Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Σελιδοδείκτης

Γιάννης Υφαντής: Μανθρασπέντα

yfantis giannis

 

 

 

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χθες γεννηθήκαν και πώς ξέρουν κιόλας με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράγματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικωσύνη μια ολόκληρη
αιωνιότητα.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1930-1980

 

 

Τίτος Πατρίκιος: Σε βρίσκει η ποίηση

Patrikios Titos2Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα που πρώτη φορά
αντικρίζεις
για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουν πια περάσει
για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα
για πράγματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ
και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου
γι´ άλλα που επαναλαμβάνονται μ’ ελάχιστες παραλλαγές
για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν
κατάλληλη τιμή
για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού
ή που ήσαν σάπια απ ' την αρχή και δεν το έβλεπες
εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις
για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου
για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα
για πράγματα που τα φοβήθηκες κι απέφυγες
ν’ αναλάβεις
για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δεν σου βγήκαν
γι´ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά
για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις
για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες
και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν...

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: ΣΕ ΒΡΙΣΚΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

 

Ναζίμ Χικμέτ: Για τη ζωή

Hikmet Nazim2Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος
Δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένει τίποτα
Δε θα `χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο
Με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ’ αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μαύρα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα `χεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι

Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σαν να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι, γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν φοβάσαι
Μα έτσι, γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά.

NAZIM HIKMET: ΠΟΙΗΥΜΑΤΑ

 

Κώστας Μόντης: Γράμματα στη μητέρα

Montis Kostas

 

Δεν κατοικούσαμε τα σπίτια, μητέρα,
μας κατοικούσαν,
δεν κατοικούσαμε τα χρόνια, μητέρα,
μας κατοικούσαν,
μας κρατούσαν οι πένες κι έγραφαν,
μας αναπετούσαν οι σημαίες στις εξάρσεις τους...
Είν’ απίστευτο πώς μια σταγόνα αίμα
μπορεί ν’ αλλάξη το χρώμα τ’ ουρανού, μητέρα,
είν’ απίστευτο πώς μια σταγόνα αίμα
μπορεί ν’ ακυρώση το χρώμα της θάλασσας...

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ: ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

 

Κώστας Βάρναλης: Η μάνα του Χριστού

Varnalis Kostas... Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ' από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή με πηγάδι...
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι’ άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κ’ αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

Κι ο κατόχρονος θάνατος θά φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θά φηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει. ...

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ 1904-1975

 

Κώστας Ουράνης: Μάσκες

Ouranis Kostas

 

 

Για να ‘μαι ευχάριστος σε όλους,
-κι ακόμα και στον εαυτό μου-
έκρυψα πάντοτες με μάσκες
που αρέσουνε το πρόσωπο μου
.
κι άλλαξα τόσες στη ζωή μου,
που τώρα πια να μη μπορώ
τ’ αληθινό το πρόσωπο μου
να πω ποιο είναι μήτ’ εγώ!
.
Έτσι, ο θάνατος σα θα ‘ρθει,
δε θα ‘ναι η στέρηση μεγάλη:
θ’ αφήσω μιαν ανυπαρξία
για να περάσω σε μιαν άλλη ...

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

Franz Kafka: Το παράθυρο στο σοκάκι

kafka franz3Όποιος ζει απομονωμένος και επιθυμεί ωστόσο κατά καιρούς να έχει κάποια επαφή, όποιος ανάλογα με τις αλλαγές στην ώρα της ημέρας, του καιρού, των συνθηκών εργασίας και άλλων παρόμοιων παραγόντων θέλει το δίχως άλλο να αντικρίσει ένα κάποιο τυχαίο μπράτσο, από το οποίο θα μπορούσε να κρατηθεί — αυτός δεν θα αντέξει για πολύ χωρίς παράθυρο στο σοκάκι. Και ακόμα και αν δεν ζητά τίποτα συγκεκριμένο και μονάχα πλησιάζει στο περβάζι του ως ένας άνδρας κουρασμένος, με τα μάτια να πηγαινοέρχονται ανάμεσα στον ουρανό και τους θεατές, και δεν θέλει, και έχει το κεφάλι ριγμένο ελαφρά προς τα πίσω, παρ' όλα αυτά θα τον παρασύρουν τα άλογα εκεί κάτω, με τις άμαξες τους και τον θόρυβο τους, και θα τον οδηγήσουν επιτέλους προς την ανθρώπινη αρμονική συνύπαρξη.

FRANZ KAFKA: ΕΡΕΥΝΕΣ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

Γιώργος Ιωάννου: Τα σκυλιά του Σέιχ-Σου

Ioannou Giorgos 2Αφότου κατόρθωσα να διαλέξω μόνος μου το σπίτι που θα κατοικώ, μονάχα οι μοτοσικλέτες και τ' αυτοκίνητα τη νύχτα με ξυπνούν — τα φορτηγά ιδιαίτερα. Αυτό άλλωστε είναι, λίγο πολύ, και το πρόβλημα των κατοίκων όλης της πόλης μας, κι αυτών ακόμα που έχουν την ψυχική αντοχή να κατοικούν στα ψηλά διαμερίσματα και τα ρετιρέ. Και δε φαίνεται πως θα θεραπευτεί ποτέ, εκτός αν γκρεμίσουμε και ξαναχτίσουμε απ' την αρχή τα πάντα. Μα, για την ώρα τουλάχιστο, μια τέτοια λύση δεν μπορεί ούτε να την ονειρευτεί κανένας.
Παλιότερα μας ανησυχούσαν δήθεν οι πετεινοί. Αυτούς καταφέραμε επί των ήμερων μας να τους εξολοθρέψουμε ολότελα, χάνοντας, απλώς και μόνο, μια σπάνια αισθητική απόλαυση. Και το αστείο είναι πως στα σχολεία και τις πνευματικές συναναστροφές ακόμα κατηγορούμε για μαλθακότητα τους ανθρώπους της αρχαίας Σύβαρης, που τίποτα περισσότερο από μας δεν είχαν κάνει.
Οι πετεινοί επέστρεψαν σ' όλη τους τη δόξα ένα διάστημα στην Κατοχή, όμως η απελευθέρωση μας απ' τους Γερμανούς σήμανε πια την οριστική εξαφάνιση τους από τις πόλεις. Ο τουρισμός και οι τουρίστες, η νέα και αβάσταχτη αυτή κατοχή που μας βρήκε, στάθηκε μοιραία τόσο για τους πετεινούς όσο και για τα παλικάρια μας.
Καθώς η κυκλοφορία κοβόταν τότε πολύ νωρίς, μέσα στο γενικό καταλάγιασμα, όλες οι δυνατές φωνές, και οι πιο μακρινές ακόμα, ακούγονταν απίστευτα ξεκάθαρα. Αφήνω πια τους πυροβολισμούς και τις χειροβομβίδες. Γεγονός πάντως είναι πως και η ακοή μας είχε στο έπακρο οξυνθεί, μια και δεν μπορούσε τίποτε άλλο να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τί συμβαίνει στα σκοτεινά γύρω μας. Γνωρίζαμε το περπάτημα των εχθρών μέσα στη νύχτα, το επίμονο πνιχτό βήξιμο των χαφιέδων έξω απ' την πόρτα, τις διαφορές των αντρογύνων, το ροχαλητό των γειτόνων μας, αλλά και τον ανεπαίσθητο γλυκό θόρυβο που κάμναν τα τενεκεδάκια με την μπογιά, όταν τα παιδιά γράφαν στους τοίχους. Ξέραμε πως η γειτονιά μας την άλλη μέρα θα λάμπει από λεβεντιά και αισιοδοξία. Εκείνο όμως που σίγουρα μπορούσες να παρακολουθήσεις και χαρείς κάθε νύχτα ήταν το λάλημα των πετεινών που άρχιζε από κάπου και διαδίδονταν κατόπι από συνοικία σε συνοικία. Τώρα λαλούν οι πετεινοί της Βάρνας, υστέρα της Νεάπολης, της Σταυρούπολης, της Νέας Μαινεμένης, της Ραμόνας, του Παλιού Σταθμού, του Κουλέ Καφέ, της Κασσάνδρου και της Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελίστριας, των Σαράντα Εκκλησιών, της Τούμπας, της Τριανδρίας... Ήταν κάποια παρηγοριά κι αυτό, μια κυκλοφορία, που δεν μπορούσε μάλιστα να την εμποδίσει ο θηριώδης στρατιωτικός διοικητής. Είχαμε αρχίσει και πάλι να μιλάμε για τον καιρό και να κάνουμε προβλέψεις για τις αλλαγές του. Μονάχα απ' τις καθωσπρέπει συνοικίες, Τσιμισκή, Παραλία και Μητρόπολη, δεν ακούγονταν ούτε και τότε λαλήματα πετεινών. Λυπόμουν τους ανθρώπους που καθόντουσαν εκεί. Μια μάγισσα που είχαμε στο σπίτι μας, όταν ξόρκιζε κανένα κακό, του φώναζε αγρία τρεις φορές: «Να πάς εκεί που δε λαλεί πετεινός».
Η αλήθεια είναι πως ανάμεσα στα λαλήματα ακούγαμε και κανένα βραχνό χωνί να ξανοίγεται μες στη βαθιά νύχτα. Δεν ξεχωρίζαμε συνήθως τί αγωνίζονταν να μας αναγγείλει το ηρωικό αγόρι, ξέραμε όμως πολύ καλά πώς θα καταλήξει και ψιθυρίζαμε όλοι μαζί του το συναρπαστικό σύνθημα: «Θάνατος στο φασισμό — Λευτεριά στο λαό!».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Η ΜΟΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

 

Γιάννης Ρίτσος: Ἐρωτικὴ ἱστορία

Ritsos Giannis1Δυὸ χρόνια ἐκείνη τὸν περίμενε, μὲ τὴν ψυχή στὰ δόντια, ὅπως λένε,
κ’ ἐκεῖνος ἦρθε κάποια μέρα, ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης, σὰ νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ τίποτα.
Αὐτό ἀκριβῶς τὴ σκότωσε. Δέν κατάλαβε ἐκεῖνος
πὼς ἦταν πεθαμένη ἀντίκρυ του, μὲ φόντο
ἕνα περίλαμπρο, τετράγωνο, ἀνοιχτό παράθυρο.

Τὴν κοίταζε μ’ ἐρωτικὴν αὐτοπεποίθηση,
μ’ αὐτὴ τὴν εὔκολη, σχεδόν ἐπαγγελματική, ἀσκημένη ἐπιθυμία. Τὸ βλέμμα του
ζεστά ψυχρό τρυπάνιζε κάποια παλιά ναρκωμένη πληγή μές στὰ ὀστά της.

Κ’ ἤτανε μιὰ σκηνή παράξενη κι ὡραία, σὰν κάποιος
νἄχε πεθάνει ἀμίλητος στὴν πολυθρόνα τοῦ ὀδοντιατρείου
κι ὁ γιατρὸς νὰ συνέχιζε ἥσυχα νὰ τοῦ σφραγίζει ἕνα δόντι
ἐνῶ ὁ ἥλιος τοῦ Ἰουνίου λαμποκοποῦσε στὸ καφετί πετσί τῆς πολυθρόνας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

 

Θωμάς Γκόρπας: Παιδικά χρόνια

Gorpas Thomas2"Μεγάλωσα με μπαλωμένα ρούχα, καβάλα σε τοπία όπου έπαιζαν όλες οι μουσικές της μελαγχολίας, έτρεχαν οι ανοιχτές πληγές της δυστυχίας, χαχάνιζαν οι ανοιχτές πληγές της προδοσίας και πότιζαν τα φαρμάκια της κοινωνίας, καινούρια ρούχα ήταν τα φρέσκα χρώματα της ερημιάς, παλιά τραγούδια ήταν κιόλας τα ρεμπέτικα. […]
Μεγάλωσα χωρίς γιαγιά και παραμύθια δίπλα στο τζάκι φτιάχνοντας παιχνίδια μόνος μου, καραγκιόζους, αυτοκινητάκια, αετούς, αξούς, μύλους και σεριτσάλια και τα πούλαγα, με τα λεφτά αγόραζα κουλούρια, καραμέλες, κάστανα, χαλκομανίες, πληγές χρώματα και χρωματιστά όνειρα….
Οι παιδικοί μου κήποι ήταν πράσινα άλογα και τ’ άλογα φαίνονταν πράσινα μέσα από τα τριφύλλια…
Στα έξι μου στο κορμί μου φώλιαζε γεροντικό μυαλό και καρδιά αιώνια νανουρισμένη μ’ αναστεναγμούς, επιθανάτια φιλιά και σκοτεινά τραγούδια.  [...]
Μεγάλωσα με τα “ποιος είσαι συ;”, “Ποιος είναι αυτός;”, “”Μην πας εκεί!”, “Μην πας μ’ αυτούς”, “Κάτσε στ’ αυγά σου!” και “Θεούλη μου, φύλαγε….” έως τα δεκαπέντε μου και μετά σκατά κι απόσκατα….
Πηδάω μάντρα σινεμά καλοκαίρια ’45- ’47, βλέπω Ταρζάν, Ζορρό, Ρομπ΄εν των Δασών, Χονδρό- Λιγνό και Σαρλώ, ακούω τραγούδιι της Ντιάνας Ντάρμπιν γλυκό, πηδάω συρματοπλεγμένα κάγκελα γυμνασίου χειμώνες καλοκαίρια ’47- ’52, ανοίγω με συρματάκι την αποθήκη του γυμναστηρίου κλέβω μουχλιασμένο δίσκο και ρίχνω ελληνική δισκοβολία, κλέβω μουχλιασμένα μπάλα, παίζω βόλεϋ και μπάσκετ, την άλλη μέρα με καλεί ο γυμνασιάρχης…
Δηλητήρια μέσα στο μάτωμα, ντρεπόμουνα τα πάντα, μέσα σ’ αυτή τη ντροπή ζεστάθηκαν ταξίδια που ακόμα δεν έκαμα…"
 
 

Elie Wiesel: Ποτέ δεν θα ξεχάσω

Wiesel ElieΠοτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα, την πρώτη νύχτα που πέρασα στο στρατόπεδο, που μετέτρεψε όλη μου τη ζωή σε μια μακριά, επτασφράγιστη νύχτα.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο τον καπνό.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα προσωπάκια των παιδιών που 'χα δει τα κορμάκια τους να μετατρέπονται σε τολύπες καπνού κάτω από το βουβό γαλάζιο τ' ουρανού.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις φλόγες που έκαψαν για πάντα την πίστη μου.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη σιωπή εκείνης της νύχτας, που μου στέρησε για πάντα την επιθυμία για ζωή.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις στιγμές που σκότωσαν τον Θεό μου, την ψυχή μου και τα όνειρά μου, τα οποία πήραν την όψη της ερήμου.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω όλα αυτά, ακόμα κι αν με καταδίκαζαν να ζήσω όσους αιώνες ζει και ο Θεός. Ποτέ.

ELIE WIESEL: Η ΝΥΧΤΑ

 

Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ο μετανάστης

Papantoniou ZaxariasΟι μεγάλες πράξεις δεν έχουν απολογία. Πήγαινε στο νέον κόσμο! Η γιαγιά του τον είχε φέρει σ’ έναν κήπο, που ο Γιάννης, χωρίς καθόλου να ξέρη την πολιτική του ιστορία, τον βρήκε κήπο θλιβερό και κουτό. Παιδιά δεν ήταν εκεί για να παίξη. Ούτε πουλιά. Είδε μόνο μερικούς ξεσκισμένους και κουτσούς, να ξύνονται καθισμένοι στους πάγκους ώρα πολλή. Κοντά η κυρούλα, μαύρη καθώς η νύχτα, καθώς τα πηγάδια, καθώς τα κοράκια, με το κεφάλι κρυμμένο στη μαντήλα της, συλλογιόταν τους πεθαμένους της, που κοιμούνται στη Νάξο, ενώ μπάλωνε την κάλτσα και κάπου-κάπου φώναζε: «Εδώ, Γιάννη! Μη φεύγεις απ’ την κυρούλα, Γιάννη! Και ξανασώπαινε η γιαγιά, κι άκουγεν ο Γιάννης τη σιωπή της... Μόλις όμως πλησίασε το βράδυ, ένοιωσε κάπου εκεί κοντά χαρωπό βούισμα από τροχούς αμαξιών, πέταλα περήφανων αλόγων, πατήματα ανθρώπων... Ήταν πίσω απ’ το μεγάλο σπίτι πού λέγεται υπουργείο...Ήταν, λέει, ένας μεγάλος δρόμος πού λέγεται οδός Σταδίου... Τόσοι άνθρωποι δεν πέρασαν ποτέ απ’ τη Μάνη. Ούτε στα παραμύθια της κυρούλας δεν ήταν τόσοι άνθρωποι... Μα τί να γίνεται εκεί, πίσω απ’ το μεγάλο υπουργείο; Αυτός ο δρόμος θάναι βέβαια γεμάτος παιγνίδια και γλυκά. Θ' απλώνης και θα παίρνης ένα κόκκινο φασουλή, που θα τον τρως υστέρα, γιατί θάχει ροσόλι μέσα, ένα κίτρινο πουλί, μια μεγάλη δεκάρα. Όμως η κυρούλα φωνάζει: «Εδώ, Γιάννη! Μην παίζης μακρυά, Γιάννη!» Ο Γιάννης έστησε τ' αυτί του άλλη μια φορά και κοίταξε προς τα κει. Φώτα είν' αναμμένα. Θα περνά ο βασιλιάς; Οι στρατηγοί; Ποιος ξέρει! Η κυρούλα είναι σκυμμένη πάντα στο μπάλωμα. Η μαύρη της μαντήλα την εμποδίζει να βλέπη άλλο από την κάλτσα που μπαλώνει. Τώρα άρχισε και το μυρολόγι και κουνεί και το κεφάλι σιγοκλαίγοντας. Αυτές τις στιγμές οι αποφασισμένοι άνθρωποι φεύγουν!

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

Richard Ford: Έτσι ακριβώς η ζωή μας τελειώνει πριν καν το καταλάβουμε.

Ford RichardΤο λυπηρό, φυσικά, με την ενήλικη ζωή είναι ότι διακρίνεις στον ορίζοντα να έρχονται πράγματα στα οποία δεν θα προσαρμοστείς ποτέ. Τα αναγνωρίζεις σαν προβλήματα, ανησυχείς στο έπακρο γι’ αυτά, προβλέπεις, παίρνεις προφυλάξεις και κάνεις διάφορες διευθετήσεις, λέγοντας στον εαυτό σου ότι πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο έκανες μέχρι τώρα τα πράγματα. Μόνο που δεν το κάνεις. Δεν μπορείς. Κατά κάποιον τρόπο είναι ήδη πολύ αργά. Ίσως είναι κάτι ακόμα χειρότερο: ίσως αυτό που βλέπεις να έρχεται από πολύ μακριά δεν είναι πραγματικά αυτό που σε φοβίζει αλλά τα επακόλουθά του, και αυτό που φοβάσαι μήπως συμβεί έχει ήδη συμβεί. Αυτό μοιάζει στην ουσία με τη συνειδητοποίηση ότι όλοι εμείς δεν πρόκειται να ωφεληθούμε από τις σπουδαίες πρόσφατες προόδους της ιατρικής επιστήμης, ωστόσο τις επικροτούμε ελπίζοντας ότι κάποιο εμβόλιο θα είναι εγκαίρως έτοιμο και νομίζοντας ότι τα πράγματα μπορεί ακόμα να βελτιωθούν. Μόνο που και ως προς αυτό είναι πολύ αργά. Και μας λείπει. Κι όπως λέει ο ποιητής: «Ζωή είναι οι τρόποι που μας λείπει η ζωή».

RICHARD FORD: ΗΜΕΡΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

 

Jeff Vandermeer: Ήταν κατ' ουσίαν ασήμαντα

Vandermeer JeffΚατάλαβε το λόγο που άρεσε στη βιολόγο αυτή η γωνιά του κόσμου, το πώς μπορούσες εδώ να χαθείς με εκατό τρόπους. Πώς μπορούσες ως και να γίνεις κάποιος πολύ διαφορετικός από εκείνον που νόμιζες πως ήσουν. Για ώρες ολόκληρες, κατά την αναζήτηση του, οι σκέψεις του βουβάθηκαν. Απαλλάχτηκε από τη φρενήρη του ανάγκη να αναλύει, να ψιλοκοσκινίζει τη μέρα ή την εβδομάδα, και μαζί ξεφορτώθηκε το βάρος και το βουητό της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης και παρεμβολής, που πλέον δεν είχε θέση μες στο κεφάλι του.
Έφερε στο νου του τη σιωπή τότε που, μικρός, ψάρευε στη λίμνη· τις μακριές παύσεις, το τι μπορεί να του έλεγε ψιθυριστά ο παππούς του, σάμπως να βρίσκονταν σε εκκλησία. Αναρωτήθηκε τι θα έκανε άμα δεν κατάφερνε να τη βρει. Θα γυρνούσε πίσω ή θα ενσωματωνόταν στο τοπίο, θα γινόταν μέρος όποιου πράγματος έβρισκε εδώ, θα προσπαθούσε να λησμονήσει ό,τι είχε συμβεί πρωτύτερα και θα 'φτανε να μην είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ' ό,τι ήταν το κύμα στη μάσκα της βάρκας, ο αφρός στην ακτή, ο άνεμος στο πρόσωπο του; Υπήρχε σε αυτή την ιδέα μια παρηγοριά σχεδόν τόσο μεγάλη όσο ήταν η παρόρμηση του να τη βρει, μια παρηγοριά που ο Τζον είχε πολύ καιρό να νιώσει· και πολλά πράγματα τώρα είχαν αφεθεί πίσω, φαίνονταν γελοία ή πλασματικά, ή και τα δύο. Ήταν κατ' ουσίαν ασήμαντα.

JEFF VANDERMEER: Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΟΤΙΑΣ ΖΩΝΗΣ

 

Julio Cortazar: Να καταλάβει ότι τα σημάδια της Θείας Πρόνοιας είναι ανεξερεύνητα

Cortazar Julio 2

Τα γυαλιά κάποιου κυρίου πέφτουν στο πάτωμα και, καθώς χτυπούν πάνω στα πλακάκια, κάνουν έναν τρομερό θόρυβο. Ο κύριος σκύβει να τα πιάσει, αποκαρδιωμένος, γιατί τα κρύσταλλα των γυαλιών είναι πολύ ακριβά, αλλά με κατάπληξη ανακαλύπτει ότι, σαν από θαύμα, δεν έχουν σπάσει.
Αυτός ο κύριος τώρα νιώθει μια βαθιά ευγνωμοσύνη κι αντιλαμβάνεται το γεγονός σαν μια φιλική προειδοποίηση. Έτσι, σπεύδει σ’ έναν οπτικό οίκο κι αγοράζει χωρίς καθυστέρηση μια δερμάτινη θήκη με διπλή προστατευτική επένδυση για κάθε ενδεχόμενο. Μια ώρα αργότερα, του πέφτει η θήκη και, σκύβοντας χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία, ανακαλύπτει ότι τα γυαλιά έχουν γίνει θρύψαλα. Αυτός ο κύριος είναι δύσκολο να καταλάβει ότι τα σημάδια της Θείας Πρόνοιας είναι ανεξερεύνητα και ότι, στην πραγματικότητα, το θαύμα συνέβη τώρα.

JULIO CORTAZAR: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΚΡΟΝΟΠΙΟ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΑΜΑ

 

Γιώργος Χειμωνάς: Στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν

Xeimonas Giorgos-aΕίδα χθες ένα όνειρο που ήταν αγάπη. Σε μια στιγμή γέμισα αγάπη και χαμογέλασα με δάκρυα ήταν σαν έκσταση. Ήρθαν ένα σωρό πρόσωπα κι έρχονταν κι άλλα φάτσες γνωστές κι άγνωστες κι εγώ όλους τους αγαπούσα και περισσότερους ακόμα τόσο πολύ άνοιξε η καρδιά μου και χωρούσαν κι άλλοι πολλοί ακόμα. Ένα πλήθος κρεμάστηκε από την σπάνια κλωστή που έκλωθε εκείνη την ώρα η ψυχή μου κι αυτή άντεχε δεν έσπαζε. Όλα ήταν μια ευτυχία πόσο σας αγαπώ φώναξα θα πεθάνω για σας. Αγαπούσα την κάθε μια μορφή χωριστά και μαζί όλες η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο που το σκόρπιζε ο αέρας το χώριζε σε χίλια κομμάτια κι υστέρα πάλι τα ένωνε η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο που σκέπαζε όλο τον ουρανό λευκό και μεγάλο σας αγαπώ. Ξαφνικά κατάλαβα πως εγώ τους αγαπούσα κι εκείνοι με κοίταζαν μ' ένα μικρό χαμόγελο. Στεκόμουν με ανοιχτά χέρια κι εκείνοι μάκραιναν και τους είπα θάρθω μαζί σας. Με κοίταζαν με άδειο χαμόγελο και προχωρούσαν κι εγώ στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν. Δεν μπορούσα να κάνω βήμα ήμουν σαν φυτό που πάλευε να ξεκολλήσει τις ρίζες του από το χώμα κι ήθελα να τους πάρω από πίσω. Στεκόμουν κι εκείνοι φεύγαν δεν έλεγαν έλα χαμογελούσαν. Έμεινα από τότε μονάχος κι έπαψα να κλαίω η αγάπη στέρεψε κι έπαψε να τρέχει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ: ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ

 

Samuel Beckett: Ω, οι ωραίες μέρες

Beckett Samuel 2

 

 

 

 

...ο Θεός να σ’ ευλογεί, Γουίλλυ, για την καλοσύνη σου, ξέρω πόση προσπάθεια σου στοιχίζει, ξεκουράσου τώρα, δεν θα σε ξαναενοχλήσω, εκτός κι αν είμαι υποχρεωμένη να το κάνω, θέλω να πω, εκτός κι αν εξαντλήσω όλες τις δυνατότητές μου, πράγμα που δεν το πιστεύω, μόνον να σε αισθάνομαι κοντά μου, να ξέρω πως μπορεί και να μ’ ακούς κάποτε, έστω κι αν στην πραγματικότητα δεν το κάνεις, αυτό είναι όλο κι όλο που θέλω...

SAMUEL BECKETT: Ω, ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

 

Martin Page: Περί βροχής

Page Martin

 

Όταν βρέχει, οι άνθρωποι διαβάζουν, πηγαίνουν στον κινηματογράφο και ερωτεύονται, οι καλλιτέχνες δουλεύουν, οι στρατιώτες παραμένουν στα αντίσκηνά τους. Τι κάνουν οι άντρες και οι γυναίκες όταν δεν βρέχει; Μαυρίζουν στις παραλίες, χαζεύουν τις βιτρίνες με τα ρούχα, διοργανώνουν garden parties και σφαγές. Υπάρχουν περισσότεροι πόλεμοι στις χώρες με λίγες βροχοπτώσεις. Οι στρατιώτες και οι παραθεριστές συμμερίζονται την ίδια προτίμηση για τον ήλιο. Τίποτα δεν μοιάζει περισσότερο με αμερικάνικο στρατόπεδο σε κατεχόμενη χώρα όσο μια κατασκήνωση παραθεριστών σε μια φτωχή χώρα. Άλλωστε, ο στρατιωτικός και ο τουρίστας, φέρνουν ο καθένας τη στολή και το όπλο του: στολή εκστρατείας και σορτς, ντουφέκι και φωτογραφική μηχανή.

MARTIN PAGE: ΠΕΡΙ ΒΡΟΧΗΣ

 

Albert Camus: Δεν ήξερα πως η ελευθερία δεν είναι ανταμοιβή, ούτε παράσημο που το γιορτάζουν με σαμπάνια

Camus Albert3Το μεγάλο εμπόδιο για να ξεφύγουμε από την κρίση δεν είναι τάχα το γεγονός ότι πρώτοι εμείς καταδικάζουμε τον εαυτό μας; Πρέπει λοιπόν να επεκτείνουμε την καταδίκη σε όλους, αδιακρίτως, ώστε να την κάνουμε κάπως πιο ήπια. Καμιά δικαιολογία, ποτέ, και για κανέναν, αυτή είναι η αρχή μου, η αφετηρία μου. Αρνούμαι την καλή πρόθεση, το έντιμο λάθος, το στραβοπάτημα, τα ελαφρυντικά. Εγώ δεν συγχωρώ, δεν δίνω άφεση αμαρτιών. Κάνω απλώς την πρόσθεση και ύστερα λέω: «Μας κάνουν τόσα. Είστε διεστραμμένος, σάτυρος, μυθομανής, παιδεραστής, καλλιτέχνης, κ.λπ.» Έτσι. Νέτα σκέτα. Στη φιλοσοφία, όπως και στην πολιτική, είμαι συνεπώς υπέρ της θεωρίας που αρνείται την αθωότητα για τον άνθρωπο και υπέρ της κάθε πρακτικής που τον αντιμετωπίζει ως ένοχο. Βλέπετε στο πρόσωπό μου, φίλτατε, έναν φωτισμένο υπέρμαχο της δουλείας. Δίχως αυτήν, για να λέμε την αλήθεια, δεν υπάρχει οριστική λύση. Αυτό το κατάλαβα πολύ γρήγορα. Άλλοτε, είχα μόνον την ελευθερία στο στόμα. Στο πρόγευμα την άπλωνα πάνω στο ψωμί μου, τη μασούλαγα όλη μέρα, έφερνα στον κόσμο μια ολόδροση ανάσα ελευθερίας. Βομβάρδιζα με τούτη την κυρίαρχη λέξη όποιον διαφωνούσε μαζί μου, την είχα βάλει στην υπηρεσία των πόθων και της δύναμής μου. Την ψιθύριζα στο κρεβάτι, στο αυτί των αποκοιμισμένων φιλενάδων μου, και τούτη η λέξη με βοηθούσε να τις αφήνω στα κρύα του λουτρού. Την τρύπωνα συχνά… Μα τι κάνω, εξάπτομαι και χάνω το μέτρο. Τέλος πάντων, μου έτυχε να κάνω και πιο αφιλοκερδή χρήση της ελευθερίας, και μάλιστα, δείτε κι εσείς ο ίδιος την αφέλειά μου, να την υπερασπιστώ κιόλας δυο τρεις φορές, δίχως να φτάσω ασφαλώς, ίσαμε το σημείο να πεθάνω γι’ αυτήν, διακινδυνεύοντας όμως για χάρη της. Πρέπει να μου συγχωρήσετε αυτές τις απερισκεψίες, δεν ήξερα τι έκανα. Δεν ήξερα πως η ελευθερία δεν είναι ανταμοιβή, ούτε παράσημο που το γιορτάζουν με σαμπάνια. Ούτε και δώρο, άλλωστε, κουτί με λιχουδιές που σε κάνουν να γλείφεσαι. Ω, όχι, κάθε άλλο, είναι αγγαρεία, ένας μαραθώνιος πολύ μοναχικός, πολύ εξαντλητικός. Χωρίς σαμπάνια, χωρίς φίλους να σηκώνουν το ποτήρι τους και να σε κοιτάζουν με τρυφερότητα. Μόνος σε μια θλιβερή αίθουσα, μόνος στο εδώλιο μπροστά στους δικαστές και μόνος για ν’ αποφασίσεις μπροστά στον εαυτό σου ή μπροστά στην κρίση των άλλων. Μετά από κάθε ελευθερία υπάρχει μια δικαστική απόφαση. Να γιατί η ελευθερία είναι πολύ βαριά να τη σηκώσεις, ιδιαίτερα όταν υποφέρεις από πυρετό ή όταν έχεις στεναχώριες ή όταν δεν αγαπάς κανέναν.

ALBERT CAMUS: Η ΠΤΩΣΗ

 

Pierre Merot: Λαβωμένοι συγκρούονται με άλλους λαβωμένους

Merot PierreΔεν παύουμε ν' αγαπούμε αυτούς που αγαπήσαμε. Αλλά από άνθρωπο σε άνθρωπο, από κομμάτι σε κομμάτι, μας αρέσει να πιστεύουμε πως ανασυνθέτουμε σταδιακά ένα παζλ και πως μια μέρα θα σχηματιστεί ένα πρόσωπο. Και πως δεν θα έχουμε πια ανάγκη να ψάχνουμε. Μόνο που στη θέση της συνολικής εικόνας δεν έχουμε παρά την πιο πρόσφατη, κι αυτή δεν διαγράφει τις προηγούμενες. Καμία μορφή δεν λησμονιέται, καμία δεν μας συγκρατεί. Γι' αυτό και η ζωή μας δεν είναι μια διαδοχή από αποτυχίες αλλά μια αβέβαιη κατασκευή ολοκληρωτικά δοσμένη στην αγάπη.
Πόλεμοι γίνονται, μοναξιάς προς μοναξιά. Λαβωμένοι συγκρούονται με άλλους λαβωμένους, και με διακύβευμα την αγάπη. Αυτό που καταλογίζουμε στον άλλο δεν είναι ότι μοιράζεται με μας την ίδια πληγή αλλά ότι βρήκε τα ίδια αντίδοτα. Αγάπη είναι όταν ο καθένας πιστεύει πως ο άλλος βρήκε ένα φάρμακο διαφορετικό, και πως θα τον γιατρέψει. Όμως τον περισσότερο καιρό αγωνιζόμαστε ενάντια σε πλάσματα που μας μοιάζουν υπερβολικά, που υποφέρουν όσο κι εμείς, και ως προς αυτό είναι ακατανίκητα.

PIERRE MEROT: ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

 

Σελίδα 1 από 18

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
GIBBONS HERBERT-ADAMS
€32.00 €9.60
(-70%)
Κερδίζετε €22.40
ΓΥΡΝΑ ΣΠΙΤΙ ΑΓΓΕΛΕ ΜΟΥ
WOLFE THOMAS
€18.02 €9.01
(-50%)
Κερδίζετε €9.01

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Θεοδόσης Βολκώφ: Πολιτείας Υπόγειο Οι ποιητικές συλλογές του Θεοδόση Βολκώφ: Τα τραγούδια της ψυχής και της κόρης, Missa Brevis, Γιουβενάλης. Του Γιώργου, της Ραχήλ και του Μιχάλη. / Ι...

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Γιάννης Υφαντής: Μανθρασπέντα Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια. Χθες γεννηθήκαν και πώς ξέρουν κιόλας με τόση ακρίβεια όλα τα κατσικίσια πράγματα. Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικωσύνη μ...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal