Ο Λογαριασμός μου

Δωρεάν αποστολή για αγορές πάνω από 30€ | Δωρεάν αντικαταβολή | Έως 24 άτοκες Δόσεις | Έως -85% χαμηλότερες τιμές σε πάνω από 150000 τίτλους

Σελιδοδείκτης

Miguel de Unamuno: Ν' ακους τιε βλακείες που πετάνε κάθε μέρα

unamuno

 

... εδώ μ’ έφερε μια νέα κρίση μισανθρωπίας ή, μάλλον, ανθρωποφοβίας, αφού τους ανθρώπους πιο πολύ τους φοβάμαι παρά τους μισώ. Μου κόλλησε κι εμένα εκείνη η αξιοθρήνητη ιδιότητα που δεν είναι άλλη από το να βλέπεις τη βλακεία και να μην μπορείς να την ανεχτείς. Πάντως το χειρότερο δεν είναι να την βλέπεις, αλλά να την ακούς – ν’ ακούς τις βλακείες που πετάνε κάθε μέρα, ανυπερθέτως, νέοι και γέροι, βλάκες και ξύπνιοι• γιατί εκείνοι που περνιούνται για ξύπνιοι λένε και κάνουν τις περισσότερες βλακείες...

MIGUEL DE UNAMUNO: ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΔΟΝ ΣΑΝΔΑΛΙΟ, ΣΚΑΚΙΣΤΗ

 

Lydia Davis: Η ιστορία ήταν παρούσα στο δωμάτιο

DAVIS LYDIAΉταν κάποιο μυθιστόρημα του Φόκνερ, μια χαρτόδετη έκδοση τόσο παλιά ώστε οι σελίδες ήταν κιτρινισμένες, τα εξωτερικά περιθώρια καφετιά, και η κόλλα τόσο εύθρυπτη, ώστε κάθε σελίδα που διάβαζα και τη γύριζα ξεκολλούσε αθόρυβα από τη ράχη, και επειδή δεν έκλεινα το βιβλίο όταν σταματούσα, αλλά το άφηνα ανάποδα ανοιχτό στο περβάζι του παραθύρου πάνω απ' το κρεβάτι μου, δεν ήταν πια ένα δεμένο βιβλίο αλλά μάλλον δυο σωροί, ένας με δεμένες σελίδες κι ένας με σκόρπιες, και το βιβλίο δεν συγκρατούσε πια την ιστορία, και η ιστορία ήταν παρούσα στο δωμάτιο ενόσω διάβαζα για πολλές μέρες ακόμα, θαρρείς και ήταν ελεύθερη μέσα στο δωμάτιο, είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες και πλανιόταν κει μέσα, κάτω απ' το ταβάνι με τα δοκάρια - η ζοφερή ασθένεια της γυναίκας, οι παραδομένες στον δυνατό αγέρα αγριοφοινικιές γύρω από τη φυλακή όπου βρίσκεται ο άντρας, το μεγάλο ποτάμι που βλέπει απ' το παράθυρο του κελιού του, το λεπτό τσιγάρο που δεν καταφέρνει να στρίψει σφιχτά γιατί τα χέρια του τρέμουν ανεξέλεγκτα.

LYDIA DAVIS: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

Otessa Moshfegh: Τα βάσανά τους μου επέτρεπαν να βυθιστώ στα δικά μου.

MoshfeghΜια ενήλικη γυναίκα είναι σαν τα κογιότ - μπορεί να τη βγάλει με ελάχιστα. Οι άντρες μοιάζουν περισσότερο με τις κατοικίδιες γάτες. Αν τους αφήσεις μόνους για μεγάλο διάστημα, πεθαίνουν από τη θλίψη. Με την πάροδο του χρόνου άρχισα να αγαπάω τους άντρες για αυτή τους την αδυναμία. Προσπάθησα να τους σεβαστώ ως ανθρώπους, γεμάτους συναισθήματα, μεταπτώσεις αλλά και ομορφιά. Τους έχω ακούσει, τους έχω καθησυχάσει, έχω σκουπίσει τα δάκρυα τους. Αλλά ως νέα γυναίκα στο Χ-ville δεν είχα ιδέα πως και οι άλλοι άνθρωποι -είτε άντρες, είτε γυναίκες- είχαν αισθήματα βαθιά, όπως τα δικά μου. Δεν είχα οίκτο για κανέναν, παρά μόνο για εκείνους που τα βάσανά τους μου επέτρεπαν να βυθιστώ στα δικά μου.

OTESSA MOSHFEGH: ΑΙΛΙΝ

 

Εμμανουήλ Ροΐδης: Ούτω να συστηθή και εις την Ελλάδα προστατευτική των ψηφοφόρων

Roidis EmanouilΌσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσον μεγαλειτέρα είνε η ασυνειδησία εκείνων πού μας απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είναι ο λαός, τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται, αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλωσύνη του τους δίδει το δικαίωμα να τον γδαίρνουν ως το κόκκαλο, να τον καταδικάζουν εις την βρώμαν, την αρρώστιαν και την ατιμίαν, να φέρνωνται μαζί του καθώς οι άκαρδοι εκείνοι καρραγωγείς, που σκοτώνουν τ' άλογα από το πολύ φόρτωμα και το πολύ ξύλο για το λόγο πού δεν δαγκάνουν και δεν κλωτσούν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου: «Ανάθεμα εις τους λαοπλάνους!»
Την χάριν ταύτην δεν ημπόρεσα να κάμω εις τον δυστυχή νεκροθάπτην, διότι ολίγην έχω φωνήν και δεν αγαπώ τας φωνάς. Αν ενόησα αυτόν καλά, εκείνο το οποίον εζήτει, παραβάλλων τους πολιτικούς μας προς καρραγωγείς, ήτο, καθώς υπάρχουσιν αλλαχού εταιρείαι προς προστασίαν των ανυπερασπίστων πλασμάτων, αλόγων, γάτων, περιστερών και άλλων πτερωτών και μαστοφόρων, ούτω να συστηθή και εις την Ελλάδα προστατευτική των ψηφοφόρων.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ: ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΟΥ

 

Μανώλης Αναγνωστάκης: Θα ‘ρθει μια μέρα

Anagnostakis4Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο
τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς
να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε –θυμήσου– ατέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ένα βράδυ
–ξεχνώ πάνω σε τι– κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο
μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
εκεί θα ‘ρθεις και θα με ζητήσεις
Δε μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς μοναχός του.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971

 

Julian Barnes: Οι χαρές της ειρωνείας

Barnes2Ωστόσο, το να είσαι δειλός δεν ήταν εύκολο. Το να είσαι ήρωας ήταν πολύ ευκολότερο. Αρκούσε να φανείς γενναίος μία στιγμή - όταν τραβούσες το πιστόλι, όταν έριχνες τη χειροβομβίδα, όταν πατούσες τον πυροκροτητή, όταν ξέκανες τον τύραννο και μαζί τον εαυτό σου. Το να είσαι δειλός όμως σήμαινε ότι ξεκινάς μια πορεία που βαστάει σε όλη σου τη ζωή. Δεν μπορείς καν να χαλαρώσεις. Πρέπει να προβλέπεις την επόμενη περίσταση που θα χρειαστεί να βρίσκεις δικαιολογίες, να αμφιταλαντεύεσαι, να ζαρώνεις, να συνηθίζεις ξανά τη γεύση που έχουν οι καουτσουκένιες μπότες και την κατάσταση του ξεπεσμένου άθλιου χαρακτήρα σου. Το να είσαι δειλός απαιτούσε πείσμα, επιμονή και άρνηση αλλαγής, πράγματα τα οποία καθιστούσαν κατά κάποιον τρόπο τη δειλία μια μορφή θάρρους. Χαμογέλασε κάτω από το μουστάκι του και άναψε ένα τσιγάρο. Οι χαρές της ειρωνείας δεν τον είχαν εγκαταλείψει ολωσδιόλου.

JULIAN BARNES: Ο ΑΧΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 

Νίκος Καζαντζάκης: Τον κακό μας τον καιρό

kazantzakis-nikos

 

 

Άσε τους Ρωμιούς να σκοτώνουνται αναμεταξύ τους. Δεν έχει ξοφλημό, ανάθεμά τη για ράτσα! Πόσα χρόνια, πάππου πρόσπαππου, πολεμούμε να την ξεκάνουμε. Τί καταφέραμε; Τον κακό μας τον καιρό! Έναν ξεριζώνεις, δέκα φυτρώνουν... Αν δεν σκοτωθούν, σου λέω, αναμεταξύ τους, σκοτωμό δεν έχουν.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ

 

Oscar Wilde: Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας


Wilde 1Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό. Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας. Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας. Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.
Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού. Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας. Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν. Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα. Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό. Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμο.

OSCAR WILDE: ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΥ

 

Georgi Gospodinov: Και χάνεται στο άπειρο, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

GospodinovΒρίσκεσαι κάπου, σου έρχεται κάτι ιδιοφυές στο μυαλό, έτσι πιστεύεις, οι λέξεις βγαίνουν από μόνες τους, μόλις που τις συγκρατείς, ψάχνεις να βρεις αμέσως στυλό κι ένα φύλλο χαρτί, πάντα είχες πάνω σου τρία στυλό, ψαχουλεύεις, ούτε ένα...
Προσπαθείς να θυμηθείς τις προτάσεις, χρησιμοποιείς πραγματικές τεχνικές απομνημόνευσης, μαζεύεις τα πρώτα γράμματα ή τις πρώτες συλλαβές από κάθε λέξη και φτιάχνεις μια λέξη-κλειδί.
Τρέχεις στο σπίτι, παρατάς τα πάντα, επαναλαμβάνεις σαν προσευχή μέσα σου τη λέξη. Σταματάει ο γείτονας μπροστά από το σπίτι σου, κάνει εκείνη την τρομερή ερώτηση “Πώς είσαι;” και αρχίζει να σου διηγείται κάτι, ανοίγεις το στόμα σου για να πεις πως βιάζεσαι τρομερά κι εκείνη τη στιγμή η λέξη κλειδί πετάει έξω σαν μύγα και χάνεται στο άπειρο, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

GEORGI GOSPODINOV: ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

 

Γιάννης Σκαρίμπας: Το ζήτημα

Skaribas Giannis

 

 

 

Το ζήτημα είναι το γιατί (της γνώσης μου της λίγης
τόσο είναι το φως και τόσο η σκέψη μου εμένα είν' θαμπή)
ν' ανοίξει πρέπει η πόρτα πριν για να μετά συ φύγεις,
κι' όχι να κλείσει από μετά -ενώ συ θάχεις μπει...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ: ΑΠΑΝΤΕΣ ΣΤΙΧΟΙ 1936-1970

 

 

Friedrich Nietzsche: Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα

Nietzsche-Friedrich3

 

Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία; Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια; Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου; Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά. Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει, δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι' αυτό. Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.
Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.

FRIEDRICH NIETSCHE: Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

Marina Abramovich: Όμως, εκεί που πνιγόμουν, σκεφτόμουν ξανά και ξανά

AbramovichΟ πατέρας μου προσπάθησε πολλές φορές να με μάθει κολύμπι, σε πισίνα, στα ρηχά νερά μιας λίμνης, αλλά τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα. Το νερό με τρομοκρατούσε, ειδικά όταν με κάλυπτε ολόκληρη, και το κεφάλι μου μαζί. Στο τέλος η υπομονή του εξαντλήθηκε. Μια καλοκαιρινή μέρα που ήμασταν στην παραλία, μ' έβαλε σε μια μικρή βάρκα με κουπιά και, αφού απομακρυνθήκαμε πολύ από την ακτή, με πέταξε στο νερό σαν σκυλί. Ήμουν έξι ετών.
Πανικοβλήθηκα. Το τελευταίο πράγμα που είδα πριν βυθιστώ στα νερά της Αδριατικής, ήταν τον πατέρα μου να τραβάει κουπί και ν' απομακρύνεται απ' το σημείο, με την πλάτη του γυρισμένη σε μένα. Ούτε καν κοίταξε πίσω. Βυθιζόμουν όλο και περισσότερο, κοπανούσα τα χέρια μου σαν τρελή, το νερό έμπαινε στο στόμα μου.
Όμως, εκεί που πνιγόμουν, σκεφτόμουν ξανά και ξανά πως ο πατέρας μου έφυγε κωπηλατώντας χωρίς καν να κοιτάξει πίσω του, και θύμωσα. Δε θύμωσα απλώς, έγινα έξαλλη. Σταμάτησα να καταπίνω νερό και τότε, μ' έναν παράξενο τρόπο, εκεί που χτυπιόμουν, ανέβηκα στην επιφάνεια και κολύμπησα ως τη βάρκα.
Ο Βόγιο μάλλον με άκουσε, γιατί, παρόλο που ακόμη δεν κοίταζε προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι, με άρπαξε απ' το μπράτσο και με τράβηξε πάνω.
Κάπως έτσι οι αντάρτες μάθαιναν τα παιδιά τους να κολυμπούν.

MARINA ABRAMOVICH: ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΙΧΟΥΣ

 

Γιώργος Σεφερης; Φυγή

Seferis Giorgos 2

 

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Μ.Καραγάτσης: Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!

Karagatsis M2Τον κοιτάει. Είναι νέος - πολύ νέος για καπετάνιος - ως τριάντα χρόνων. Όμορφος άντρας, με κορμί αρμονικό και πρόσωπο αδρό μα γλυκό, όπου γυαλίζουν δυο μάτια χρυσαφιά, χαμογελαστά και εξυπνότατα. «Ένας Έλληνας. Έτσι πάντα φανταζόμουν τους Έλληνες. Πρέπει να του μιλήσω ελληνικά».
- Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ! Ο καπετάνιος σαστίζει.
- Παρντόν, μαμζέλ. Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μιλώ γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά...
- Πώς! Ελληνικά δεν ξέρετε;
- Διάβολε! Είμαι Έλληνας.
- Η φράση που σας είπα είναι ελληνική. Αρχαία ελληνική.
- Δεν αποκλείεται. Αλλά...
- Τι εννοείτε; Σας βεβαιώνω ότι γνωρίζω πολύ καλά τη γλώσσα των προγόνων σας.
- Εγώ ομολογώ πως δεν είμαι τόσο δυνατός στη γλώσσα των προγόνων μου. Έχετε την καλοσύνη να ξαναπείτε τη φράση;
- Ευχαρίστως. Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!
Ο καπετάνιος αναστενάζει, πολύ στενοχωρημένος. Βγάζει από την τσέπη του ένα
σημειωματάριο και ένα μολύβι.
- Παρακαλώ, δεν την γράφετε εδώ; Άμα την δω γραμμένη, ίσως την καταλάβω...
Με χέρι νευρικό, γράφει τη φράση. Ο καπετάνιος τη διαβάζει, και ξεσπάει σε γέλιο ομηρικό.
- Ναύκληρε καλέ καγαθέ, χαίρε! Έτσι προφέρεται, κι όχι όπως το είπατε.
- Μιλώ με την ερασμιακή προφορά. Η δική σας, καθώς βλέπω, είναι εντελώς αλλιώτικη.
- Είναι η σωστή. Μου την εξήγησε ο μικρός αδερφός μου, ένας νέος με μεγάλη μόρφωση. Το αποδείχνει, λέει, η μετρική, η προσωδία... Απόμειναν σιωπηλοί. Κοιτάζονταν και χαμογελούσαν. Κι η Μαρίνα είπε:
- Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, μα δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω Έλληνες. Είδα, λοιπόν, το πλοίο σας, το «Ιμαϊρά»...
- Πώς είπατε; Ιμαϊρά;
- Βεβαίως. Έτσι δε λέγεται το πλοίο σας;
- Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα.

Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΕΙΜΑΙΡΑ

 

Junichiro Tanizaki: Το εγκώμιο της σκιας

Tanizaki

 

 

 

 

 

Η ομορφιά δεν βρίσκεται μέσα στο ίδιο το πράγμα, αλλα γεννιέται από το φώς και το σκοτάδι, μες στις αποχρώσεις της σκιάς των πραγμάτων στην σχέση τους το ένα με το άλλο.

JUNICHIRO TANIZAKI: ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ

 

Hannah Tinti: Αν πρέπει σώνει και καλά να πεθαίνουμε

Tinti-Hannah Ο Άγιος Αντώνιος ζούσε μέσα σε μια καρυδιά και μεταφερόταν με τρόπο μαγικό από χώρα σε χώρα. Κήρυττε στα ψάρια, έστελνε αγγέλους να πιάσουν κλέφτες κι έκανε τα μουλάρια να αρνούνται το σανό και να προτιμούν την όστια. Έσωζε ψαράδες από καταιγίδες, έκανε χιλιάδες αιρετικούς να αλλαξοπιστήσουν, βοήθησε μοναχές να διασχίσουν το Μαρόκο και, ίσως το πιο εντυπωσιακό απ' όλα, ανέστησε ένα αγοράκι εκ νεκρών.
Το αγοράκι είχε βρεθεί θαμμένο στον κήπο του πατέρα του Αγίου Αντωνίου. Ο πατέρας του αγίου συνελήφθη και κατηγορήθηκε για φόνο. Τότε όμως ήρθε ο Άγιος Αντώνιος και άγγιξε το νεκρό παιδί και το ξανάφερε στη ζωή. Το παιδί άνοιξε τα μάτια και κατονόμασε τον πραγματικό δολοφόνο. Στο βιβλίο δεν έλεγε τι έγινε μετά, και ο Ρεν έμεινε με την απορία αν το αγοράκι επέστρεψε στον τάφο του. Δεν του φαινόταν καθόλου δίκαιο. Αν πρέπει σώνει και καλά να πεθαίνουμε, σκεφτόταν ο Ρεν, τουλάχιστον ας πεθαίνουμε μόνο μια φορά.

HANNAH TINTI: Ο ΚΑΛΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

 

Kurt Vonnegut: Έτσι πάει

Vonnegut3Ο άντρας που βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι ήταν ένας πρώην λοχαγός του πεζικού ονόματι Έλιοτ Ροουζγουότερ. Ο Ροουζγουότερ είχε βαρεθεί να είναι μεθυσμένος όλη την ώρα.
Ο Ροουζγουότερ ήταν εκείνος που μύησε τον Μπίλι στον κόσμο της επιστημονικής φαντασίας, και ειδικά στα βιβλία του Κίλγκορ Τράουτ. Ο Ροουζγουότερ είχε μια τεράστια συλλογή χαρτόδετων βιβλίων επιστημονικής φαντασίας κάτω από το κρεβάτι του. Τα είχε φέρει στο νοσοκομείο μέσα σε ένα μπαούλο. Εκείνα τα αγαπημένα, άχαρα βιβλία είχαν μια μυρωδιά που πλημμύριζε την πτέρυγα - σαν φανελένιες πιτζάμες που δεν είχαν αλλαχτεί ένα μήνα, ή σαν ιρλανδικό βραστό κατσαρόλας.
Ο Κίλγκορ Τράουτ έγινε ο αγαπημένος εν ζωή συγγραφέας του Μπίλι, και η επιστημονική φαντασία ήταν το μόνο είδος ιστοριών που διάβαζε.
Ο Ροουζγουότερ ήταν δυο φορές πιο έξυπνος από τον Μπίλι, αλλά εκείνος και ο Μπίλι αντιμετώπιζαν παρόμοιες κρίσεις. Και οι δυο θεωρούσαν ότι η ζωή δεν είχε νόημα, εν μέρει εξαιτίας όσων είχαν δει στον πόλεμο. Ο Ροουζγουότερ, για παράδειγμα, είχε σκοτώσει έναν δεκατετράχρονο πυροσβέστη νομίζοντας πως ήταν Γερμανός στρατιώτης. Έτσι πάει. Και ο Μπίλι είχε δει τη μεγαλύτερη σφαγή στην ιστορία της Ευρώπης, την ισοπέδωση της Δρέσδης με εμπρηστικές βόμβες. Έτσι πάει.
Έτσι λοιπόν και οι δυο έπρεπε να ανακατασκευάσουν τους εαυτούς τους και το σύμπαν τους. Η επιστημονική φαντασία ήταν μεγάλη βοήθεια.
Μια φορά ο Ροουζγουότερ είπε στον Μπίλι κάτι πολύ ενδιαφέρον σχετικά με ένα βιβλίο που δεν ήταν επιστημονικής φαντασίας. Είπε ότι όλα όσα χρειάζεται να ξέρει κάποιος για τη ζωή βρίσκονται στους Αδελφούς Καραμαζόφ του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. «Όμως αυτά δεν είναι αρκετά πια», είπε ο Ροουζγουότερ.

KURT VONNEGUT: ΣΦΑΓΕΙΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΠΕΝΤΕ

 

Emmy Van Deurzen: Μαθαίνουμε να μη λαχταράμε τη συνεχόμενη ηλιοφάνεια

Deurzen-Emmy-van-Τι συμβαίνει λοιπόν με τη δυστυχία; Πρέπει να την υπομένουμε; Πρέπει να την ανεχόμαστε και να έχουμε στόχο να την ξεπεράσουμε; Πρέπει να την αποφεύγουμε σα συμφορά, ή μήπως να την πολεμάμε σαν εχθρό; Η απάντηση είναι απλή και αδιαμφισβήτητη: δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη δυστυχία, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο δεν μπορούμε να αποφύγουμε το αντίθετό της. Όσο ευχάριστη κι αν ήταν η μέρα μας, θα φτάσει ένα ακόμα δειλινό. Ο ήλιος πάντα δύει και η ζεστασιά του φεύγει. Καθώς η μέρα διαδέχεται τη νύχτα, έτσι και η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, είτε μας αρέσει είτε όχι: μαθαίνουμε να ζούμε και με τα δύο, μαθαίνουμε να μη λαχταράμε τη συνεχόμενη ηλιοφάνεια ή να αποφεύγουμε το σκοτάδι. Αυτό που μπορούμε, ωστόσο, να κάνουμε, είναι να έχουμε μία δεκτική συμπεριφορά απέναντι στα αρνητικά και να μάθουμε να εκτιμάμε τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει κάθε φάση της ζωής μας. Αυτό δε γίνεται μόνο με το να ενισχύουμε τα βράδια μας με λάμπες, με ζεστές κουβέρτες και με ασφαλή καταφύγια, αλλά και με το να αντιμετωπίζουμε την εξασθένιση του φωτός με ηρεμία και να μαθαίνουμε να εκτιμάμε το φως των αστεριών. Το να μη χρειάζεται να ζούμε μέσα στον τρόμο είναι ένας από τους βασικούς στόχους του να μάθουμε να ζούμε μία καλή ζωή.

EMMY VAN DEURZEN: Η ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

 

Michel Foucault: Το ερώτημα τού αν μπορείς να σκέφτεσαι διαφορετικά

Foucault

Τι αξία θα είχε η μανία για τη γνώση αν επρόκειτο να μας εξασφαλίσει μονάχα την απόκτηση γνώσεων και όχι, κατά κάποιον τρόπο και όσο αυτό είναι εφικτό, το παραστράτισμα από εκείνο που ήδη γνωρίζουμε; Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που το ερώτημα τού αν μπορείς να σκέφτεσαι διαφορετικά από τον τρόπο που σκέφτεσαι και να αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά από τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα είναι αναγκαίο, για να συνεχίσεις να ερευνάς και να στοχάζεσαι.

MICHEL FOUCAULT: ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠO ΤΑ ''DIS ET ECRITS''

 

Philipp Roth: Ερώτημα

Roth-philip2
 Ποιος είναι προετοιμασμένος για το αφόρητο που του μέλλεται; Ποιος είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία και το ακατανόητο του πόνου; Κανείς.
Η τραγωδία του ανθρώπου που δεν είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία – αυτή είναι η τραγωδία του καθενός.
Ουδέποτε στη ζωή του είχε την ευκαιρία να αναρωτηθεί: “Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι;” Γιατί να μπει στον κόπο, αφού, έτσι όπως ήταν, ήταν τέλεια;
Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι; Ιδού το ερώτημα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση· και ως τότε ήταν τόσο τυχερός που δεν ήξερε καν ότι το ερώτημα υπήρχε.
 
 

Σελίδα 1 από 22

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ
AUHAGEN-STEPHANOS UTE
€16.50 €6.60
(-60%)
Κερδίζετε €9.90
ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΩΤΗ
€8.46 €3.81
(-55%)
Κερδίζετε €4.65

Κατά τ’ άλλα ...Περισσότερα

Νέοι σελιδοδείκτες στη Πολιτεία, από φωτογραφίες του Γιώργου Κομνηνού !

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Miguel de Unamuno: Ν' ακους τιε βλακείες που πετάνε κάθε μέρα ... εδώ μ’ έφερε μια νέα κρίση μισανθρωπίας ή, μάλλον, ανθρωποφοβίας, αφού τους ανθρώπους πιο πολύ τους φοβάμαι παρά τους μισώ. Μου κόλλησε κι εμένα ε...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal MyBank
Verisign Eurobank EFG
Paypal MyBank