Ο Λογαριασμός μου

Δωρεάν αποστολή για αγορές πάνω από 30€ | Δωρεάν αντικαταβολή | Έως 24 άτοκες Δόσεις | Έως -85% χαμηλότερες τιμές σε πάνω από 150000 τίτλους

Σελιδοδείκτης

Ali Sabahattin: Αυτή τη γυναίκα εγώ τη γνώριζα ήδη

sabahattin-ali-kimdirΘυμάμαι μόνον ότι μαρμάρωσα μπροστά στο πορτρέτο μιας γυναίκας που φορούσε ένα γούνινο παλτό. Τι είχε αυτό το πορτρέτο; Δεν μπορώ να το εξηγήσω... ως εκείνη τη στιγμή, δεν είχα συναντήσει γυναίκα με τέτοια παράξενη έκφραση, λίγο άγρια, λίγο υπεροπτική και πολύ έντονη. Το ωχρό πρόσωπο, τα μαύρα φρύδια και τα μαύρα μάτια, τα πυκνά καστανά μαλλιά και κυρίως αυτή η έκφραση αθωότητας και θεληματικότητας συνάμα, η απέραντη μελαγχολία σε συνδυασμό με την ισχυρή προσωπικότητα, σε καμιά περίπτωση δε μου ήταν ξένα. Αυτή τη γυναίκα εγώ τη γνώριζα ήδη... Ήταν ένα κράμα και μια σύνθεση όλων των γυναικών που στοίχειωναν τη φαντασία μου...

ALI SABAHATTIN: Η ΜΑΝΤΟΝΑ ΜΕ ΤΟ ΓΟΥΝΙΝΟ ΠΑΛΤΟ

 

Bret-Easton Ellis: Τη σύγχυση που μου προκαλούσε η ανοησία άλλων ανθρώπων, κι αυτό με είχε ξαφνιάσει

ellis-bretΚάποια στιγμή τα τελευταία χρόνια -δεν μπορώ να πω με σιγουριά πότε ακριβώς- άρχισε να με βασανίζει μια αφόρητη και παράλογη ενόχληση, απ' ό,τι θυμάμαι αρκετές φορές μέσα στην ημέρα. Με ενοχλούσαν πράγματα τόσο ασήμαντα φαινομενικά, τόσο διαφορετικά απ' ό,τι με απασχολούσε συνήθως, που έπρεπε να πάρω βαθιές ανάσες για να διώξω την αηδία και τη σύγχυση που μου προκαλούσε η ανοησία άλλων ανθρώπων, κι αυτό με είχε ξαφνιάσει. Ενήλικες, γνωστοί και άγνωστοι που έσπευδαν να εκφράσουν στα κοινωνικά δίκτυα τις απόψεις τους και τις κρίσεις τους, τις αλόγιστες ανησυχίες τους, πάντα με την ακλόνητη βεβαιότητα πως έχουν δίκιο. Κάθε ανάρτηση, κάθε σχόλιο και κάθε μήνυμα στο Tweeter φαινόταν να εκφράζει μια τοξική συμπεριφορά, ασχέτως αν αυτό ίσχυε πράγματι ή όχι. Εκείνος ο θυμός ήταν κάτι καινούργιο για μένα, κάτι που δεν είχα ξαναζήσει - και συνδυαζόταν με μια ανησυχία, με μια καταπίεση. Κάθε φορά που σέρφαρα στο διαδίκτυο, είχα την αίσθηση πως αντί να λέω απλά τις σκέψεις μου για κάτι, έκανα κάποιο λάθος. Αυτή η ιδέα ούτε που θα μου περνούσε απ' το μυαλό πριν από δέκα χρόνια -ότι δηλαδή μια άποψη μπορούσε να θεωρηθεί λανθασμένη κίνηση- αλλά σε μια κουλτούρα οργής και πόλωσης, άνθρωποι μπλοκάρονταν λόγω των απόψεών τους, άνθρωποι δεν ακολουθούνταν γιατί οι άλλοι ερμήνευαν ό,τι έλεγαν μ' έναν μάλλον ανακριβή τρόπο. Οι φοβισμένοι άρχισαν να κρίνουν αμέσως όλο τον χαρακτήρα κάποιου από ένα προκλητικό ή προσβλητικό μήνυμα και εξαγριώνονταν. Πολλοί δέχονταν επιθέσεις και διαγράφονταν από φίλοι γιατί υποστήριζαν τον «λάθος» υποψήφιο. Ήταν λες και κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τον άνθρωπο από μια σειρά λέξεων που είχαν γραφτεί βιαστικά σε μια μαύρη οθόνη.

BRET-EASTON ELLIS: ΛΕΥΚΟΣ

 

Godfrey-Harold Hardy: Η αθανασία είναι συχνά γελοία ή βάρβαρη

hardyΟ μαθηματικός δε χρειάζεται σοβαρά να φοβάται ότι το μέλλον θα τον αδικήσει. Η αθανασία είναι συχνά γελοία ή βάρβαρη: λίγοι από εμάς θα διάλεγαν να είναι ο Ωγ ή ο Ανανίας ή ο Γαλλίων. Ακόμη και στα Μαθηματικά, η ιστορία παίζει καμιά φορά περίεργες φάρσες. Ο Rolle ποζάρει στα βιβλία του Στοιχειώδους Λογισμού σαν να ήταν ένας μαθηματικός του διαμετρήματος του Νεύτωνα. Ο Farey είναι αθάνατος επειδή απέτυχε να κατανοήσει ένα θεώρημα που ο Haros είχε ήδη αποδείξει πριν από 14 χρόνια. Τα ονόματα πέντε άξιων Νορβηγών βρίσκονται ακόμη στον Βίο του Abel, μόνο εξ αιτίας μιας ενέργειας ενσυνείδητης βλακείας που συνετελέσθη, από τυπολατρεία, εις βάρος του μεγαλύτερου άνδρα της χώρας τους. Αλλά, συνολικά, η ιστορία της επιστήμης είναι δίκαιη, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα στα Μαθηματικά. Κανένα άλλο αντικείμενο μελέτης δεν έχει τόσο καθαρά οριοθετημένα ή ομόφωνα αποδεκτά υψηλά κριτήρια, και οι μαθηματικοί που θυμόμαστε είναι σχεδόν πάντα αυτοί που το αξίζουν. Η μαθηματική δόξα, αν μπορούσε να εξαγοραστεί, θα ήταν μια από τις πιο υγιείς και σταθερές επενδύσεις.

GODFREY-HAROLD HARDY: Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΥ

 

Γιώργος Σαραντάρης: Σημαίνει πως φοβόμαστε

sarant

 

 

 

 

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού.


Σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μάς έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ: ΣΑΝ ΠΝΟΗ ΤΟΥ ΑΕΡΑ

 

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: Η σιδερένια πόρτα άνοιξε

TheotokisΉταν απόγιομα κι είχε έρθει το χινόπωρο. Την αυλή της φυλακής έλουζε ο ήλιος στο βαθυγάλαζον ουρανό, όπου ανάλαφρα ανάλαφρα εταξίδευαν άσπρα διαβατάρικα σύννεφα. Κι οι κατάδικοι, συντροφιές συντροφιές, εκουβέντιαζαν μεταξύ τους, άλλοι όρθιοι, άλλοι καθισμένοι, άλλοι κάνοντας περίπατο. Μαζί τους δεν ήταν πλια ούτε ο Κάης, που 'χε λάβει τη χάρη του, ούτε ο αγιογράφος που μήνες πίσω είχε χτικιάσει, είχε μολύνει κι άλλους κατάδικους, κι είχε πεθάνει μονάχος μία νύχτα στο κελί του, ούτε ο κλέφτης που 'χε καταφέρει να φύγει από τη φυλακή κι είχε πάει να ζήσει με τα φυλαμένα χρήματά του. Κι από τους άλλους κάποιοι είχαν μετατεθεί σ' άλλες φυλακές, άλλοι ήταν ελεύτεροι, κι είχαν έρθει, αντίς, καινούρια πρόσωπα αυτές τες μέρες που το κακουργοδικείο πάλε εδούλευε, άλλοι για πολλά, άλλοι για λίγα χρόνια, ένας κιόλας για όλη του τη ζωή. Κι αυτήν την ώρα ο Τουρκόγιαννος ήταν μέσα στο κελί του κι είχε ξαπλωθεί στο σκληρό του κρεβάτι συλλογισμένος. Αυτός ξακολουθούσε πάντα το έργο του, μα η φυλακή τον είχε γεράσει. Τα κομμένα μαλλιά του και το ακατάστατο μουστάκι του είχαν ασπρίσει, οι πλάτες του είχαν σκεβρώσει περισσότερο, το μέτωπό του είχε ζαρώσει, μα η όψη του ήταν πάντα φαιδρή, κι ήσυχα τα γαληνά του κι αθώα μάτια.

Η σιδερένια πόρτα άνοιξε και μαζί μ' ένα φύλακα εμπήκε μέσα ο Πέτρος Πέπονας. Είχε δικαστεί αυτήν την ημέρα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ : ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

 

Γιάννης Σκαρίμπας: Να, γι' αυτό γκιζιρνάμε

Skarimbas2Εμείς καλλιεργούμε μόνο από έρωτα προς την ελευθερία το ψέμα -ένα ψέμα όλο ποίηση, μιαν αναποδιά όλην οίστρο- ενώ αυτοί είναι αυτόδουλοί του και σκλάβοι του. Η συμφωνία τους είναι ν' αλληλοκλέβουνται έντιμα, ενώ η κλεψιά είναι άτιμη. Είν' η συνθήκη τους τίμια με σήμα κατατεθέν της το ψέμα. Τι μπρίο! Τι μπρίο! Πώς διάλολο συσχετίζουν τα άσχετα; Πώς μπρε μάτια μ' συμβιβάζουν τα άκρα; Είναι όλοι τους "τίμιοι" κατά τον πιο άτιμο τρόπο!... Πού να τους παραβγούμε εμείς οι κακόμοιροι σ' αυτή τους την ανομία τη νόμιμη, σ' αυτή την πεπειραμένη αρετή τους. Είναι πολύ πεζεβένηδες.

Να, γι' αυτό γκιζιρνάμε. Μήτε σπείρουμε, μήτε θερίζουμε γιατί για μας είναι τα χούματα μπρούτζινα και νικέλινη η γη μας. Τα Έθνη, οι πολιτείες, οι τόποι, δεν έχουνε σύνορα στον δικό μας το χάρτη και τα δυο ημισφαίρια μας πέφτουνε λίγα. Η ζωή μας δεν ανέχεται όρια. Εμείς ένα σύνορο ξέρουμε: των σολών μας το πάτι. Είμαστε μεις πολίτες του απείρου, κ' έχουμε κ' εμείς μια σφραγίδα: τον πάτο μας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ: ΤΟ ΘΕΙΟ ΤΡΑΓΙ

 

Γιώργος Ιωάννου: Δεν τους περιμένει εκεί ούτε ξεραΐλα ούτε και μοναξιά.

Ioannou4Περπατώ στους δρόμους και κάθε τόσο ενθουσιάζομαι. «Θεέ μου» λέω «γιατί να μη μας δίνεις περισσότερη ζωή και νιάτα;» Όσο βαριά στεναχώρια κι αν έχω, μ’ ένα καλό περπάτημα σε δρόμους εγγυημένους αλαφρώνει. Προσπαθώ, συνήθως, να κλείνω το βράδυ μου γυρνώντας στο σπίτι από την Εγνατία. Πολλές φορές, κι όταν ακόμα δεν μου ταιριάζει το δρομολόγιο, λοξοδρομώ προκειμένου να περάσω από κει. Και γιατί τάχατες να βιάζομαι να φτάσω στο σπίτι; Τι το σπουδαίο έχω να κάνω; Εκείνη την ώρα, βέβαια, πολλή κίνηση σε πεζούς ο δρόμος δεν έχει. Εκτός κι αν συμβαίνει κανένα έκτατο γεγονός: ματς ή κινητοποίηση. Κάτι άλλο υπάρχει όμως που μου παίρνει την ψυχή. Είναι οι πολλές μοτοσικλέτες που περνούν τρέχοντας αστραπιαία, ιδίως προς τα δυτικά, θαρρείς για να προλάβουν αυτοί που τις κυβερνούν τον έρωτα ή τον ύπνο. Κοντοστέκομαι στο πεζοδρόμιο θαυμάζοντας. «Όπου και να χτυπήσουν, θα τραυματιστούν», συλλογιέμαι. Κι αυτό δεν το λέω ούτε με φόβο, ούτε, φυσικά, με οίκτο, αλλά σχεδόν με βαθύ σεβασμό. Άλλωστε, κι αυτοί καλά ξέρουν τους κινδύνους. Πιάνω θέση δίπλα σε φανάρι της τροχαίας, περιμένοντας δήθεν για να περάσω. Όταν ανάβει το κόκκινο, όλοι μαζί σταματούν, ακόμα και μπροστά μου. Είναι συνήθως συμπαθέστατοι και πάντα γεροδεμένοι. Άλλοι είναι χωρικοί, κι άλλοι δικά μας σαΐνια, εργάτες. Ξέρω καλά τι έκαναν και πού τώρα πηγαίνουν. Γι’ αυτό γυρνούν στα σπίτια τους σα μεθυσμένοι, κρατώντας γερά στα σκέλια τους τις μηχανές. Δεν τους περιμένει εκεί ούτε ξεραΐλα ούτε και μοναξιά.
Αυτό το πράγμα, μάλιστα — πολύ θα το θελα. Αυτό τ’ αλλάζω με την τωρινή μου μοίρα. Με μια βαριά μοτοσικλέτα ν’ αλωνίζω πόλη και προάστια. Να περνώ σαν τη σαΐτα και να σταυροκοπιούνται με δέος όλοι οι νοικοκυράκηδες. Κι από πίσω να ‘ρχεται μ’ ορυμαγδό όλη η παρέα. Να ξεπεζεύουμε όπου μας κάνει κέφι, είτε στα πάρκα είτε στα σκυλάδικα, παραμερίζοντας σκληρά κάθε τι που εμποδίζει και πνίγει τους ανθρώπους που έχουν δυνάμεις για ξόδεμα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

 

Θανάσης Βαλτινός: Όλη την ημέρα εκεί μέσα βόσκαμε

ValtinosΝΑ ΜΑΖΕΨΩ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΝΑ ΤΑ ΘΥΜΗΘΩ ΟΛΑ. Έκανα στο πυροβολικό. Στους άλλους πολέμους με είχαν στα βαρέα. Με ρίξαν στο ορειβατικό έπειτα. Να βγάνουν τα αυτιά αίμα. Έντεκα χρόνια τα δούλεψα. Το καλοκαίρι σε σκηνές, τον χειμώνα στα αμπριά. Λάσπη και υγρασία. Με τη χλαίνη και μια κουβερτούλα μονή, μαδημένη. Έντεκα χρόνια στρατιώτης. Θα 'θελες να ξαναπάς να τα δεις εκείνα τα μέρη; Μπορεί. Τα βλέπω στον ύπνο μου κάτι φορές. Τα βλέπεις; Ναι. Και γω είμαι όπως τότε. Είκοσι χρονών. [...] 
 [...] Πόσες μέρες περπατήσαμε δεν θυμάμαι. Kαταλήξαμε πάντως στο Tσαγκρί. Mέσα, προς την Αγκυρα. Παφλαγονία. Mας πήγαν σε κάποιο χωριό. Nοικιάσαμε εκεί ένα σπίτι. H μάνα μου, η γιαγιά μας, ο μικρός αδερφός μου, εγώ και ο μεγάλος αδερφός μου ο Σταύρος. O μικρός αδερφός λεγόταν Aναστάσιος. Eκεί μας πέθανε ο Σταύρος. Tρελάθηκε πριν. Έλεγε ότι τρέχαν νερά από τους τοίχους του σπιτιού. Tον θάψαμε, δεν θυμάμαι πώς.
 Mετά πέθανε η μάνα μας. Ήμαστουν τσακωμένοι με τη γιαγιά, μεταξύ μας. Kαι πέθανε η μάνα. Πέθανε είκοσι έξι χρονών. Tο ξέρω αυτό από τις θειάδες μου. Tο είχε καταλάβει. Mας πήρε κοντά της. Tην πίστη σας, μας είπε. Nα μην την αλλάξετε. Aυτό θυμάμαι. Ύστερα πέθανε και η γιαγιά, η μάνα της.
 Έμεινα με τον αδερφό μου, δυο χρόνια μικρότερο. Ήταν ένα χωράφι, είχε ένα χόρτο τελείως στρωτό. Mε κάτι μικρά φυλλαράκια. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Kαι αυτό το χόρτο τρωγότανε. Όλη την ημέρα εκεί μέσα βόσκαμε. Δέκα εγώ, οχτώ ο αδερφός μου. Bόσκαμε, αυτή ήταν η τροφή μας.
 

Νίκος Καζαντζάκης: Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική

Kazantzakis-rΣτην Τετάρτη Τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του Δημοτικού. Κοντοπίθαρος, μ' ένα γενάκι σφηνωτό, με γκρίζα πάντα θυμωμένα μάτια, στραβοπόδης. «Δε θωράς, μωρέ, τα πόδια του», λέγαμε ο ένας στον άλλο σιγά να μη μας ακούσει, «δε θωράς, μωρέ, πώς τυλιγαδίζουν τα πόδια του; και πώς βήχει; Δεν είναι Κρητικός». Μας είχε έρθει σπουδασμένος από την Αθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Νέα Παιδαγωγική. Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική• μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος• η Παιδαγωγική έλειπε, θα 'ταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. Έπρεπε, λέει, ό,τι μαθαίναμε να το βλέπαμε και να το αγγίζαμε ή να το ζωγραφίζαμε σ' ένα χαρτί γεμάτο κουκκίδες. Και τα μάτια μας τέσσερα• αταξίες δε θέλει, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα• και σταυρό τα χέρια. Και στο δρόμο, όταν δούμε παπά, να του φιλούμε το χέρι. «Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!» Κι αλήθεια είδαμε• όταν κάναμε καμιά αταξία ή όταν δεν ήταν στα κέφια του, μας ξεκούμπωνε, μας κατέβαζε τα πανταλονάκια και μας έδερνε κατάσαρκα με το βούρδουλα• κι όταν βαριόταν να ξεκουμπώσει, μας έδινε βουρδουλιές στ' αυτιά, ωσότου έβγαινε αίμα.
Μια μέρα έδεσα κόμπο την καρδιά μου, σήκωσα το δάχτυλο:
— Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σκολειό;
Τινάχτηκε από την έδρα, ξεκρέμασε από τον τοίχο το βούρδουλα.
— Έλα εδώ, αυθάδη, φώναξε, ξεκούμπωσε το πανταλόνι σου.
Βαριόταν να το ξεκουμπώσει μόνος του.
— Να, να, να, άρχισε να βαράει και να μουγκρίζει.
Είχε ιδρώσει, σταμάτησε.
— Να η Νέα Παιδαγωγική, είπε, κι άλλη φορά σκασμός!
Ήταν όμως και πονηρούτσικος ο σύζυγος της Νέας Παιδαγωγικής. Μια μέρα μας λέει: «Αύριο θα σας μιλήσω για το Χριστόφορο Κολόμβο, πώς ανακάλυψε την Αμερική. Μα για να καταλάβετε καλύτερα, να κρατάει καθένας σας κι από ένα αυγό• όποιος δεν έχει αυγό, ας φέρει βούτυρο!».

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ

 

Rudyard Kipling: Σαν τα άλογα

Kipling

  

Η διαμαντένια αυγή ξύπνησε ανθρώπους και κοράκια και ταύρους – όλους μαζί. Ο Κιμ ανακάθισε και χασμουρήθηκε, τινάχτηκε κι ρίγησε από ευχαρίστηση. Έβλεπε τον κόσμο πραγματικά, αληθινά• αυτή ήταν η ζωή έτσι όπως την ήθελε – όλο φούρια και φωνές, ιμάντες που σφίγγουν, καμτσίκια που σφυρίζουν και ρόδες που τρίζουν, φωτιές που ανάβουν και τροφές που μαγειρεύονται, καινούργια πράγματα να δεις όπου κι αν στρέψεις το ευχαριστημένο μάτι σου. [...]

…στη δική μου καρδιά οι θρησκείες είναι σαν τα άλογα. Καθεμιά αξίζει στη δική της χώρα. […] Κι οι καρδιές σαν τα άλογα είναι. Πάνε κι έρχονται ό,τι κι αν κάνουν τα γκέμια και τα σπιρούνια.

RUDYARD KIPLING: ΚΙΜ

 

Leon Tolsroi: Ήθελα τις συγκινήσεις, τους κινδύνους και την αυτοθυσία

Tolstoi L

 

 Μα ο έρωτάς μου παρέμενε στάσιμος και αναπτυσσόταν πια και, εκτός από τον έρωτα, κάποιο νέο ανησυχητικό συναίσθημα άρχιζε να τρυπώνει στην ψυχή μου. [...] Λαχταρούσα την κίνηση, κι όχι μια ζωή που να κυλάει ήρεμα. Ήθελα τις συγκινήσεις, τους κινδύνους και την αυτοθυσία για το αίσθημά μου. Μέσα μου ένιωθα μια πληθώρα δυνάμεων που δεν είχε καμία θέση στην ήρεμη ζωή μας. [...] ... ήμουν ευτυχισμένη. Με βασάνιζε όμως το γεγονός ότι η ευτυχία αυτή δεν μου κόστιζε κανέναν κόπο, καμιά θυσία. [...] Τον αγαπούσα κι έβλεπα ότι ήμουν το παν γι’ αυτόν. Ήθελα όμως να μάθουν οι πάντες τον έρωτά μας, να μ’ εμποδίσουν να τον αγαπάω και, παρ’ όλα αυτά, εγώ να τον αγαπάω. 

LEON TOLSTOI: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

 

James D Vance: Τον τελευταίο κανόνα δεν τον λέγαμε ανοιχτά

Vance J DΣτο νοτιοδυτικό Οχάιο των παιδικών μου χρόνων, μαθαίναμε της αξία της μπέσας, της τιμής και της μαγκιάς. Η μύτη μου πρωτομάτωσε σε ηλικία πέντε ετών και το μάτι μου πρωτομαύρισε στα έξι. Και οι δύο αυτοί καβγάδες ξεκίνησαν όταν κάποιος πρόσβαλε τη μητέρα μου. Αστεία για τις μάνες δεν επιτρέπονταν ποτέ. Η Μέμω και ο Πάπω [γιαγιά και παππούς] μου δίδαξαν τις βασικές αρχές του βίαιου καβγά: δεν ξεκινάς ποτέ καβγά• αν ο άλλος ξεκινήσει τον καβγά, εσύ θα είσαι αυτός που θα τον τελειώσει• και, μολονότι δεν ξεκινάς ποτέ τον καβγά, μπορεί να επιτρέπεται να τον ξεκινήσεις αν κάποιος προσβάλει την οικογένειά σου. Τον τελευταίο κανόνα δεν τον λέγαμε ανοιχτά, αλλά ήταν ξεκάθαρος.

JAMES D VANCE: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΙΛΜΙΛΗ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙς ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

 

Sherwood Anderson: Ο θάνατος είναι σημαντικός

andersonΟ ήλιος λάμπει. Ο οδηγός του τρένου διασχίζει την αποβάθρα και μιλάει στον σταθμάρχη. Γελάνε δυνατά με το αστείο τους. 
Ο οδηγός είναι από εκείνο το είδος των πρόσχαρων ανθρώπων. Τα μάτια του λάμπουν, όπως λένε. Λέει το ίδιο αστείο σε κάθε σταθμάρχη, σε κάθε τηλεγραφητή, σε κάθε αχθοφόρο, σε κάθε υπεύθυνο ασφαλείας, σε όλη τη διαδρομή. Οι οδηγοί επιβατικών τρένων είναι κάθε λογής.
Να, βλέπετε, περνάει η γυναίκα που ο άντρας της πέθανε και μεταφέρεται κάπου για να ταφεί. Κόβουνε αμέσως τα αστεία, το γέλιο τους. Σιωπούν. 
Δημιουργείται ένα μικρό μονοπάτι σιωπής από τη γυναίκα με τα μαύρα, την κόρη και τον χοντρό αδερφό. Το μικρό μονοπάτι σιωπής ξεκίνησε μαζί τους, στο σπίτι τους, συνεχίστηκε μαζί τους στους δρόμους προς το σιδηροδρομικό σταθμό, θα τους συνοδεύει στο τρένο και στην πόλη όπου πηγαίνουν. Είναι ασήμαντοι άνθρωποι, όμως έγιναν ξαφνικά σημαντικοί.
Είναι σύμβολα Θανάτου. Ο Θάνατος είναι σημαντικός, κάτι μεγαλειώδες, έτσι δεν είναι;

SHERWOOD ANDERSON: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

 

Νίκος Καββαδίας: Γράμμα στη Φραντζέσκα Ιωάννου Λαγωνίκα

kavadiasΝήστεψα για να μπορέσω να σου γράψω τούτο το γράμμα. Και προσευχήθηκα. Ο ειδωλολάτρης. Εκείνη η μικρή κάρτα που έλαβα ήταν γιομάτη από ένα κόσμο. Από χιλιάδες κόσμους. Πρώτη φορά πήρα ένα τέτοιο δείγμα ανθρωπιάς, καλοσύνης! Το φύλαξα. Θα το φυλάω, θα με προστατεύει. Το πρωινό σου τηλεφώνημα ήταν κάτι χαρμόσυνο. Μ' έκανε να φύγω για το πρώτο φετινό ταξίδι πιο ήρεμος, πιο καλός και τιμιότερος. Ταλαιπωρήθηκα στην Αθήνα. Έφυγα χρεώστης. Για πρώτη μου φορά δε μου φταίει κανείς. Εγώ φταίω που καμιά φορά (σπάνια) ξεγελιέμαι και πιστεύω για μια στιγμή πως η ζωή είναι όμορφη. Βρίσκω καλό κι ό,τι δεν είναι και τα κάνω μούσκεμα και θολό νερό. Όμως μόλις βγήκαμε τα "Σαράντα κύματα" έριξα ένα μπουγέλο θάλασσα από την κορυφή ως τα νύχια. Τρεις ανθρώπους γνώρισα να περπατάνε στέρεα στα δυο τους πόδια. Ο ένας ήταν Μαλαίσιος, ο άλλος Εγγλέζος. Ο τρίτος ήταν ο άντρας σου. Δεν πίστευαν καθόλου τα ίδια πράγματα. Δεν γνωρίζονται όμως μοιάζουν και οι τρεις στη λεβεντιά, τη δύναμη και την καλοσύνη. Θα ξανάρθω να σας δω, να καθίσουμε σε κείνο το φωτεινό δωμάτιο με το τζάκι και θα σου πω παραμύθια. Δε θα σε κουράσω. Όμως θα σε κάνω να νυστάξεις και κατόπι θα φύγω περπατώντας ξυπόλυτος. Τα σκυλιά σου θα με πάνε ως την εξώπορτα και θα μου γλείφουν τα χέρια γιατί θα καταλαβαίνουν την αγάπη μου για όλους σας.

Ο πιο αφοσιωμένος φίλος σου Κόλιας.

 ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΛΑΣΑΚΗΣ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Αντώνης Σαμαράκης: Ζητείται ...

samarakisΤου φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Είχε την αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!» Σαν να ήταν έγκλημα αυτό. Σαν να είχε ένα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σαν να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους.

Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία… Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δε. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στο διάολο η ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Oύτε αριστερός ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε, και τώρα δεν έχει ελπίδα, και που νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι θα 'χουν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά να 'χουν.

Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: η Ινδοκίνα, η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λογους, οι «Μικρές Αγγελίες»…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζιπ εν καλή καταστάσει…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικός…

Έβγαλε την ατζέντα του, έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε με το μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπίς

Ύστερα πρόσθεσε το όνομά του και τη διεύθυνσή του. Φώναξε το γκαρσόνι. Ήθελε να πληρώσει, να πάει κατευθείαν στην εφημερίδα, να δώσει την αγγελία του, να παρακαλέσει, να επιμείνει να μπει οπωσδήποτε στο αυριανό φύλλο.

 ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ: ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Η θάλασσα

Xristianopoulos4

 

 Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: 

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις. 
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους – 
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις, 
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, 
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι. 
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα 
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει. 
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: 
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Προβλήματα προσφύγων

fayeΣτον Κρατικό Συνοικισμό, οι γείτονες ήταν, ως επί το πλείστον, από τη Ρουάντα κι είχαν εγκαταλείψει τη χώρα τους για να γλιτώσουν από τους σκοτωμούς, τις σφαγές, τους πολέμους, τους διωγμούς, τις εκκαθαρίσεις, τις καταστροφές, τις πυρκαγιές, τις μύγες τσε τσε, τις λεηλασίες, τις φυλετικές διακρίσεις, τους βιασμούς, τα εγκλήματα, τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Όπως κι η οικογένεια της μαμάς, είχαν αφήσει πίσω τους αυτά τα προβλήματα για να βρουν μπροστά τους άλλα προβλήματα στο Μπουρούντι – τη φτώχεια, τον αποκλεισμό, το ότι ανήκαν στη μειονότητα, την ξενοφοβία, την απόρριψη, τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, την κατάθλιψη, τη νοσταλγία για την πατρίδα, τη νοσταλγία, γενικότερα. Προβλήματα προσφύγων.

GAEL FAYE: ΜΙΚΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

 

Γιώργος Χειμωνάς: Ο εχθρός του ποιητή

Xeimonas-apanta-ftΑπό καιρό, από χρόνια πολλά ακολουθεί τον ποιητή ένας μυστηριώδης πρίγκιπας του πολέμου. Κανένας δεν γνωρίζει ποιος είναι. Τη γενιά του το όνομά του το σκοπό του. Είναι πάντα μονάχος με σιωπή και σαν από ένα καθήκον ακολουθεί τον Γκουένκ Χλαν [τον ποιητή]. Στο τέλος τον υποτάσσει. Την ανύπαρκτη σχέση του μ’ αυτόν τώρα την κάνει σχέση. Αλλά μια σχέση τρομερή άδικη. Ανεξήγητη ως το τέλος. Με μιαν ανεξιχνίαστη κακία βασανίζει ταπεινώνει αναίτια τον ποιητή του βγάζει τα μάτια. Τον κλείνει στην φυλακή κι ο ποιητής πεθαίνει όμως αυτό δεν έχει σημασία.
Γιατί εχθρός του ποιητή δεν μπορεί να είναι ο θάνατος.
Ο ποιητής δεν φοβάται το θάνατο το λέει. Ο θάνατος είναι φυσικός η ποίηση είναι υπερφυσική. Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο άγνωστος εχθρός του ποιητή. Ο προαιώνιος κακούργος των ποιητών.
Τότε άκουσα τον οιωνό με το κλειστό το στόμα. Μοίρα του ποιητή είναι η τιμωρία. Χωρίς κανένα έλεος χωρίς αιτία χωρίς να υπάρχει έγκλημα. Ο χριστιανός είναι ένα άγνωστο αδυσώπητο πλάσμα κακό. Έχει αποστολή κι υπόσταση να ταπεινώσει να τρομάξει. Να βασανίσει ν’ αφανίσει τον ποιητή.
Γιατί ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό.
Η ποίησή του κι η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν.
Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό εχθρό. Έτσι ζει πάντα ο ποιητής. Απειλημένος καταπατημένος δικασμένος. Μέσα στο σκοτάδι γιατί άγρια τον τύφλωσαν. Με θανάσιμη αγωνία με μεγάλες κινήσεις στον αέρα. Φυλάγεται αλλά έρχεται πάντα η ώρα που θα τρομάξει και θα νικηθεί.
Τον ήξερα από πάντα αυτόν το πρώτο νόμο της ποίησης κι εγώ ξέρω το νόημα της αναίτιας τιμωρίας της. Ότι η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία. Τέτοιο είναι πάντα το τέλος των ποιητών να καταστρέφονται χωρίς αιτία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ: ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΕΖΑ

 

Νίκος Καχτίτσης: ἄρχισαν νὰ μᾶς ἐνοχλοῦν μὲ τὴ στάση τους ἐχθροὶ καὶ φίλοι, νὰ μᾶς ἀποφεύγουν ὅλοι ...

KaxtitsisΘέλω νὰ σᾶς ἔχω κοντά μου ἀπόψε, νὰ σᾶς μιλάω ὧρες. Τὸ παραδέχομαι ὅτι εἶναι ἐγωιστικὸ ἐκ μέρους μου, ἀλλὰ τέλος πάντων. Ἂς ἐλπίσω, τουλάχιστον, πὼς ἡ παρουσία μου δὲ σᾶς εἶναι κουραστική, πράγμα ποὺ δὲν ἀμφιβάλλω. Μὲ λένε Γερτρούδη Στέρν, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ φωνάζετε Γκέρτα, ποὺ μὲ κολακεύει περισσότερο, γιατὶ τὸ Γερτρούδη τὸ βρίσκω πολὺ συνηθισμένο. Ὅπως θὰ καταλάβατε ἀπὸ τὸ ὄνομά μου, κι ἀπὸ τὶς ξενικὲς ἀποχρώσεις τῆς φωνῆς μου (γιατὶ ὅλοι μοῦ τὸ λένε), εἶμαι Αὐστριακιά, γεννημένη στὴ Βιέννη ἀπὸ πατέρα Ἑβραῖο καὶ μητέρα καθολικιά. [...] Προτοῦ γίνουν οἱ γάμοι, οἱ γονεῖς μου εἶχαν συμφωνήσει ἂν τὸ παιδὶ γεννιόταν ἀρσενικό, νὰ τὸ κάνουν Ἑβραιόπουλο• ἂν ἦταν θηλυκό, νὰ τὸ βάφτιζαν καθολικό, ὥστε νὰ μὴν ἔχει παράπονο κανένας - εἴτε ἀπὸ τοὺς ἴδιους, εἴτε ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς, προπαντὸς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μαμᾶς μου, ποὺ εἶχαν ἀντιταχτεῖ σ᾽αὐτὸ τὸ γάμο. Ἔτσι, ὅταν μπῆκαν οἱ Γερμανοὶ στὴ χώρα μας, δὲν εἴχαμε κανένα φόβο — γιατὶ ὁ μπαμπάς μου εἶχε πεθάνει ἐν τῷ μεταξύ, κι ἐγὼ ἤμουνα τὸ μόνο τους παιδί— καὶ ἐξακολουθούσαμε νὰ ζοῦμε στὸ ἰδιόκτητο σπίτι μας, ποὺ χωρὶς νὰ θέλω νὰ τὸ παινευτῶ ἦταν στὴν καλύτερη συνοικία τῆς Βιέννης [...]  Σὲ κανένα χρόνο, ὅμως, μὲ τοὺς πρώτους διωγμοὺς τῶν Ἑβραίων, ἄρχισαν νὰ μᾶς ἐνοχλοῦν μὲ τὴ στάση τους ἐχθροὶ καὶ φίλοι, νὰ μᾶς ἀποφεύγουν ὅλοι ...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ: Η ΟΜΟΡΦΑΣΧΗΜΗ

 

Gunter Grass: Τα βιβλία ήταν από νωρίς το σανίδι που λείπει από τον φράχτη

Grass GunterΌταν καλώ το αλλοτινό αγόρι που ήμουν στα δεκατρία μου, το ανακρίνω αυστηρά και νιώθω τον πειρασμό να το δικάσω, να το καταδικάσω ει δυνατόν σαν ξένο που τα δεινά του με αφήνουν παγερά αδιάφορο, βλέπω μπροστά μου έναν διαρκώς μορφάζοντα πιτσιρικά μετρίου αναστήματος με κοντοπαντέλονο και κάλτσες μέχρι το γόνατο. Με αποφεύγει, δεν θέλει να δικαστεί, να καταδικαστεί. Καταφεύγει στην αγκαλιά της μάνας, φωνάζει: «Μα ήμουν παιδί, παιδί…»
Προσπαθώ να το καθησυχάσω και το παρακαλώ να με βοηθήσει στο ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού, αλλά αρνείται να δώσει πληροφορίες, δεν θέλει ως πρώιμη αυτοπροσωπογραφία μου να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Δεν μου δίνει το δικαίωμα να το «διαλύσω», όπως λέει, και δη «αφ’ υψηλού».
Τώρα κλείνει τα μάτια που γίνονται δυο σχισμές, σφίγγει και παραμορφώνει τα χείλια, φέρνει το στόμα σε ανήσυχη στραβή θέση και ενώ δουλεύει τον μορφασμό του σκύβει πάνω από βιβλία, έχει φύγει, δεν τον προλαβαίνω πια.
Τον παρατηρώ καθώς διαβάζει. Αυτό, μόνον αυτό κάνει υπομονετικά. Όταν διαβάζει, βουλώνει τα αυτιά με τους δείκτες για να προστατευτεί από τη χαρούμενη φασαρία της αδελφής. Τώρα εκείνη τερετίζει, σιμώνει. Πρέπει να έχει το νου του, γιατί της αρέσει να του κλείνει το βιβλίο, θέλει να παίξει μαζί του, μόνο το παιχνίδι έχει στο μυαλό της, είναι σίφουνας. Την αδελφή του την αγαπά μόνο εξ αποστάσεως.
Τα βιβλία ήταν από νωρίς το σανίδι που λείπει από τον φράχτη, οι τρύπες διαφυγής σε άλλους κόσμους. Τον βλέπω όμως επίσης να στραβομουτσουνιάζει, όταν δεν κάνει τίποτε, στέκει ανάμεσα στα έπιπλα του καθιστικού και φαίνεται τόσο αφηρημένος, που η μάνα του πρέπει να του φωνάξει: «Πού ταξιδεύεις πάλι; Τι σκαρώνεις πάλι;

GUNTER GRASS: ΞΕΦΛΟΥΔΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ

 

Σελίδα 1 από 25

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΟΥΑΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΣΕΞ
ΠΛΑΤΗΣ ΝΙΚΟΣ
€8.86 €3.54
(-60%)
Κερδίζετε €5.32
Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΧΡΗΣΜΩΝ
AUSTER PAUL
€16.96 €6.78
(-60%)
Κερδίζετε €10.18

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Ali Sabahattin: Αυτή τη γυναίκα εγώ τη γνώριζα ήδη Θυμάμαι μόνον ότι μαρμάρωσα μπροστά στο πορτρέτο μιας γυναίκας που φορούσε ένα γούνινο παλτό. Τι είχε αυτό το πορτρέτο; Δεν μπορώ να το εξηγήσω... ως ...

Βρείτε μας στο...

Verisign Eurobank EFG
Paypal IRIS