Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Σελιδοδείκτης

Friederich Nietzsche: Ο μοναχικός

Nietzsche-Friedrich3

 

Σιχαίνομαι ν’ ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ.
Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Ούτε και τούτο!
Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του φόβο δεν προκαλεί.
Και μόνον όποιος φόβο προκαλεί μπορεί να οδηγήσει άλλους.
Σιχαίνομαι ακόμη και να καθοδηγώ τον εαυτό μου!
Μ’ αρέσει, όπως στα ζώα του δάσους και της θάλασσας
να χάνομαι για λίγο
να κάθομαι ανακούρκουδα σε μια ερημιά
και να στοχάζομαι
να ξαναφέρνω πάλι πίσω τον εαυτό μου από μακριά
πλανεύοντας τον για να γυρίσει ξανά σ’ εμένα.

FRIEDRICH NIETZSCHE: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Νίκος Καζαντζάκης: Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό

kazantzakis-nikosΜιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν, γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε, εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου, κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.
Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητή της ζωής, μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς, ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.
Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε, ἄε στὸ καλό, ὁ Θεὸς μαζί σου.
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα, καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.
 
 

Vladimir Nabokov: Ο θαυματοποιός είχε χύσει γάλα, μελάσα, αφρίζουσα σαμπάνια

Nabokov Vladimir2Αισθανόμουν περηφάνια. Είχα κλέψει το μέλι ενός σπασμού δίχως να προσβάλω την ηθική ενός παιδιού. Κανένα, απολύτως κανένα κακό δεν είχα διαπράξει. Ο θαυματοποιός είχε χύσει γάλα, μελάσα, αφρίζουσα σαμπάνια στο καινούργιο άσπρο τσαντάκι μιας νεαρής γυναίκας, και, ιδού, το τσαντάκι είχε μείνει άθικτο. Με τόσο λεπτεπίλεπτο τρόπο είχα οργανώσει το πρόστυχο, φλογερό, αμαρτωλό μου όνειρο και η Λολίτα παράμεινε ασφαλής - κι εγώ παρέμεινα ανασφαλής. Αυτό που είχα σαν τρελός κάνει δικό μου δεν ήταν η ίδια αλλά ένα δικό μου δημιούργημα, μια άλλη, φαντασιώδης Λολίτα - ίσως πιο αληθινή απ’ τη Λολίτα, την επικάλυπτε, την περικάλυπτε, μετεωριζόταν ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνη και δεν είχε βούληση ούτε συνείδηση - στ’ αλήθεια δεν είχε δική της ζωή.

VLADIMIR NABOKOV: ΛΟΛΙΤΑ

 

 

Charles Bukowski: Αν δεν σε ξαναδώ ποτέ

Bukowski Charles2

 

 

Αν δε σε ξαναδώ ποτέ
θα σε κουβαλώ πάντα
μέσα μου -
κι έξω -
στα ακροδάχτυλά μου
και τις γωνίες του μυαλού μου
και στο κέντρο -
κεντρικά
του τι είμαι και τι απέμεινε.

CHARLES BUKOWSKI: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

René Char: Σαν αυτούς τους βατράχους

Char Rene

 

 

 

Είμαστε σαν αυτούς τους βατράχους που μέσα στη σκυθρωπή νύχτα των βάλτων καλούν ο ένας τον άλλον χωρίς να βλέπονται, λυγίζοντας με την ερωτική τους κραυγή όλη τη μοίρα του σύμπαντος.

Nous sommes pareils à ces crapauds qui dans l'austère nuit des marais s'appellent et ne se voient pas, ployant à leur cri d'amour toute la fatalité de l'univers.

RENE CHAR: ΦΥΛΛΑ ΥΠΝΟΥ - ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ

 

Μιχάλης Γκανάς: Περί ποιήσεως

Ganas Mixalis

 

 

 

Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση
κι εγώ που δεν διαβάζω
κινδυνεύουμε.
Εσύ να χάσεις τα ποιήματα
κι εγώ τις αφορμές τους.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1978-2012

 

William Wordsworth: Ένας ύπνος σφράγισε το πνεύμα μου

Wordsworth  William

 

 

 

Ένας ύπνος σφράγισε το πνεύμα μου∙
Δεν είχα ανθρώπινους φόβους:
Φαινόταν σαν ένα πράγμα που δεν μπορούσε να αισθανθεί
Το άγγιγμα των επίγειων χρόνων.

Καθόλου κίνηση δεν περικλείει τώρα, διόλου δύναμη∙
Ούτε ακούει μήτε βλέπει∙
Παρασυρμένο στης γης την καθημερινή περιστροφή,
Με βράχους, και πέτρες, και δέντρα.

WILLIAM WORDSWOTH: ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ - ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ

 

George Orwell: Ο μεγάλος αδελφός

orwell-george-«Η πραγματική δύναμη, η δύναμη που έχουμε για να αγωνιστούμε μέρα και νύχτα, δεν είναι η εξουσία πάνω σε πράγματα, αλλά πάνω σε ανθρώπους». Κοντοστάθηκε, πήρε βαθιά ανάσα και με τον αέρα του Διευθυντή του σχολείου απευθύνθηκε σε έναν πολλά υποσχόμενο μαθητή: «Πώς μπορεί κάποιος άνθρωπος να διασφαλίσει την εξουσία του επάνω σε κάποιον άλλον, Ουίνστον;»
Ο Ουίνστον σκέπτεται… «Με το να τον κάνει να υποφέρει», λέει τελικά.
«Ακριβώς. Κάνοντάς τον να υποφέρει. Η υπακοή δεν είναι αρκετή. Αν δεν κάνετε τον ενδιαφερόμενο να υποφέρει, πώς θα μπορέσετε να είστε σίγουροι ότι υπακούει στη δική σας βούληση και όχι στη δική του; Δύναμη είναι το να μπορείς να προκαλέσεις πόνο και εξευτελισμό. Δύναμη είναι να διαλύσεις το ανθρώπινο μυαλό σε κομμάτια και να τα ανασυνθέσεις τελικά σε νέα σχήματα, της δικής σου επιλογής. Αρχίζετε τώρα λοιπόν να βλέπετε, τι είδους κόσμο δημιουργούμε;»

GEORGE ORWELL: 1984 Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ

 

Λιλή Ζωγράφου: Αιωνιότητα

Zografou lili

 

 

Μην ακούω ανοησίες για ερωτική αιωνιότητα. Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο – γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες – αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα. Ο ερωτικός σπασμός είναι μια αιωνιότητα, κι ας μην αποτυπώνεται πουθενά αυτός.

ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΡΝΗ

 

Nick Honby: Γαλοπούλες κρεμασμένες στη βιτρίνα του χασάπη

Hornby NickΔεν ήθελε να γίνει βασίλισσα της ομορφιάς, αλλά να που τα έφερε η τύχη κι έμελλε να γίνει.
Ανάμεσα στην παρέλαση των υποψηφίων και την ανακοίνωση της νικήτριας μεσολαβούσε λίγη ελεύθερη ώρα, έτσι, γύρω από τις κοπέλες μαζεύτηκαν συγγενείς και φίλοι για να τους δώσουν συγχαρητήρια και να τους ευχηθούν καλή τύχη. Οι μικρές παρέες που σχηματίζονταν θύμιζαν στην Μπάρμπαρα κάτι ζαχαρωτά από γλυκόριζα: στη μέση μια κοπέλα με ροζ μπομπόν ή γαλάζιο μαγιό, τριγυρισμένη από σκούρα καφέ ή μαύρα αδιάβροχα. Βρίσκονταν στην παραλία με τα υπαίθρια λουτρά της πόλης, παρ’ ότι ήταν Ιούλιος, έκανε κρύο κι έβρεχε και οι διαγωνιζόμενες είχαν μελανιάσει και τα γυμνά μέλη τους είχαν ανατριχιάσει. Έμοιαζαν με γαλοπούλες κρεμασμένες στη βιτρίνα του χασάπη. Η Μπάρμπαρα σκέφτηκε ότι μόνο στο Μπλάκπουλ θα μπορούσες με τέτοια εμφάνιση να κερδίσεις σ’ έναν διαγωνισμό ομορφιάς.

NICK HORNBY: ΑΣΤΕΙΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

 

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: το θαύμα μιας δροσιάς μέσα μου βαθιά

Rouk AggelakiΜέσα μου χιλιάδες τραγούδια στοιβάζονται καλοκαιρινά. Ανοίγω το στόμα μου και μες στο πάθος μου προσπαθώ να τους βάλω μια σειρά. Τραγουδώ. Άσχημα. Αλλά χάρη στο τραγούδι μου ξεχωρίζω από τις φλούδες των κλάδων και από τ' άλλα άφωνα ηχεία της φύσης. Η απέριττη περιβολή μου —γκρίζα κι ασβεστένια— μου αποκλείει κάθε παραφορά αισθητισμού κι έτσι αποκομμένος απ' τα φανταχτερά πανηγύρια του χρόνου, τραγουδάω. Άνοιξη, Πάσχα και βιολέτες δε γνωρίζω. Τη μόνη ανάσταση που ξέρω είναι όταν μόλις σηκώνεται κάποιο αεράκι και δροσίζει λίγο τη φοβερή κάψα της ζωής μου. Τότε παύω να ουρλιάζω —ή να τραγουδάω όπως νομίζει ο κόσμος— γιατί το θαύμα μιας δροσιάς μέσα μου βαθιά λέει περισσότερα απ' όλα όσα δημιουργώ για να μην πεθάνω από τη ζέστη.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΘΚ: ΠΟΙΗΣΗ 1963-2011

 

Νίκος Δήμου: ΝΙΝΙ

Dimou Nikos

 

Πώς ξέρει, κάθε φορά πού πονάω,
κι έρχεται κοντά μου
όλο μάτια.
Πώς ξέρει, κάθε φορά που σκέφτομαι,
και κάθεται ακίνητη
να συγκεντρωθώ.
Πώς με νιώθει, πριν από μένα,
και κινείται σωστά,
πατάει άψογα,
στέκεται σίγουρα,
πάντα.
Τόσα χρόνια γάτα μου,
ούτε μία λάθος στιγμή.

Ποιος άνθρωπος,
ποιος άνθρωπος
θα το μπορούσε;

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΓΑΤΩΝ

 

Γιάννης Μπασκόζος: Η σκοτεινή Εκάτη και η φωτεινή Φωτεινή

Mpaskozos GiannisΟ πατέρας σπάνια πήγαινε στην εκκλησία. Κατεβαίνοντας από το Μετς για να πάει στο μαγαζί, στην πλατεία Γαργαρέτας στο Κουκάκι, πέρναγε από τον ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Καμιά φορά έκανε βιαστικά τον σταυρό του, ασυναίσθητα, όπως κοίταγε το ρολόι του — ένα παλιό αριστοκρατικό Venus — για να δει αν είχε αργήσει. Μόνο στην Ανάσταση ήθελε να πηγαίνουμε στην εκκλησία. Πάντα στην ίδια, την Αγία Φωτεινή του Ιλισσού.
Η Αγία Φωτεινή είναι ένα μικρό εκκλησάκι βυθισμένο κάτω από την οδό Καλλιρρόης, εκεί που αρχίζει η Βουλιαγμένης. Δεν το ξέρανε πολλοί. Λέγεται ότι η Φωτεινή ήταν η πρώτη γυναίκα που πίστεψε στον Θεό, γι' αυτό και της φανερώθηκε, επειδή ήταν φωτισμένη. Ο ναός είναι χτισμένος πάνω στα ερείπια του αρχαίου ιερού της σκοτεινής θεάς Εκάτης και δίπλα στο ιερό του Πάνος. Οι χριστιανοί έχτισαν τον ναό τους με τις αρχαίες πέτρες, αλλά δεν μπόρεσαν να ξορκίσουν την αρχαία θρησκεία, καθώς ο μύθος θέλει να τριγυρίζουν ακόμα στον χώρο οι Νύμφες.
Λίγοι ήταν οι πιστοί που κατηφόριζαν την οδό Αναπαύσεως προς το εκκλησάκι. Λίγοι ήταν και οι κάτοικοι της περιοχής, μιας ενδοχώρας που είχε γλιτώσει με νόμο την αντιπαροχή. Η ατμόσφαιρα ιδιαίτερη• βοηθούσε και το τοπίο — στο βάθος οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός και πιο πέρα η Ακρόπολη, όχι τόσο καλά φωταγωγημένη όσο την είδαμε αργότερα.
Κεράκια αγοράζαμε στον δρόμο, ήταν κι αυτό μέρος του τελετουργικού. Η Ανάσταση δεν γινόταν στην εκκλησία, αλλά σε μια εξέδρα που στηνόταν κάτω από τους Στύλους. Ο πατέρας Μάξιμος ξεκινούσε τη λειτουργία μέσα στην εκκλησία και μετά το «Δεύτε λάβετε φως» έπαιρνε το πλήθος και όλοι μαζί, βαδίζοντας πάνω στα βράχια — δεν υπήρχε χαραγμένο μονοπάτι, έπρεπε να προσέχεις πού πατάς —, φτάναμε σε ένα μικρό πλάτωμα, όπου είχε στηθεί μια μικρή εξέδρα. Πίσω του φαίνονταν φωτισμένοι οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός. Όταν έφτανε η στιγμή του «Χριστός Ανέστη», φωτεινές γραμμές έσκιζαν με θόρυβο τον αθηναϊκό ουρανό. Τα λουλούδια των πυροτεχνημάτων φώτιζαν τους Στύλους, την Πύλη του Αδριανού και στο βάθος την Ακρόπολη. Γιόρταζαν οι Νύμφες μαζί με τον αναστηθέντα Ιησού. Η σκοτεινή Εκάτη μαζί με τη Φωτεινή αγία. Ήταν σαν ροκ συναυλία.

ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΣ

 

Orhan Veli Kanık: Ωραίες μέρες

orhan-veli-kanik-1479098876

 

 

Αυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.
Μια τέτοια μέρα παραιτήθηκα
από τη δουλειά μου στο «Ευαγές Ίδρυμα».
Μια τέτοια μέρα άρχισα το κάπνισμα.
Μια τέτοια μέρα ερωτεύτηκα.
Μια τέτοια μέρα ξέχασα
να φέρω αλάτι και ψωμί στο σπίτι.
Μια τέτοια μέρα επιδεινώθηκε η κατάσταση μου
κι άρχισα να γράφω στίχους.
Αυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.

ORHAN VELI KANIK: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΕΊΝΑΙ ΠΛΑΤΕΙΑ

 

 

Alain Badiou, Nicolas Truong: Εγκώμιο για τον έρωτα

Badiou AlainΠιστεύω ότι στον έρωτα υπάρχει η εμπειρία του δυνατού περάσματος από την καθαρή ενικότητα του τυχαίου σε ένα στοιχείο που έχει καθολική αξία. Έχοντας ως σημείο αφετηρίας κάτι που, αναγόμενο στην ατομικότητα του, δεν είναι παρά μια συνάντηση, δηλαδή σχεδόν τίποτα, μαθαίνουμε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε μια εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα. Και μπορούμε μάλιστα να αποδεχτούμε διάφορες δοκιμασίες, μπορούμε να δεχτούμε ακόμα και να υποφέρουμε γι’ αυτό.

ALAIN BADIOU, NICOLAS TRUONG: ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

 

Andrei Tarkovsky: Ποιοί είναι αυτοί που ξέρουν τι καταλαβαίνει ο κόσμος και τι όχι;

Tarkovsky-Andrei «Δεν χρειάζονται πολλά για να αρέσει η τέχνη σε κάποιον: ψυχή ευαίσθητη, λεπτή, ευσυγκίνητη, ανοιχτή στο καλό και το ωραίο, ικανή για αυθόρμητη αισθητική εμπειρία...
Πάντοτε με εξαγρίωνε η στερεότυπη φράση: «δεν τα καταλαβαίνει αυτά "ο κόσμος"». Τι θέλει να πει; Ποιοί είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να εκφράσουν τη «γνώμη του λαού», προβαίνοντας σε δηλώσεις για λογαριασμό του, σαν να εκπροσωπούν την πλειονότητα του πληθυσμού; Ποιοί είναι αυτοί που ξέρουν τι καταλαβαίνει ο κόσμος και τι όχι; τι χρειάζεται και τι θέλει; Έκανε ποτέ κανείς καμιά μελέτη ή την παραμικρή ενσυνείδητη προσπάθεια να ανακαλύψει τα αληθινά ενδιαφέροντα του λαού, του τρόπου σκέψης του, τις προσδοκίες, τις ελπίδες ή και τις απογοητεύσεις του;(...)
Το μόνο που έχει να προσφέρει ο καλλιτέχνης στο κοινό του είναι ότι μένει ανοιχτός και δεν συμβιβάζεται στον αγώνα με το υλικό του. Και το κοινό θα αναγνωρίσει το κόπο του.
Αν αποδεχόμαστε άκριτα το γούστο των θεατών, προσπαθώντας να τους ευχαριστήσουμε, σημαίνει απλούστατα ότι δεν τους σεβόμαστε, ότι θέλουμε μόνο να πάρουμε τα λεφτά τους• αντί να εκπαιδεύουμε το κοινό, προσφέροντας του εμπνευσμένα έργα τέχνης, εκπαιδεύουμε τους καλλιτέχνες πως να εξασφαλίζουν τα εισοδήματα τους. Από την άλλη πλευρά το κοινό θα εξακολουθήσει ανενόχλητα και αυτάρεσκα να πιστεύει πως έχει δίκιο -πεποίθηση που σπάνια είναι δικαιολογημένη. Η αποτυχία μας να αναπτύξουμε τα κριτήρια του κοινού σημαίνει τελικά ότι το μεταχειριζόμαστε με πλήρη αδιαφορία.»
 
 

Νικηφόρος Βρεττάκος: Αν δε μου 'δίνες την ποίηση, Κύριε

Vrettakos Nikiforos1Αν δε μου 'δίνες την ποίηση, Κύριε,
δε θα 'χα τίποτα για να ζήσω
αυτά τα χωράφια δε θα 'ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να 'χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουνε οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημος μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.
Λοιπόν πώς σου φαίνονται; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ' αμπέλια μου;
είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι έχω ακόμη καιρό!
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ' ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται
Ωστόσο
Δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ' ό,τι μου δίνεις
γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα 'ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να 'ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να 'χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: Η ΕΚΛΟΓΗ ΜΟΥ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1933-1991

 

Διδώ Σωτηρίου: Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες

Sotiriou DidoΣτο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.
Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ' άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ' την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ' το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ' έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Πού να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; τί να σκεφτούν; τί να ξεχάσουν; τί να πράξουν; πού να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;
Τρέμαν ακόμα απ' το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ' το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ' αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές….
Κι είπαν: περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ' αλάτι.

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

 

Ivo Andric: Μονοπάτια

Andric Ivo 1961Πάντα, όταν περνούν από τον νου μου μονοπάτια και δρόμοι κάθε λογής, μπροστά μου στέκονται πεισματικά και ανεξίτηλα χαραγμένα τα μονοπάτια πάνω στα οποία πρωτοπερπάτησα ελεύθερα. Κι ήταν στο Βίσιεγκραντ αυτό. Στα τραχιά, ανώμαλα και φαγωμένα μονοπάτια του, όπου όλα ήταν στεγνά και πικρά, δίχως ομορφιά, δίχως χαρά, χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα κι όπου η πικρή μπουκιά που ο κάθε άνθρωπος δεν πρόφταινε να φάει του καθόταν στο λαιμό σε κάθε του βήμα. Εκεί όπου η κάψα κι ο αέρας και το χιόνι κι η βροχή έτρωγαν το χώμα και τους σπόρους μέσα στη γη κι αν κάτι προλάβαινε να φυτρώσει και να καρπίσει το πατούσαν, το δίπλωναν και το τσάκιζαν και θα μπορούσαν να το έβαζαν στη γη ανάποδα, με το κεφάλι χωμένο κάτω, για να του εξαφανίσουν το σχήμα και να το γυρίσουν πίσω, στο πουθενά, εκεί απ’ όπου ξέφυγε και κατάφερε να φυτρώσει. (...)
Τις στιγμές εκείνες που ο κόσμος με κούραζε και με πίκραινε ( αυτός ο κόσμος όπου από κάποια κακή σύμπτωση ζούσα και με χίλια όσα κρατιόμουν στη ζωή) κι όταν ο ορίζοντας σκοτείνιαζε κι η πορεία γινόταν αμφίβολη, άπλωνα μπροστά μου νοερά και με ευλάβεια, όπως ο πιστός τον τάπητα της προσευχής, τα δύσκολα, τα’ ανώμαλα κι απότομα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ που γιατρεύουν κάθε πόνο και ξορκίζουν την κάθε δυστυχία, γιατί τα εμπεριέχουν όλα μέσα τους και τα υπερβαίνουν όλα. Γι αυτό και αρκετές φορές την ημέρα, ξεκλέβοντας την κάθε στιγμή ανάπαυλας και την κάθε ανάσα στο λόγο μου, περνούσα νοερά, λίγο λίγο, από τα δρομάκια αυτά απ’ όπου ποτέ δεν θα ‘πρεπε ν’ απομακρύνομαι. Μέχρι το τέλος του βίου μου θα περνώ, όπως και να ‘ναι, το κομμάτι εκείνο των μονοπατιών και των δρόμων του Βίσιεγκραντ που μου αναλογεί. Και με το τέλος της ζωής μου θα τελειώσει κι αυτή η πορεία. Και τα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ θα χαθούν κι αυτά εκεί όπου χαράζονται όλα τα μονοπάτια, εκεί όπου εξαφανίζονται οι δρόμοι και τα’ αδιέξοδα δρομάκια, όπου δεν υπάρχει πορεία και κούραση κι όπου όλοι οι δρόμοι της γης θα γίνουν ένα ακατανόητο κουβάρι και με την «τελευταία αστραπή» θα καούν μπροστά στα μάτια μας και τα μάτια μας θα σβήσουν κι αυτά, αφού μας έφεραν ως το σκοπό μας και την αλήθεια.
 
 

Massimo Gentile

Gentille Massimo

 

Ξέπλυνε τους άλλους από τα χέρια σου
Κι από τη σκέψη σου,
Άσε τη μέρα να γλιστρήσει
Από το σώμα μου
Σαν κουρασμένο ρούχο
Χαμήλωσα τα φώτα
Έβαλα ψιθυριστά μια μουσική
Έλα λοιπόν
Αφήσου
Για μια ώρα
Πάνω μου
Πριν πάρω αγκαλιά
Τον ύπνο

MASS / AGE VS BODY / WORK - ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

 

Σελίδα 1 από 19

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΜΠΛΟΦΑΔΟΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΑΛΕΤΟ
DODD CRAIG
€5.30 €1.86
(-65%)
Κερδίζετε €3.44
ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΜΕΡ ΕΛΝΤΡΙΤΣ
DICK K. PHILIP
€14.92 €6.71
(-55%)
Κερδίζετε €8.21

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Γιάννης Παλαβός: Γιατί οι άνθρωποι του βιβλιοπωλείου είναι οι ίδιοι αναγνώστες με κριτήριο Τα βιβλία του Γιάννη Παλαβού : Αστείο, Το πτώμα (με τον Τάσο Ζαφειριάδη και τον Θανάση Πέτρου), Σαν Άνγκρε - Τα δάκρυα της Φον Μπράουν (με τον Σωτήρη ...

Κατά τ’ άλλα ...Περισσότερα

Kurt Vonnegut “ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΘΑΡΟ, ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΑΤΕ!” - Kurt Vonnegut, Σφαγείο νούμερο 5

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Friederich Nietzsche: Ο μοναχικός Σιχαίνομαι ν’ ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ. Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Ούτε και τούτο! Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του φόβο δεν προκαλε...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal