άρχισε να βαράει και να μουγκρίζει.
Είχε ιδρώσει, σταμάτησε.
— Να η Νέα Παιδαγωγική, είπε, κι άλλη φορά σκασμός!
Ήταν όμως και πονηρούτσικος ο σύζυγος της Νέας Παιδαγωγικής. Μια μέρα μας λέει: «Αύριο θα σας μιλήσω για το Χριστόφορο Κολόμβο, πώς ανακάλυψε την Αμερική. Μα για να καταλάβετε καλύτερα, να κρατάει καθένας σας κι από ένα αυγό• όποιος δεν έχει αυγό, ας φέρει βούτυρο!».

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ

 

Rudyard Kipling: Σαν τα άλογα

Kipling

  

Η διαμαντένια αυγή ξύπνησε ανθρώπους και κοράκια και ταύρους – όλους μαζί. Ο Κιμ ανακάθισε και χασμουρήθηκε, τινάχτηκε κι ρίγησε από ευχαρίστηση. Έβλεπε τον κόσμο πραγματικά, αληθινά• αυτή ήταν η ζωή έτσι όπως την ήθελε – όλο φούρια και φωνές, ιμάντες που σφίγγουν, καμτσίκια που σφυρίζουν και ρόδες που τρίζουν, φωτιές που ανάβουν και τροφές που μαγειρεύονται, καινούργια πράγματα να δεις όπου κι αν στρέψεις το ευχαριστημένο μάτι σου. [...]

…στη δική μου καρδιά οι θρησκείες είναι σαν τα άλογα. Καθεμιά αξίζει στη δική της χώρα. […] Κι οι καρδιές σαν τα άλογα είναι. Πάνε κι έρχονται ό,τι κι αν κάνουν τα γκέμια και τα σπιρούνια.

RUDYARD KIPLING: ΚΙΜ

 

Leon Tolsroi: Ήθελα τις συγκινήσεις, τους κινδύνους και την αυτοθυσία

Tolstoi L

 

 Μα ο έρωτάς μου παρέμενε στάσιμος και αναπτυσσόταν πια και, εκτός από τον έρωτα, κάποιο νέο ανησυχητικό συναίσθημα άρχιζε να τρυπώνει στην ψυχή μου. [...] Λαχταρούσα την κίνηση, κι όχι μια ζωή που να κυλάει ήρεμα. Ήθελα τις συγκινήσεις, τους κινδύνους και την αυτοθυσία για το αίσθημά μου. Μέσα μου ένιωθα μια πληθώρα δυνάμεων που δεν είχε καμία θέση στην ήρεμη ζωή μας. [...] ... ήμουν ευτυχισμένη. Με βασάνιζε όμως το γεγονός ότι η ευτυχία αυτή δεν μου κόστιζε κανέναν κόπο, καμιά θυσία. [...] Τον αγαπούσα κι έβλεπα ότι ήμουν το παν γι’ αυτόν. Ήθελα όμως να μάθουν οι πάντες τον έρωτά μας, να μ’ εμποδίσουν να τον αγαπάω και, παρ’ όλα αυτά, εγώ να τον αγαπάω. 

LEON TOLSTOI: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

 

James D Vance: Τον τελευταίο κανόνα δεν τον λέγαμε ανοιχτά

Vance J DΣτο νοτιοδυτικό Οχάιο των παιδικών μου χρόνων, μαθαίναμε της αξία της μπέσας, της τιμής και της μαγκιάς. Η μύτη μου πρωτομάτωσε σε ηλικία πέντε ετών και το μάτι μου πρωτομαύρισε στα έξι. Και οι δύο αυτοί καβγάδες ξεκίνησαν όταν κάποιος πρόσβαλε τη μητέρα μου. Αστεία για τις μάνες δεν επιτρέπονταν ποτέ. Η Μέμω και ο Πάπω [γιαγιά και παππούς] μου δίδαξαν τις βασικές αρχές του βίαιου καβγά: δεν ξεκινάς ποτέ καβγά• αν ο άλλος ξεκινήσει τον καβγά, εσύ θα είσαι αυτός που θα τον τελειώσει• και, μολονότι δεν ξεκινάς ποτέ τον καβγά, μπορεί να επιτρέπεται να τον ξεκινήσεις αν κάποιος προσβάλει την οικογένειά σου. Τον τελευταίο κανόνα δεν τον λέγαμε ανοιχτά, αλλά ήταν ξεκάθαρος.

JAMES D VANCE: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΙΛΜΙΛΗ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙς ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

 

Sherwood Anderson: Ο θάνατος είναι σημαντικός

andersonΟ ήλιος λάμπει. Ο οδηγός του τρένου διασχίζει την αποβάθρα και μιλάει στον σταθμάρχη. Γελάνε δυνατά με το αστείο τους. 
Ο οδηγός είναι από εκείνο το είδος των πρόσχαρων ανθρώπων. Τα μάτια του λάμπουν, όπως λένε. Λέει το ίδιο αστείο σε κάθε σταθμάρχη, σε κάθε τηλεγραφητή, σε κάθε αχθοφόρο, σε κάθε υπεύθυνο ασφαλείας, σε όλη τη διαδρομή. Οι οδηγοί επιβατικών τρένων είναι κάθε λογής.
Να, βλέπετε, περνάει η γυναίκα που ο άντρας της πέθανε και μεταφέρεται κάπου για να ταφεί. Κόβουνε αμέσως τα αστεία, το γέλιο τους. Σιωπούν. 
Δημιουργείται ένα μικρό μονοπάτι σιωπής από τη γυναίκα με τα μαύρα, την κόρη και τον χοντρό αδερφό. Το μικρό μονοπάτι σιωπής ξεκίνησε μαζί τους, στο σπίτι τους, συνεχίστηκε μαζί τους στους δρόμους προς το σιδηροδρομικό σταθμό, θα τους συνοδεύει στο τρένο και στην πόλη όπου πηγαίνουν. Είναι ασήμαντοι άνθρωποι, όμως έγιναν ξαφνικά σημαντικοί.
Είναι σύμβολα Θανάτου. Ο Θάνατος είναι σημαντικός, κάτι μεγαλειώδες, έτσι δεν είναι;

SHERWOOD ANDERSON: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

 

Νίκος Καββαδίας: Γράμμα στη Φραντζέσκα Ιωάννου Λαγωνίκα

kavadiasΝήστεψα για να μπορέσω να σου γράψω τούτο το γράμμα. Και προσευχήθηκα. Ο ειδωλολάτρης. Εκείνη η μικρή κάρτα που έλαβα ήταν γιομάτη από ένα κόσμο. Από χιλιάδες κόσμους. Πρώτη φορά πήρα ένα τέτοιο δείγμα ανθρωπιάς, καλοσύνης! Το φύλαξα. Θα το φυλάω, θα με προστατεύει. Το πρωινό σου τηλεφώνημα ήταν κάτι χαρμόσυνο. Μ' έκανε να φύγω για το πρώτο φετινό ταξίδι πιο ήρεμος, πιο καλός και τιμιότερος. Ταλαιπωρήθηκα στην Αθήνα. Έφυγα χρεώστης. Για πρώτη μου φορά δε μου φταίει κανείς. Εγώ φταίω που καμιά φορά (σπάνια) ξεγελιέμαι και πιστεύω για μια στιγμή πως η ζωή είναι όμορφη. Βρίσκω καλό κι ό,τι δεν είναι και τα κάνω μούσκεμα και θολό νερό. Όμως μόλις βγήκαμε τα "Σαράντα κύματα" έριξα ένα μπουγέλο θάλασσα από την κορυφή ως τα νύχια. Τρεις ανθρώπους γνώρισα να περπατάνε στέρεα στα δυο τους πόδια. Ο ένας ήταν Μαλαίσιος, ο άλλος Εγγλέζος. Ο τρίτος ήταν ο άντρας σου. Δεν πίστευαν καθόλου τα ίδια πράγματα. Δεν γνωρίζονται όμως μοιάζουν και οι τρεις στη λεβεντιά, τη δύναμη και την καλοσύνη. Θα ξανάρθω να σας δω, να καθίσουμε σε κείνο το φωτεινό δωμάτιο με το τζάκι και θα σου πω παραμύθια. Δε θα σε κουράσω. Όμως θα σε κάνω να νυστάξεις και κατόπι θα φύγω περπατώντας ξυπόλυτος. Τα σκυλιά σου θα με πάνε ως την εξώπορτα και θα μου γλείφουν τα χέρια γιατί θα καταλαβαίνουν την αγάπη μου για όλους σας.

Ο πιο αφοσιωμένος φίλος σου Κόλιας.

 ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΛΑΣΑΚΗΣ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Αντώνης Σαμαράκης: Ζητείται ...

samarakisΤου φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Είχε την αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!» Σαν να ήταν έγκλημα αυτό. Σαν να είχε ένα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σαν να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους.

Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία… Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δε. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στο διάολο η ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Oύτε αριστερός ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε, και τώρα δεν έχει ελπίδα, και που νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι θα 'χουν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά να 'χουν.

Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: η Ινδοκίνα, η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λογους, οι «Μικρές Αγγελίες»…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζιπ εν καλή καταστάσει…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικός…

Έβγαλε την ατζέντα του, έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε με το μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπίς

Ύστερα πρόσθεσε το όνομά του και τη διεύθυνσή του. Φώναξε το γκαρσόνι. Ήθελε να πληρώσει, να πάει κατευθείαν στην εφημερίδα, να δώσει την αγγελία του, να παρακαλέσει, να επιμείνει να μπει οπωσδήποτε στο αυριανό φύλλο.

 ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ: ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Η θάλασσα

Xristianopoulos4

 

 Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: 

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις. 
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους – 
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις, 
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, 
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι. 
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα 
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει. 
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: 
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Σελίδα 1 από 25

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΟΡΦΕΑΣ ΑΝΕΔΥΣΕ
KEROUAC JACK
€15.37 €7.68
(-50%)
Κερδίζετε €7.69
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΑΜΟΝ ΜΕΡΚΑΝΤΕΡ
SEMPRUN JORGE
€20.14 €10.07
(-50%)
Κερδίζετε €10.07

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Boris Pasternak: Η ομορφιά της ζωής Νομίζω πως δεν θα σε αγαπούσα τόσο πολύ αν δεν είχες κάτι για να παραπονεθείς και κάτι για να μετανιώσεις. Δεν μου αρέσουν εκείνοι που δεν έχουν πέσει...

Βρείτε μας στο...

Verisign Eurobank EFG
Paypal IRIS