Ο Λογαριασμός μου

Δωρεάν αποστολή για αγορές άνω των 30€ | Δωρεάν αντικαταβολή | Έως 24 άτοκες δόσεις | Έως -85% χαμηλότερες τιμές σε πάνω από 300.000 τίτλους

Σελιδοδείκτης

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: κι’ ο εφιάλτης πως κάποτε θα ξυπνήσουμε μη έχοντας τίποτε να πούμε

aslanoglouΠάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη. Αυτή η ακαθόριστη αίσθηση
στις ανθισμένες βραγιές κι’ ένα ρίγος λεπτό
κι’ οι φωνές των παιδιών στο γήπεδο όταν το απόγευμα διυλίζει το φως
κι’ οι φίλοι μου να περιμένουν το καλοκαίρι, τι κι’ αν γινόταν αργότερα
μια θάλασσα μεσημεριού με ξέθωρον ήλιο
πετράδι δουλεμένο να φέγγει στη νύχτα. Πόλη μου αγαπημένη
πολύβουη μα ερημική, πολύκοσμη μα απρόσιτη βιτρίνα νεωτερισμών
ψευτίζοντας τη ζωή μας.
Αυτή η θηλυκιά εποχή
στιφή, παράξενη σα γριά, με τις εύκολες συζητήσεις
την πολλή συνάφεια, τη λιγοστή κατανόηση, την απέραντη μοναξιά
κι’ ο εφιάλτης πως κάποτε θα ξυπνήσουμε μη έχοντας τίποτε να πούμε
ανάμεσα στα βήματα αυτά, πηγαίνουν και πάλι ξανάρχονται
κι’ ύστερα σβήνουν στο διάδρομο· ανάβουνε το φως της σκάλας
μα δεν ακούγεται κανείς.

ΝΙΚΟΣ-ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ: Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

 

Jean-Paul Dubois: Επιστρέφοντας απ’ τους περίπατους, ο εξωτερικός αέρας σταματά στο κατώφλι

duboisΟ εγκλεισμός έχει μια δυσάρεστη οσμή. Αποφορά από το μούλιασμα άσχημων σκέψεων, μυρωδιές από βρώμικες ιδέες που σέρνονται σχεδόν παντού, έντονες αναθυμιάσεις από παλιές νοσταλγικές στιγμές. Ο αέρας, ο οποίος είναι εξ ορισμού ελεύθερος, δεν μπαίνει ποτέ εδώ μέσα. Εισπνέουμε τις ανάσες μας μέσα σε κλειστό δοχείο, κοινές αναπνοές φορτωμένες με τρίμματα κοτόπουλου και σκοτεινά σχέδια. Ακόμη και τα ρούχα, τα σεντόνια, οι επιδερμίδες, καταλήγουν να εμποτίζονται μ’ αυτές τις αναθυμιάσεις που δεν μπορείς ποτέ να τις συνηθίσεις. Επιστρέφοντας απ’ τους περίπατους, ο εξωτερικός αέρας σταματά στο κατώφλι των περιστρεφόμενων θυρών και η μετάβαση είναι πάντα απότομη. Μια αόριστη ναυτία έρχεται αμέσως να μας υπενθυμίσει ότι ζούμε κι αναπνέουμε μέσα σε μια κοιλιά που μας κουβαλά μέσα της και μας χωνεύει αργά-αργά, προτού τελικά μας αποβάλει, περισσότερο για να μας ξεφορτωθεί παρά για να μας δώσει πίσω την ελευθερία μας.

JEAN-PAUL DUBOIS: ΔΕΝ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΡΟΠΟ

 

Κωστής Παπαγιώργης: Υπάρχει ένας άταφος βιωμένος χρόνος που κληροδοτείται

papagiorgisΠάντα μέσα από ένα διάτρητο παρόν, ο θάνατος πλήττει το μέλλον, όχι το παρελθόν. Ο νεκρός έζησε, αλλά δεν μπορεί να ξαναζήσει, ούτε να αλλάξει κάτι από τα όσα ήδη έχουν παρέλθει. Η ορφάνια του βίου του είναι ότι, ενώ άλλοτε συμπορευόταν με τη ζωή, ακολουθούσε τις καμπές του χρόνου, είχε την ελευθερία να αναμορφώνει κατά βούληση το νόημα του παρελθόντος, τώρα -νικημένη σκιά καθώς είναι – μένει αμέτοχος. Σαν αδέσποτη μνήμη, η ζωή του παραδίδεται στους άλλους ενώ το μέλλον του ξεριζώνεται τελεσίδικα. Κάθε άνθρωπος χωρίς μέλλον, ήτοι κάθε νεκρός, αποκεφαλίζεται, καταντάει ιστορία στα χείλη των άλλων, αφορμή για ατελεύτητες δηλώσεις και παρεξηγήσεις. Υπάρχει ένας άταφος βιωμένος χρόνος που κληροδοτείται εξ ολοκλήρου ή εξ αδιαιρέτου στους επιζώντες. Το απισχνασμένο κορμί μπορεί να σφαλίστηκε στο μνήμα, αλλά τα πεπραγμένα του βιωμένου χρόνου δεν περιχωρούνται.
Είναι απεριχώρητα. Σβήνουν και ανάβουν με το ρυθμό που σβήνουν και ανάβουν τα ίχνη κάθε αδέσποτης ζωής.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ: ΖΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΤΕΘΝΕΩΝΤΕΣ

 

Tom Wolfe: Aυτός ο καλός ηθοποιός, ήταν πια γέρος κι εύθραυστος και κουρασμένος

wolfeΕκείνη τη στιγμή ο Σέρμαν έκανε μια τρομερή ανακάλυψη που, αργά ή γρήγορα, κάθε άντρας κάνει για τον πατέρα του. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πως ο άνθρωπος που είχε μπροστά του δεν ήταν ένας πατέρας που γερνάει, αλλά αγόρι, ένα αγόρι σαν κι αυτόν τον ίδιο, ένα αγόρι που μεγάλωσε, απόκτησε το δικό του παιδί και που είχε προσπαθήσει πάντα, από καθήκον ή ίσως από αγάπη, να υποδυθεί το ρόλο του Πατέρα, έτσι ώστε το παιδί του να έχει κάτι μυθικό και απείρως σημαντικό: έναν Προστάτη που θα τον προφύλασσε από όλα τα χαώδη και καταστροφικά ενδεχόμενα της ζωής. Και τώρα αυτό το αγόρι, αυτός ο καλός ηθοποιός, ήταν πια γέρος κι εύθραυστος και κουρασμένος, τρομαγμένος στη σκέψη πως έπρεπε να ξαναφορέσει την πανοπλία του Προστάτη, τώρα στη δύση της ζωής του.

TOM WOLF: Η ΠΥΡΑ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

 

Massimo Recalcati: Σήμερα η κατάθλιψη συνοδεύει όλο και περισσότερο τους νέους

recalcatiΗ κατάθλιψη θα έπρεπε να συνοδεύει τη ζωή που φθίνει, τη ζωή που χάνει ζωή, τη ζωή που γερνά, τη ζωή που πλησιάζει το θάνατο. Οι ψυχαναλυτές γνωρίζουν ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Σήμερα η κατάθλιψη συνοδεύει όλο και περισσότερο τους νέους υπό τη μορφή μιας γενικευμένης αβουλίας, μιας έλλειψης ορμής, μιας πτωτικής τάσης της επιθυμίας. Δεν είναι αλήθεια ότι οι νέοι δεν έχουν πάθη, ορμές, σχέδια, αλλά είναι αλήθεια ότι έχει αλλάξει η έκφραση της δυσφορίας τους. Ενώ στην οιδιπόδεια εποχή λάμβανε τη μορφή της ανοιχτής παράβασης του Νόμου, της επαναστατικής διαμαρτυρίας, της απόρριψης της κοινωνίας, σήμερα εκφράζεται σαν σβήσιμο της ζωτικότητας της ζωής.

MASSIMO RECALCATI: ΤΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ

 

Μάριος Χάκκας: Το τρίτο νεφρό

xakkasΣε τάιζε η μαμά σου αυγουλάκι και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο.) Άντε παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι. Ξέρω, πέρασες κι έναν κοκίτη και τώρα έχεις στριφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί και ανησυχίες.

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ: ΑΠΑΝΤΑ

 

Νίκη Αναστασέα: Όπως και οι άλλοι δεν είναι σατανικά πλάσματα

img256 asΆνθρωποι στα όρια της αντοχής τους, γυναίκες και άντρες που φτάνουν στα άκρα και καμιά φορά τα ξεπερνούν: ο σύζυγος που αισθάνεται απέχθεια για την τετράπαχη γυναίκα του, η μάνα που αρνείται να συμβιβαστεί με την εικόνα του ναρκομανούς παιδιού της, η πρωταγωνίστρια που παθαίνει κρίση πανικού πριν από την πρεμιέρα, η πρώην ταβερνιάρισσα που δολοπλοκεί προκειμένου να εκδικηθεί έναν άντρα. Υπάρχουν ωστόσο και κάποιοι δυνατοί, ή τουλάχιστον κάποιοι που καταφέρνουν να σταθούν και να στηρίξουν και τους άλλους: ο άντρας μιας γυναίκας που έχει καταρρεύσει μετά από την απώλεια της κόρης τους, η ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα που διακριτικά αποσύρεται από τη ζωή της νύφης της. Δεν πρόκειται για αγγέλους, όπως και οι άλλοι δεν είναι σατανικά πλάσματα, μοχθηροί ή σαλταρισμένοι εκ γενετής. Είναι απλώς από εκείνους που η ζωή τούς επιφύλαξε μια δοκιμασία μεγαλύτερη απ' ό,τι μπορούσαν να αντέξουν - ή που θα μπορούσαμε να αντέξουμε κι εμείς.

ΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ: ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

 

Εμμανουήλ Ροίδης: Μονόλογος Ευαισθήτου

roidisΜεγάλη δυστυχία είναι να έχει κανείς πολύ καλήν καρδίαν. Το ηξεύρω εκ πείρας, διότι μ’ έκαμεν ο Θεός πάρα πολύ ευαίσθητον. Δεν ημπορώ να ιδώ άνθρωπον να πάσχει και να κλαίει χωρίς να γίνουν τα νεύρα μου άνω κάτω, ούτε να εννοήσω πώς κατορθώνουν άλλοι να παρευρίσκωνται εις λυπηρά θεάματα. Αν τύχει ν’ αποθάνει γνώριμός των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη και αν χιονίζει. Αλλ’ εγώ δεν ημπορώ να ίδω αποθαμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα ζωντανόν, χωρίς να με ταράξει η σκέψις ότι κι εγώ θα αποθάνω. Έπειτα, αν οι συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ’ επείραζε, διότι δεν αγαπώ τους εγωιστάς˙ αν πάλιν έκλαιαν και εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε την όρεξιν ή θα εχαλούσε την χώνεψίν μου.

Το στομάχι μου είναι κι εκείνο ευαίσθητο και δύο πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψει, τον αστακόν και τας συγκινήσεις. Τας συγκινήσεις εύκολον είναι να τας αποφύγω˙ να μη τρώγω όμως αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές φορές να ξεχάσω πως είναι βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει κανείς να συγχωρεί εις όσους αγαπά τα ελαττώματά των.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ: ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

Della Owens: Αρχέγονους και φυσικούς, παρμένους απ’ τα γεράκια και τα περιστέρια

Owens DeliaΟι κάτοικοι του βάλτου έφτιαχναν οι ίδιοι τους δικούς τους νόμους, όπως έφτιαχναν και το δικό τους ουίσκι – νόμους όχι σαν αυτούς που χαράζονται σε πέτρινες πλάκες ή που γράφονται σε χαρτιά, αλλά βαθύτερους, εντυπωμένους στα γονίδιά τους. Αρχέγονους και φυσικούς, παρμένους απ’ τα γεράκια και τα περιστέρια. Όταν ο άνθρωπος βρεθεί στριμωγμένος, απομονωμένος, σε απόγνωση, επιστρέφει σ’ εκείνα τα ένστικτα που αποβλέπουν ευθέως στην επιβίωση. Άμεσα και δίκαια. Αυτά θα είναι πάντα τα κύρια όπλα, γιατί αυτά περνάνε από γενιά σε γενιά πιο συχνά σε σύγκριση με τα πιο ευγενή γονίδια. Δεν είναι θέμα ηθικής. Είναι απλά μαθηματικά. Τα περιστέρια τσακώνονται με τα άλλα περιστέρια ακριβώς όσο και τα γεράκια με τα γεράκια.

DELLA OWENS: ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΔΕΣ

 

Sebastian Barry: Όταν έλειψε η πατάτα, τα ‘χασε όλα η κακομοίρα η Ιρλανδία

BarrySebastianΟ πατέρας μου είχε μια μικρή επιχείρηση, έκανε εξαγωγή βουτύρου, το έστελνε σε βαρέλια από το Σλάιγκο στην Αγγλία. Ό,τι καλό υπήρχε στην Ιρλανδία, έφευγε για την Αγγλία. Γελάδια, μοσχάρια, γουρούνια, πρόβατα, κατσίκια, στάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, παντζάρια, καρότα. Λάχανα, όλα όσα θέλει κανείς για να ζήσει. Και στην Ιρλανδία έμενε μόνο η πατάτα.
Όταν έλειψε η πατάτα, τα ‘χασε όλα η κακομοίρα η Ιρλανδία. Ψόφησε της πείνας. Κουρελιάρα και ξυπόλυτη. Γιατί ούτε κάλτσα να φορέσει στα γυμνά της πόδια δεν είχε.
Ο πατέρας μου ήταν σε λίγο καλύτερη μοίρα από τους υπόλοιπους και φορούσε μαύρο ημίψηλο, αλλά τριμμένο και παλιό, αφού τα ‘χε φάει τα ψωμιά του στην Αγγλία πριν φτάσει στα χέρια του. Εμείς στέλναμε τρόφιμα στην Αγγλία και η Αγγλία μας έστελνε τ’ αποφόρια της και τα κουρέλια της.
Δεν τα ξέρω και καλά, ήμουνα παιδί ακόμα.
Το ’47 η σοδειά πήγε τόσο χάλια, που και ο πατέρας μου βρέθηκε με άδεια χέρια. Πέθανε η αδερφή μου. Πέθανε και η μάνα μου, στο πέτρινο πάτωμα του σπιτιού μας στο Σλάιγκο.
Το δρόμο μας τον έλεγαν Λάνγκι, στα γαέλικα Λέινα· και η Λέινα ήταν το βασίλειο των προγόνων μας –έτσι έλεγε ο πατέρας μου. Ήταν ένας άνθρωπος όλο ζωή, όσο ζούσε. Του άρεσε να τραγουδάει, του άρεσε να χορεύει, του άρεσε να παζαρεύει με τους καπετάνιους του στις προβλήτες του λιμανιού.
Το βούτυρο συνέχισε να πουλιέται τις μέρες της πείνας, αλλά ο πατέρας μου βρέθηκε χωρίς δουλειά, πώς και γιατί δεν ξέρω· κι όπως είπα, η αδερφή μου και η μάνα μου πέθαναν. Πέθαναν σαν γάτες του δρόμου, χωρίς κανείς να δώσει πολλή σημασία.
Έτσι κι αλλιώς όλη η πόλη πέθαινε της πείνας.

SEBASTIAN BARRY: ΜΕΡΕΣ ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

 

Walter Benjamin: Ημερολογιακές Σημειώσεις του 1938

BenjaminW6 Μαρτίου. Στο δωμάτιό μου υπέφερα πολύ από τους θορύβους. Το όνειρό μου, χτες βράδυ, κατέγραψε αυτή την ενόχληση. Βρισκόμουν μπροστά σ’ έναν χάρτη και συγχρόνως μέσα στο τοπίο που αυτός παρουσίαζε. Το τοπίο ήταν απελπιστικό και απογυμνωμένο σε τρομακτικό βαθμό. Δεν θα μπορούσε να πει κανείς αν η ερήμωσή του οφειλόταν στις βραχώδεις ερημιές ή στο γκρίζο βάθος, άδειο καθώς το κατοικούσαν μονάχα τυπωμένα γράμματα. Αυτά τα γράμματα διέγραφαν καμπύλες πάνω στο υποστήριγμά τους, σχεδόν σαν να ακολουθούσαν το περίγραμμα κορυφογραμμών, ενώ οι λέξεις που σχημάτιζαν ήταν λίγο πολύ απομακρυσμένες η μία από την άλλη. Ήξερα ή έμαθα ότι ήμουνα μέσα στον λαβύρινθο του αυτιού. Όμως ο χάρτης ήταν ταυτόχρονα χάρτης της κόλασης.

26 Ιουλίου. Ο Μπρεχτ χθες βράδυ: «Δεν υπάρχει καμία πλέον αμφιβολία – η καταπολέμηση της ιδεολογίας έγινε μία καινούργια ιδεολογία».

WALTER BENJAMIN: ΚΕΙΜΕΝΑ 1934-1940

 

Walt Withman: Και προς τα πάνω ξανά...

WhitmanΚαθώς περπατώ δίπλα στο ποτάμι (ο πρωινός περίπατός μου, η ξεκούρασή μου),
Ψηλά στον ουρανό ένας έξαφνος πνιχτός ήχος, η ερωτοτροπία των αετών,
Η λάβρα ερωτική επαφή των δυο τους μέσα στο διάστημα,
Οι αρπάγες που γατζώνονται και συμπλέκονται, μια ζωντανή, βίαιη ρόδα που περιστρέφεται,
Τέσσερις φτερούγες που χτυπιούνται, δύο ράμφη, στροβιλιζόμενη μάζα γραπωμένη σφιχτά,
Σε στριφογυριστές, συσπειρωμένες, κυκλικές τροχιές, πέφτοντας ολόισια προς τα κάτω,
Μέχρι που πάνω από το ποτάμι ζυγιάζεται, ζευγάρι κι όμως ένα, μια στιγμή ανάπαυλας,
Μια ακίνητη ασάλευτη ισορροπία στον αέρα, ύστερα χωρίζουν, τα νύχια χαλαρώνουν,
Και προς τα πάνω ξανά με αργές, σταθερές φτερούγες λοξοπετώντας,
τη χωριστή, διάφορη πτήση τους,
Αυτή τη δική της, αυτός τη δική του, ακολουθούν.

WALT WHITMAN: ΦΥΛΛΑ ΧΛΟΗΣ

 

Κρίστοφερ Κινγκ, Σκοπός της μουσικής ήταν να γιατρεύει

kingΥπήρχε μια εποχή στην οποία η μουσική λειτουργούσε τόσο σε μυστηριακό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, όπως η φωτιά. Σκοπός της μουσικής ήταν να γιατρεύει, ως εάν να εμπεριείχε κάποια μυστική δύναμη, κάποια πνευματική ωφελιμότητα. Όμως κάτι συνέβη. Το μυστηριακό και το πρακτικό διαχωρίστηκαν, κι η λειτουργία της μουσικής επαναπροσδιορίστηκε.

Ενδείξεις που μαρτυρούν την άφατη λειτουργία της μουσικής επιβιώνουν και σήμερα στην Ήπειρο. Θα μπορούσε κανείς να πει πως, σαν ξένος και Δυτικός, εξιδανικεύω ό,τι δεν μπορώ να εξηγήσω, ή ότι κοιτάζω το φαινόμενο μέσα απ’ το πρίσμα του εξωτισμού. Όμως το γεγονός παραμένει: τούτοι οι ήχοι με συγκινούν. Το ότι η δική μου αντίδραση σ’ αυτούς τους ήχους μοιάζει να είναι ολόιδια μ’ εκείνη των χωρικών της Ηπείρου είναι ενδεχομένως κάτι συμπτωματικό· ή μπορεί να οφείλεται σ’ ένα ασύλληπτο σύνολο περιστάσεων. Δεν μπορώ να ξέρω.

Η ισχυρότερη κριτική στην περιγραφή που προτείνω για τούτο το μουσικό φαινόμενο είναι η εξής: οι ισχυρισμοί μου αναφορικά με τη θεραπευτική λειτουργία αυτής της μουσικής έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα επιστημονικά δεδομένα ― με όσα γνωρίζουμε, ή νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, για την αρρώστια. Πώς μπορώ να είμαι βέβαιος ότι η συγκεκριμένη μουσική έχει πράγματι θεραπευτική δράση; Η ιαματική λειτουργία της μουσικής είναι κάτι πραγματικό ή φανταστικό;

Προτού οι εξωγενείς δυνάμεις της νεωτερικότητας διεισδύσουν στην ελληνική ύπαιθρο, κάθε χωριό ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν. Για πολλούς ανθρώπους, τούτοι οι οικισμοί αντιπροσώπευαν το σύνολο του γνωστού κόσμου. Οι αντιλήψεις ήταν τοπικές και μεταδίδονταν απ’ τον ένα στον άλλο. Τα αίτια των φαινομένων αποδίδονταν σε πράγματα αόρατα. Όπως ακριβώς το παγωμένο περιβάλλον της Αρκτικής διαμόρφωνε τις σκέψεις των Εσκιμώων, έτσι και το συχνά σκληρό και εχθρικό τοπίο της βορειοδυτικής Ελλάδας διαμόρφωνε τις πεποιθήσεις των Ηπειρωτών.

CHRISTOPHER C. KING: ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ

 

David-Foster Wallace; Ιδέα δεν είχαν

Wallace David FosterΌταν συστήθηκαν, αυτός πέταξε ένα ευφυολόγημα, ελπίζοντας να γίνει αρεστός. Αυτή γέλασε εξαιρετικά δυνατά, ελπίζοντας να γίνει αρεστή. Μετά, ο καθένας πήγε στο σπίτι του μόνος, με το βλέμμα απλανές, και οι δυο με τον ίδιο μορφασμό στο πρόσωπο.
Ο άντρας που τους σύστησε δεν συμπαθούσε κανέναν απ’ τους δύο, αν και φερόταν σαν να τους συμπαθούσε, όλος άγχος απ’ το να διατηρεί καλές σχέσεις όλη την ώρα. Ιδέα δεν είχαν, άλλωστε, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ούτε η άλλη.

DAVID-FOSTER WALLACE: ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΜΕ ΑΠΙΣΙΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ

 

Μανώλης Αναγνωστάκης: Θα ‘ρθει μια μέρα

Anagnostakis4Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο
τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς
να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε –θυμήσου– ατέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ένα βράδυ
–ξεχνώ πάνω σε τι– κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο
μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
εκεί θα ‘ρθεις και θα με ζητήσεις
Δε μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς μοναχός του.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971

 

Jean Giono: Αρπάζονται για όλα, για όλα τσακώνονται

GionoΗ ζωή είναι δύσκολη σ’ αυτά τα χωριά. Οι οικογένειες, στριμωγμένες η μια πάνω στην άλλη σ’ αυτό το κλίμα το σκληρό, χειμώνα-καλοκαίρι, βράζουν στη στενότητα των εγωισμών τους. Οι παράλογες φιλοδοξίες παίρνουν υπέρμετρες διαστάσεις, αφού τις ποτίζει ο ασίγαστος, απεγνωσμένος πόθος της φυγής από τούτο το μέρος. Οι άντρες κατεβαίνουν με τα φορτηγά τους να πουλήσουν το κάρβουνο στην πόλη, μετά γυρίζουν. Ακόμα και οι πιο σταθεροί, οι πιο ενάρετοι χαρακτήρες σπάνε με αυτό το ασταμάτητο σκωτσέζικο ντους. Οι γυναίκες μένουν στο σπίτι και γκρινιάζουν. Αρπάζονται για όλα, για όλα τσακώνονται: Για το ποιος θα πουλήσει το περισσότερο κάρβουνο, ποιος θα πιάσει το καλύτερο στασίδι στην εκκλησία, για το πώς θα μοιραστούν τις κακίες τους στον γενικό καβγά καλοσύνης και κακίας, χωρίς σταματημό. Κι από πάνω, σαν να μην έφταναν όλα ετούτα, είναι κι ο αέρας, χωρίς σταματημό κι αυτός, που τσακίζει τα νεύρα τους.

JEAN GIONO: Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΦΥΤΕΥΕ ΔΕΝΤΡΑ

 

Boris Pasternak: Η ομορφιά της ζωής

pasternak

 

 

 

 

Νομίζω πως δεν θα σε αγαπούσα τόσο πολύ αν δεν είχες κάτι για να παραπονεθείς και κάτι για να μετανιώσεις. Δεν μου αρέσουν εκείνοι που δεν έχουν πέσει, δεν έχουν παραπατήσει. Η αρετή τους είναι μικρή κι έχει μικρή αξία. Η ομορφιά της ζωής δεν τους έχει φανερωθεί.

BORIS PASTERNAK: ΔΟΚΤΩΡ ΖΙΒΑΓΚΟ

 

Eduardo Galeano: Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους αγρότες που αυτοκτονούν.

GaleanoΣτο νοσοκομείο Ναλαμάντα, στη Νότια Ινδία, ένας αυτόχειρας επανέρχεται στη ζωή.
Γύρω από το κρεβάτι του, χαμογελούν εκείνοι που του έσωσαν τη ζωή.
Ο αναστημένος τους κοιτάζει και λέει: «Τι περιμένετε; Να σας ευχαριστήσω; Χρωστούσα εκατό χιλιάδες ρουπίες, και τώρα θα χρωστάω και τέσσερις μέρες νοσοκομείου. Μεγάλη χάρη μου κάνατε, ηλίθιοι.»
Για τους καμικάζι αυτοκτονίας ξέρουμε πολλά πράγματα. Ο τύπος μιλάει καθημερινά για τους τρομοκράτες. Όμως δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους αγρότες που αυτοκτονούν.
Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι Ινδοί αγρότες αυτοκτονούν από τα τέλη του 20ου αιώνα μέχρι τα πρώτα χρόνια του 21ου, με ρυθμό χίλιοι το μήνα.
Πολλοί αγρότες καταπίνουν τα εντομοκτόνα που αδυνατούν να πληρώσουν.
Η αγορά τους υποχρεώνει να δανείζονται, τα απλήρωτα χρέη τους υποχρεώνουν να πεθάνουν. Κάθε φορά ξοδεύουν περισσότερα και κάθε φορά κερδίζουν λιγότερα. Αγοράζουν σε εξωφρενικές τιμές και πουλάνε σε εξευτελιστικές τιμές.
Είναι όμηροι των ξένων χημικών βιομηχανιών, των εισαγόμενων σπόρων, των μεταλλαγμένων: η Ινδία, που παρήγε για να φάει, τώρα παράγει για να τη φάνε

EDUARDO GALEANO: ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

 

Neil Gaiman: Μυγάκι της μέρας

Gaiman

 

 «…Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Την Παρασκευή είχα δουλειά, αρραβωνιαστικιά, σπίτι και μια ζωή, που είχε νόημα (όσο νόημα μπορεί να ’χει μια ζωή τέλος πάντων). Και ξαφνικά βρήκα ένα πληγωμένο κορίτσι στο πεζοδρόμιο και προσπάθησα να είμαι Καλός Σαμαρείτης. Τώρα δεν έχω ούτε αρραβωνιαστικιά, ούτε δουλειά, ούτε σπίτι και τριγυρίζω μερικές εκατοντάδες μέτρα κάτω από τους δρόμους του Λονδίνου, με προσδόκιμο ζωής μικρότερο κι από έντομο εφήμερο, μυγάκι της μιας μέρας…»

NEIL GAIMAN: ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

 

Herman Melville: Όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, πού ψιλοβρέχει

MelvilleΛΕΓΕ με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια —δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς— έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο πού να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος πού έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα’ όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, πού ψιλοβρέχει- όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φε-ρετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας πού συναντώ και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, πού χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου — τότε θεωρώ πώς ήρθε πια ή ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Μέ μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ό Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του• εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ’ αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε- όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό.

HERMAN MELVILLE: ΜΟΜΠΙ ΝΤΙΚ

 

Σελίδα 1 από 26

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

Η ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
ORWELL GEORGE
€8.48 €4.24
(-50%)
Κερδίζετε €4.24
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ
BARKER CLIVE
€16.80 €6.72
(-60%)
Κερδίζετε €10.08

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: κι’ ο εφιάλτης πως κάποτε θα ξυπνήσουμε μη έχοντας τίποτε να πούμε Πάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη. Αυτή η ακαθόριστη αίσθησηστις ανθισμένες βραγιές κι’ ένα ρίγος λεπτόκι’ οι φωνές των παιδιών στο γήπεδο όταν το απ...

Βρείτε μας στο...

Verisign Eurobank EFG
Paypal IRIS