Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Βίος και Πολιτεία

Αλέκος Λούντζης: Μια υπόγεια πολιτεία

 
Οι δεσμώτες του χαρτιού κι οι γραφικοί τους χαρακτήρες
οι τελευταίοι αναγνώστες με όσφρηση
οι τελευταίοι χαρακτήρες με μελανιές
Σήμερα οι περισσότεροι είναι πεπεισμένοι ότι μάλλον ποτέ δεν υπήρξε, ότι σίγουρα δεν υπάρχει τώρα, πως είναι ό,τι απέμεινε από έναν ανακυκλωμένο αστικό θρύλο και κάτι ξέφτια εκείνου του πρωτόγονου υλικού που τσαλάκωνε και ξέβαφε.
Ίσως και να ’χουν δίκιο. Ίσως η υπόγεια Πολιτεία να μην ήταν ποτέ πολιτεία στην πραγματικότητα, να ήταν οτιδήποτε άλλο, περίπτερο, φαρμακείο ή, ξέρω ’γω, βιβλιοπωλείο. Ίσως κι αυτό ακόμη να μην ισχύει, να μην υπήρξε ποτέ ούτε τόπος ούτε κόσμος της Πολιτείας ούτε κι η πολιτεία η ίδια. Ίσως ό,τι υπάρχει να υπήρξε μόνο στα πέλματα μας όταν κατεβαίναμε τα σκαλοπάτια, στις φανταστικές συζητήσεις μας με τους στωικούς φύλακες του τυπωμένου θησαυρού, για τους οποίους ο καθένας μας είχε βγάλει διαφορετικά σουσούμια ώστε να μην τους αναγνωρίζει κανείς, ούτε καν μεταξύ μας, παρότι όλοι τους ξέρουμε κι όλους μας ξέρουν, στα γλυκά χασομέρια μας όταν μια ακόμη απολύτως στοχευμένη αναζήτηση μετατρέπεται σε σεμνό τυπογραφικό όργιο, στα ρέστα που κουδουνίζουν στις τσέπες, όταν υπάρχουν ρέστα και τσέπες∙ στο κεφάλι μας και μόνο. Είναι προφανές, η υπόγεια Πολιτεία βυθίζεται και αναδύεται μόνο στο κεφάλι μας, οτιδήποτε άλλο θα ήταν ατάλαντο ψέμα, φτενή μυθοπλασία, μια μουτζούρα του καιρού.
Είναι όμως κι αυτή μια διεύθυνση, μια κάποια, προσωρινή, έστω, διαμονή, ένας  πάγκος να απλώσεις την πραμάτεια σου, ένα ράφι να σταθείς όρθιος και να μετρήσεις το ύψος σου στον βιβλιοστάτη, μια κρυψώνα να βρεθείς μόνος σου με όλους, να τσιμπήσεις τα βιβλιαράκια σου και μετά από ώρα και περιπλάνηση πολλή να τσιμπήσεις τελετουργικά τα μάγουλα σου για να δεις αν είσαι ξύπνιος. Να θυμηθείς πώς ήταν ο κόσμος πριν το μεγάλο μπακάπ, πώς κόβει το χαρτί όταν γυρίζουν οι σελίδες, πως κόβουν οι σελίδες όταν κατεβαίνουν με τα χίλια τον οισοφάγο, πώς ήταν οι ιστορίες πριν ομογενοποιηθούν, πώς δείχνει η φάτσα σου στον χάρτινο καθρέφτη, σε εκείνον που τσαλακώνεται και ξεβάφει σαν τη φάτσα σου, σε κάθε πολιτεία κι εκείνη που υπήρξε κι εκείνη που δεν…
     Αλέκος Λούντζης
Lountzis Alekos
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Παναγιώτης Κεχαγιάς: Xωρίς να βρίσκω ποτέ την έξοδο

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς έχει γράψει την Τελευταία προειδοποίηση (Μάρτιος 2016)

Πάντα πίστευα ότι η Κόλαση είναι ένα είδος βιβλιοθήκης, και όταν κατέβηκα για πρώτη φορά τα σκαλιά του υπογείου της Πολιτείας επιβεβαιώθηκα, αφού με ενημέρωσαν ότι ισχύουν τα εξής: (α) η Πολιτεία είναι όντως μια παγίδα, ακίνδυνη για τους αναγνώστες, ίσως ακόμη και ευεργετική, αλλά έως και θανατηφόρα για τους συγγραφείς, κι αυτό γιατί (β) περιέχει περισσότερα βιβλία απ’ όσα θα μπορέσω ποτέ να διαβάσω στη ζωή μου, άρα όντως ισχύει ότι (γ) περιέχει όλα τα βιβλία του κόσμου, αφού ποτέ δεν θα καταφέρω να αποδείξω το αντίθετο, ενώ είναι πασιφανές ότι (δ) οι υπάλληλοι όντως γνωρίζουν τα πάντα ή εντάσσονται σε ένα περίπλοκο σύστημα το οποίο αποτελείται από αλληλοσυμπληρούμενα γνωστικά πεδία, ήτοι είναι δαιμόνιοι και διοπτροφόροι υπολογιστές με άγριες, συνήθως, διαθέσεις, κάτι που άλλωστε αποδεικνύεται  από τις φήμες ότι (ε) όντως υπάρχει ένα δεύτερο υπόγειο κάτω από το υπόγειο της Πολιτείας, στο οποίο κάποιοι λένε ότι στεγάζονται οι αρχικές και τέλειες εκδοχές κάθε αριστουργήματος του κόσμου, αυτές δηλαδή που υπήρξαν για λίγο μόνο στο μυαλό του συγγραφέα τους πριν αυτός, κακώς, τις καταγράψει στο χαρτί, και που δεν θα μπορούσαν ποτέ να διαβαστούν, μιας κι έτσι η λογοτεχνία θα στύλωνε τα πόδια, σαν φοβητσιάρικο άλογο μπροστά σε ψηλό εμπόδιο, ενώ άλλοι λένε ότι εκεί φυλακίζονται οι απρόσεκτοι συγγραφείς, κάτι που δεν μου φαίνεται καθόλου απίθανο, αφού (στ) μερικές φορές, κυρίως όταν καλύπτω το ένα μου μάτι με μια τούφα μακριά μαλλιά, όντως μου φαίνεται ότι απ’ όταν μπήκα δεν βγήκα ποτέ ξανά, κι ότι όλα γύρω μου είναι το εσωτερικό ενός βιβλίου, καθώς εγώ βαδίζω με ρυθμούς τεμπέλη μετρονόμου από τα ράφια στους πάγκους, και από το γραφείο στις σκάλες, χωρίς να βρίσκω ποτέ την έξοδο.
        Παναγιώτης Κεχαγιάς

Kexagias Panagiotis

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιάννης Δούκας: Το αυτόνομο κρατίδιο της Πολιτείας

Τα βιβλία του Γιάννη Δούκα: Το σύνδρομο Σταντάλ, Στα μέσα σύνορα, Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα – Πλάνα Σεκάνς

Από την αρχή των φοιτητικών μου χρόνων, το 1998, και μέχρι και σήμερα, η Πολιτεία έχει σταθεί για μένα κάτι πολύ παραπάνω από απλό βιβλιοπωλείο. Παραδίπλα από την αφετηρία των λεωφορείων του Ζωγράφου, που με κατέβαζαν από τη Φιλοσοφική στο κέντρο της Αθήνας, ήταν κι αυτή μια αφετηρία, σταθμός εξερεύνησης και αναζήτησης.
Άλλοτε ψάχνοντας για κάτι συγκεκριμένο, άλλοτε ανοιχτός στην έκπληξη, είχα παιχνίδι μου να προσανατολίζομαι από μόνος μου στα ράφια, να εντοπίζω τυχόν αλλαγές στην ταξινόμηση, να περιπλανιέμαι στους τίτλους, τους καινούριους, αλλά και τους παλιούς, ανασυρμένους. Και από τη μια είσοδο στην άλλη, η μικρογεωγραφία της Πολιτείας ήταν εκείνη που κατέγραφε και τις μετατοπίσεις στα ενδιαφέροντά μου, συνυφασμένη τελικά με  την «αναγνωστική αγωγή» μου.
Όταν αργότερα –κι από την όχθη πάντα του αναγνώστη– βρέθηκα και από τη μεριά του συγγραφέα και πρωτοείδα ένα βιβλίο μου στον πάγκο της –αλλά και, μες στη ζωή του σιναφιού, τα ονόματα στα εξώφυλλα και στους κολοφώνες απέκτησαν υπόσταση κι έγιναν πρόσωπα οικεία– η Πολιτεία έγινε για μένα και κάτι άλλο: χώρος συνάντησης, πεδίο ζωντανού και φυσικού διαλόγου για το βιβλίο, αυτόνομο κρατίδιο στην «παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων», για να δανειστώ τον τίτλο της Πασκάλ Καζανοβά.
Και είναι κάπως έτσι, για όλα αυτά, που η Πολιτεία ξεχωρίζει, κι ακόμη περισσότερο, καθώς εκείνοι που τη στελεχώνουν, αποτελώντας τον συνδετικό κρίκο του βιβλίου με τον τελικό του αποδέκτη, είναι άνθρωποι με βαθιά συναίσθηση και γνώση του αντικειμένου τους.
         Γιάννης Δούκας

Doukas Giannis1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Αλέξης Σταμάτης: «Επιμέλεια χάους», εξάλλου είναι αυτό που κάνουν και οι ένοικοί του

Τα βιβλία του Αλέξη Σταμάτη: Το βιβλίο της βροχής, Μελίσσια, Ζωή, Χαμαιλέοντες, Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό; , Μπαρ Φλωμπέρ, Σκότωσε ό,τι αγαπάς, Κυριακή, Θρυλικές ιστορίες, Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα, Γένεση, Ο Άλκης και ο λαβύρινθος, Βίλα Κομπρέ, Αμερικάνικη φούγκα, Η τελευταία Μάρθα, Ζωή, Χαριλάου Τρικούπη 22 (με άλλους), Μητέρα Στάχτη, Ποτέ δεν είμαστε μόνοι, Οδός Θησέως, Σκορπιός στο συρταράκι, Όσο πλησιάζω το μέλλον απομακρύνεται, Πυκνό τώρα, Ο έβδομος ελέφαντας, Απλή μέθοδος των τριών, Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων.

Τον τόπο τον γνωρίζω σχεδόν από την μέρα των εγκαινίων του. Είναι κοντά στο σπιτι μου, είκοσι λεπτα το πολύ με τα πόδια.  Από την πρώτη φορά που κατέβηκα τα σκαλοπάτια του – όντας φοιτητής στο Πολυτεχνείο, μια εποχη οπου το βίντεο ηταν όψιμη εφεύρευση - μεχρι πρόσφατα όπου φωτογράφησα με το  IPhone  το νέο βιβλιο μου «Χαμαιλέοντες»,  πρέπει να εχω περάσει συνολικά πάνω από δυο μέρες εκεί μέσα. Είπα αρχιτέκτονας και συνειρμικά οδηγήθηκα στην επόμενη εικόνα: είναι ένα βιβλιοπωλείο με ιδιαίτερη «αρχιτεκτονική», με ιδιάζουσα «χωροταξία» θα έλεγα. Ενώ τύποις είναι «φορτωμένο», αυτό το φαινομενικό «χάος» είναι εξαιρετικά επιμελημένο. «Επιμέλεια χάους», εξάλλου είναι αυτό που κάνουν και οι ένοικοί του: οι συγγραφείς. Εκείνοι που παρέχουν στην πολιτεία της «Πολιτείας» το υλικό της. Μιλάμε για μία πολιτεία με αφοσιωμένους «πολίτες» αλλά και εξαιρετικά ταλαντούχα «όργανα». Οι άνθρωποι του βιβλιοπωλείου ξέρουν περίπου… τα παντα για το αντικείμενό τους. Έχοντας επισκεφτεί πάμπολλα βιβλιοπωλεία στο εξωτερικό δεν έχω συναντήσει πιο ενημερωμένους πωλητές. Από την εποχη που πρωτομπήκα εκτος από κάποιες επεκτάσεις που αφορούν αλλα τμήματα, δεν χουν αλλάξει και ιδιαίτερα τα πράγματα στο μαγικό αυτό υπόγειο. Ούτε «γκράντε» ανακαινίσεις, ουτε «επικοινωνιακά τρικ» - τιποτα «μερβεγιόζο». Εκείνο που κάνει την «Πολιτεία» να ξεχωρίζει από τα βιβλιοπωλεία της πόλης είναι η ποιότητα και πληρότητα της. Ξέρεις γιατί πας, ξέρεις ότι θα το βρεις, ξέρεις ότι θα μιλήσεις με ανθρώπους που ξέρουν και ξέρεις ότι μπαίνεις σε ένα χώρο που αγκαλιάζει με αγάπη το υλικό που διαπραγματεύεται. Αν ήμουν βιβλιο θα θελα να είμαι από τα αντίτυπα που – πριν αγοραστούν- περνούν καποιες μερες, εβδομάδες – η και χρονια- στο υπόγειο της Ασκληπιού. Κάποιοι αντιπρόσωποι μου ζουν εκεί. Τους σκέφτομαι συχνά.
               Αλέξης Σταμάτης

Stamatis Alexis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κατερίνα Ηλιοπούλου: “Όλα όσα σας έχω διηγηθεί είναι αλήθεια”

Οι ποιητικές συλλογές της Κατερίνας Ηλιοπούλου: Το βιβλίο του χώματος, Άσυλο, Ο κύριος Ταυ. Η Κατερίνα Ηλιοπούλου έχει μεταφράσει Sylvia Plath και Robert-Louis Stevenson.
 
H γιαγιά μου ήταν εξαιρετική και ανεξάντλητη αφηγήτρια παραμυθιών. Σαν την Σεχραζάτ μπορούσε να λέει ένα διαφορετικό παραμύθι κάθε βράδυ, επί σειρά ετών. Αγαπούσα ιδιαίτερα εκείνα που ο ήρωας ή η ηρωίδα κατέληγαν στον πάτο ενός πηγαδιού και αίφνης ανοιγόταν μπροστά τους μία άγνωστη χώρα. Η γιαγιά μου δεν άφησε διαθήκη, μας άφησε όμως ένα γράμμα μέσα στο οποίο, μεταξύ άλλων, γράφει: “Όλα όσα σας έχω διηγηθεί είναι αλήθεια”. Πράγμα που έχει επαληθευτεί έκτοτε. Δεν υπάρχει καλύτερη διατύπωση υπεράσπισης της λογοτεχνίας από αυτήν την πρόταση. Εννοείται ότι συναντάμε συχνά τους λογοτεχνικούς ήρωες των αγαπημένων μας βιβλίων, στα βλέμματα στις χειρονομίες και στα πάθη, τα δικά μας και των άλλων. Συναντάμε όμως καμιά φορά ακόμα και την άλλη χώρα στον πάτο του πηγαδιού. Γιατί τι άλλο είναι η Πολιτεία, παρά μια πόλη βυθισμένη σε ένα πηγάδι, κάτω από εκεί που κυλούν οι δρόμοι της “κανονικής” ζωής;  Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, αφήνοντας πίσω τον ήχο της κίνησης, κάθε φορά εδώ και χρόνια γίνομαι πάλι πολίτης αυτής της πόλης και συναντώ τους συμπολίτες μου άγνωστους και γνώριμους. Χαιρετιόμαστε, λοξοκοιτάζουμε, συζητάμε και κρυφακούμε ο ένας τον άλλο με κοινή συναίνεση και συνενοχή, μέσα σε αυτή την ιδιότυπη “αγορά”, που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα ιδιωτικός και δημόσιος χώρος. Επισκέπτες-πελάτες και κάτοικοι-πωλητές έτοιμοι να περιπλανηθούν αλλά και να κινδυνέψουν για να κάνουν το ταξίδι μέσα στα βιβλία «όπου βρίσκονται γητεμένα τα καλύτερα πνεύματα της ανθρωπότητας, αλλά περιμένουν το λόγο μας για να πάψουν να είναι βουβά. Πρέπει να ανοίξουμε το βιβλίο και τότε εκείνα ξυπνούν».
Η σχέση μου με την Πολιτεία σίγουρα δεν θα ήταν η ίδια χωρίς την αγάπη και το πάθος των πωλητών της για το αντικείμενό τους, τις προτάσεις, τα σχόλια, τις συζητήσεις που προκύπτουν, τις κοινές αγάπες και τις ανακαλύψεις που μοιραζόμαστε, σε μια σχέση από την οποία παράδοξα τείνει να εκλείψει το στοιχείο της συναλλαγής, πράγμα πολύτιμο και σπάνιο στην σύγχρονη πραγματικότητα της άγριας πόλης. 
           Κατερίνα Ηλιοπούλου
 
Iliopoulou Katerina1
 
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Σταύρος Σταυρόπουλος: Τόσοι άγνωστοι φίλοι σ’ ένα τετράγωνο του ιστορικού κέντρου μαζεμένοι

Τα βιβλία του Σταύρου Σταυρόπουλου: Ολομόναχοι μαζί-Γράμματα σε έναν αφανέρωτο κόσμο, Καπνισμένο κόκκινο, Μετά, Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια-112 σχέδια για ένα μυθιστόρημα, Πιο νύχτα δεν γίνεται-Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου νου, Δύο μέρη σιωπή,ένα μέρος λέξη, Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν-Ιστορίες από το παρελθόν και το μέλλον, Οι άλλοι που είμαι, Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα-Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου-Μία ιστορία στη διαπασών, Φως γυναίκας, Διαμελίζομαι.

Το μεγάλο όνειρο του Μπόρχες, που πάντα φανταζόταν τον παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης, στεγάζεται στην Ελλάδα - στην αρχή της οδού Ασκληπιού. Η «Πολιτεία» του βιβλίου, μια χειρόγραφη πόλη (ή πύλη;), όπου ό, τι έχει λεχθεί είναι τυπωμένο, είναι πραγματικά η promised land που τραγουδούσε ο Σπρίνγκστην στα τέλη του 70, εκεί όπου όχι μόνο επιτρέπεται να ονειρεύεσαι το διαφορετικό, αλλά επιβάλλεται και εκ των πραγμάτων, δηλαδή των βιβλίων. Υπάρχει μια διάχυτη αύρα – ειδικά στο υπόγειο, εκεί που συνήθως σε υποδέχεται το ειρηνικό χαμόγελο του Γιώργου Θωμόπουλου, με φόντο σε μια γωνία, το ισχνό, σαν λείψανο αγίου, σώμα του Παντελή Ροδοστόγλου, που συνήθως διαβάζει κάτι στα κλεφτά, ενώ ο Τηλέμαχος πηγαινοέρχεται.
Ένα ενεργειακό πεδίο σε τραβάει προς τους τίτλους, τα πρόσωπα, τις λέξεις, που πλέκονται με απίθανη γοητεία μέσα σου. Όλα έχουν ένα λόγο να κινούνται, για να «πειράξω» λίγο τον Μαρκ Στραντ, τον σπουδαίο Αμερικανό ποιητή που έφυγε τον περασμένο μήνα απ’ τη ζωή, αλλά στο υπόγειο της Ασκληπιού, όλοι κινούνται για να διατηρούν τα πράγματα ολόκληρα.
Μέσα στα απομεινάρια των αιώνιων ζωών που στοιβάζονται εκεί, στα «ημερολόγια καταστρώματος» των συγγραφέων και των ποιητών, και μερικά δικά μου. Παλιές ζωές, έντυπες, αποδεικτικά από χαρτί που προβάλλουν την μνήμη αλλού. Μου θυμίζουν τους χρόνους που έζησα, τα σχέδια για τα οποία ξενυχτούσα, αλλά και όλη την τρέχουσα επικαιρότητα του τότε εαυτού.
Βλέπω την «Πολιτεία» σαν ένα υπερμέγεθες παρουσιολόγιο προσωπικοτήτων, που πέρασαν, είναι ή έρχονται, τόσο διαφορετικών μεταξύ τους: Τόσοι άγνωστοι φίλοι σ’ ένα τετράγωνο του ιστορικού κέντρου μαζεμένοι, προερχόμενοι από όλες τις χώρες, γράφοντας σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, τόσες αλλαγμένες ζωές, τόσες ενηλικιωμένες σελίδες που επιμένουν. Η πορεία των συγγραφέων μου θυμίζει έντονα τα στάδια ανάπτυξης ενός παιδιού και η «Πολιτεία» είναι ο συγγενής τόπος που συγκλίνουν όλες οι ηλικιακές τους μεταμορφώσεις.
Είχε δίκιο ο Καβάφης: «Ήθελα να δώσω φως και συγκίνηση σε όσους είναι σαν κι εμένα καμωμένοι».
                         Σταύρος Σταυρόπουλος

Stavropoulos Stavtos
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Μαρία Ξυλούρη: Και ίσως συνωμοτήσω με τον Ορέστη για να κλειδωθεί στο βιβλιοπωλείο

Τα βιβλία της Μαρίας Ξυλούρη: Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, Πως τελειώνει ο κόσμος, Rewind

«...όταν έχω βιβλία γύρω μου νιώθω ασφαλής. Ακόμα και τώρα νομίζω ότι θα μπορούσα άνετα να κοιμηθώ μέσα σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Θ’ αρκούσε να μείνω, με κάποιο τρόπο, μέσα την ώρα που κλείνει», λέει στη Φανή ο Ορέστης στο πρώτο ραντεβού τους (Πώς τελειώνει ο κόσμος, «Αυτή με τα κόκκινα μαλλιά κι η άλλη με τα κόκκινα νύχια»). Ο Ορέστης εδώ αναφέρεται στο βιβλιοπωλείο των γονιών του, όταν όμως έγραφα αυτές τις αράδες σκεφτόμουν την Πολιτεία. Όταν, κάποτε, μεγαλώσω και γίνω γάτα (οπωσδήποτε φεγγαρόγκριζη), θα κατοικοεδρεύω στο υπόγειο της λογοτεχνίας στην Πολιτεία, θα με φωνάζουν Μπαρίκκο (αγαπημένος συγγραφέας που μου έμαθαν στην Πολιτεία) και ίσως συνωμοτήσω με τον Ορέστη για να κλειδωθεί στο βιβλιοπωλείο και να κοιμηθεί σαν άνθρωπος, επιτέλους.
        Μαρία Ξυλούρη

Xilouri Maria

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιώργος Κουτσούκος: Διαδρομές

 
Ίσως ένα από τα σημαντικότερα και καθοριστικότερα πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου είναι οι εμμονές του. Εμμονές, που τον φέρνουν ξανά και ξανά στα ίδια μονοπάτια, στις ίδιες φράσεις, σε συνήθειες και έξεις, που καθορίζουν την προσωπικότητά του, τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, την ταυτότητά του. Έτσι και για μένα μία από τις -αθώες- εμμονές μου είναι το κέντρο της Αθήνας, της πόλης στην οποία γεννήθηκα, μεγάλωσα και στην οποία συνεχίζω, αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, να ζω και να εργάζομαι. Δεν θα υποστηρίξω εδώ ότι η πόλη μου είναι όμορφη. Σε καμία περίπτωση. Είναι όμως γοητευτική. Γοητευτικά άσχημη. Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό των πόλεων. Και αυτό το κατορθώνει χάρη σε γωνιές, σε κρυφές πλατείες, σε μυρωδιές και σε υπόγειες διαδρομές που μόνο εδώ μπορείς να τις περπατήσεις, να τις βιώσεις. Και μετά είναι οι δρόμοι της. Δρόμοι-αλυσίδες που μ’ έχουν δεμένο από παιδί: Μητροπόλεως, Σταδίου, Δραγατσανίου, Θεμιστοκλέους, Ιπποκράτους, Πανεπιστημίου, Σόλωνος, Ασκληπιού…. Ασκληπιού στο υπόγειο. Να κατεβαίνω τα σκαλιά της Πολιτείας από φοιτητής για να ανακαλύψω τον Μάγο του Φόουλς, το Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης του Πεντζίκη, τα βιβλία του Ιωάννου και του Σκαρίμπα, τα ποιήματα του Γιάννη Κοντού, της Δήμητρας Χριστοδούλου… Να κάθομαι όρθιος μπροστά στους πάγκους και να διαβάζω τις πρώτες σελίδες των βιβλίων για να αποφασίσω αν θα τα αγοράσω. Και μετά, έχοντας στη σακούλα ένα-δυο βιβλία να ανεβαίνω πάλι τα σκαλιά και να ξεπροβάλλω στην επιφάνεια της πόλης σαν δύτης μετά από μακροβούτι. Που αντί για ψάρια έχει στο ύψος του μηρού, λέξεις και φράσεις.
Για φάγωμα.
                     Γιώργος Κουτσούκος
Koutsoukos Giorgos
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κατερίνα Χρυσανθοπούλου: Για μένα είναι πάντα η αρχή μιας αποκάλυψης

Τα βιβλία της Κατερίνας Χρυσανθοπούλου: Τα μωρά είναι άνθρωποι της νύχτας, Πρωτόγαλα, Το κινέζικο δωμάτιο, Πριμαβέρα, Η γυναίκα που έγραφε για τον άντρα.

Τα βιβλιοπωλεία της ζωής μου στην Αθήνα είναι δύο.
Το πρώτο, του Πελεκάνου, στην οδό Κυψέλης, όπου μελετούσα πολιτική επιστήμη καθημερινά τα απογεύματα, στο Γυμνάσιο-Λύκειο, αρχές της δεκαετίας του 80: αγόραζα ελάχιστα βιβλία με τα ελάχιστα χρήματά μου, αλλά τα περισσότερα είχα το ελεύθερο να τα διαβάζω επιτόπου, με αντάλλαγμα … ένα-δυο γερά ανέκδοτα τη μέρα!
Το δεύτερο είναι η Πολιτεία.
Δεν έχω να πω πολλά για την ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ Πολιτεία, για τους  μοναδικούς της ανθρώπους (όχι, οι άλλοι βιβλιοπώλες ΔΕΝ είναι σαν αυτούς εδώ) και τα μοναδικά της βιβλία (όχι, τα «ίδια» βιβλία σε άλλα βιβλιοπωλεία ΔΕΝ είναι τα ίδια σαν αυτά εδώ), εκτός από το ότι δεν υπάρχει καλύτερο βιβλιοπωλείο απ’ αυτό.
Ή μάλλον έχω να πω κάτι ακόμα. Αν ακολουθούσα κάποιο θρησκευτικό δόγμα, θα ήθελα να μετέχω με ένα αίσθημα ευλάβειας, όπως αυτό που νιώθω όταν πλησιάζω έναν άνθρωπο της Πολιτείας για να ρωτήσω για ένα οποιοδήποτε βιβλίο (ο οποίος άνθρωπος, φυσικά, γνωρίζει απ έξω το βιβλίο αυτό και το θυμάται σα να το διάβαζε μόλις προ ολίγου, ακόμα κι αν έχει βγει σε ιδιωτική έκδοση το 1974…), όταν μου δίνει το βιβλίο και το κρατώ στο χέρι μου. Γι αυτούς είναι μια απλή πράξη, για μένα είναι πάντα η αρχή μιας αποκάλυψης.
        Κατερίνα Χρυσανθοπούλου

Xrysanthopoulou Katerina1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Νίκος Ερηνάκης: Η πρώτη ανάσα μετά το τελευταίο σκαλοπάτι

 
Δεν είναι τυχαία υπόγειο—η εμπειρία της καθόδου είναι αναγκαία για κάθε ξέφωτο.
Θυμάμαι μικρός να κατεβαίνω πρώτη φορά τα σκαλοπάτια· μ’ είχε οδηγήσει εκεί ένα κορίτσι, μεγαλύτερό μου, να μου δείξει κάποιο βιβλίο για το οποίο μου μιλούσε στις διακοπές. Νιώθω ακόμα εκείνη την πρώτη αύρα αλληλοανακάλυψης· μία αλλόκοτη λάμψη. Έκτοτε μέσα σ’ αυτό το γοητευτικό υπόγειο-ξέφωτο ανακαλύπτω κάθε φορά τη γωνία μου και κάποιο βιβλίο μετά ανακαλύπτει εμένα.
Υπάρχουν βιβλία που κρύβονται μέσα σε άλλα βιβλία, όπως στιγμές που φανερώνονται μέσα από άλλες στιγμές. Αυτά τα βιβλία κι αυτές οι στιγμές αποτελούν αφετηρίες. Η πρώτη ανάσα μετά το τελευταίο σκαλοπάτι σε πλημμυρίζει με την αίσθηση αυτών των αφετηριών. Εθίζεσαι, διψάς για νέες.
Σου υπενθυμίζει τον ερωτισμό του τυπωμένου βιβλίου, το παιχνίδισμα των λέξεων πάνω στο χαρτί, τη δυνατότητα ν’ ακολουθήσεις και να καθορίσεις το χορό με τα δάχτυλά σου. Ξεκινάς με τη σειρά σου τα βήματα από πάγκο σε πάγκο συμμετέχοντας σε μία αυτοσχεδιαστική χορογραφία μεταξύ φίλων.
Η μυρωδιά του βιβλίου, η αφή, τα κρυφά βλέμματα—σε τέτοιους χώρους θα σώζεται πάντα η σημασία του χαρτιού έναντι των οθονών.
Πριν απ’ όλα όμως, οι άνθρωποί του — σε κάνουν να πιστεύεις ξανά στη συλλογική φύση της ανάγνωσης. Τα χαμόγελά τους, οι αλλεπάλληλες προτάσεις και προτροπές τους, τα σχόλιά τους για τα δικά σου βιβλία· η ατέρμονη θέλησή τους — συνειδητή θέση και στάση — να επιμένουν στην ποίηση.
Κατεβαίνοντας αυτά τα σκαλοπάτια ρισκάρεις. Μπορεί να είναι η φορά που θ’ ανακαλύψεις τον στίχο που πάντα αναζητούσες, μπορεί όλα ν’ αλλάξουν, μπορεί κι όλα να τελειώσουν—κυρίως όταν δεν είσαι έτοιμος να τελειώσει ή ν’ αλλάξει τίποτα.  Όμορφος κίνδυνος, αμφίσημη σωτηρία· κάθε στιγμή ένα δυνάμει άνοιγμα. Είναι να μην το λατρεύεις αυτό το υπόγειο-ξέφωτο;
          Νίκος Ερηνάκης
 
Erinakis Nikos
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Χρήστος Χρυσόπουλος: Περιουσιολόγιο

 
Είμαστε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον λόγω μιας κοινής ιδιαιτερότητας. Μοιραζόμαστε μια πολύ συγκεκριμένη και δυσδιάκριτη έξη. Δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμη. Τη γνωρίζουμε μόνο εμείς που βαδίζουμε. Τη διακρίνουμε μόνο όταν περπατάμε. Την καταλαβαίνουμε στο βήμα του άλλου. Το στοιχείο που μας διακρίνει δεν είναι η δίψα μας για περιπλάνηση. Ούτε η μανία μας για περπάτημα. Δεν είμαστε μόνο εμείς πρόθυμοι να ξοδέψουμε άσκοπα τον χρόνο μας. Ούτε είναι αποκλειστικά δικό μας προνόμιο η ευκολία με την οποία χανόμαστε στους οικείους δρόμους της πόλης. Όλα αυτά είναι απλά πράγματα. Τα καταλαβαίνουν όλοι. Αλλού είναι η διαφορά. Σε κάτι διόλου ευχάριστο. Ας το διατυπώσω καλύτερα σε τρίτο πρόσωπο. Το χαρακτηριστικό του διαβάτη είναι η κόπωση. Όταν κινείται στην πόλη, αυτό που τον διακρίνει είναι το σύρσιμο των βημάτων. Να ποια είναι η οξύμωρη φύση του πλάνητα: η περιπλάνηση τον κουράζει. Τον γοητεύει, αλλά την ίδια στιγμή τον καταβάλλει. Κι όταν η βάδιση φτάσει να γίνει κοπιώδης, όταν το σώμα δεν μπορεί πια παρά μόνο να σέρνεται πίσω από το βλέμμα, τότε η ηδονή του διαβάτη φτάνει στο απόγειό της. Ο αφοσιωμένος περιπατητής συνεχίζει ακριβώς για να ξεπεράσει αυτό το μοναδικό σημείο. Και από εκεί κι έπειτα χάνεται μέσα στην παραίσθηση της βόλτας του. Την υπέρβαση αυτή τη γνωρίζει καλά όποιος είναι εθισμένος στη γοητεία της. Μόνο που, την ίδια στιγμή, ο μανιώδης διαβάτης οφείλει να είναι προσεκτικός, ώστε να μην εξαντληθεί πρόωρα. Κι έτσι, καθένας από εμάς έχει τα δικά του «καταφύγια» σε κάθε σημείο της πόλης. Σημεία όχι στάσης, αλλά εκφόρτισης. Χώρους στους οποίους θα αποσπαστεί για λίγο από τον δρόμο. Και θα κερδίσει λίγες δυνάμεις. Έχω ένα τέτοιο καταφύγιο. Κατεβαίνεις κάμποσα σκαλιά για να βρεθείς μέσα του. Δεν είναι μοναχικό, αντιθέτως μοιάζει με τον δρόμο: έχει τους δικούς του πιστούς, είναι συχνά γεμάτο κόσμο, έχει διαδρόμους, στροφές, «γειτονιές» που καθεμιά φιλοξενεί διαφορετικούς «ενοίκους» σε χαμηλές θέσεις ή σε σημεία περίβλεπτα που μοιάζουν με μπαλκόνια σε ψηλούς ορόφους. Εγώ, έχω εκεί μέσα τη δική μου αγαπημένη γωνιά. Για να πω την αλήθεια, μου ανήκει ένας απειροελάχιστος χώρος εκεί μέσα. Έχω κι εγώ μια ελάχιστη περιουσία εκεί. Στριμωγμένη. Στενή σαν φλοίδα. Σφηνωμένη σε ένα μπαλκόνι. Αυτό το καταφύγιο μοιάζει μικρό, μα, όσο κι αν περιπλανηθείς μέσα του, είναι ανεξάντλητο. Είναι μια ολόκληρη ιδεατή Πολιτεία κάτω από την πραγματική. Ξέρετε για ποιο καταφύγιο σας μιλάω.
                  Χρήστος Χρυσόπουλος
 
Xrysopoulos Xristos
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Αναστάσης Σιχλιμίρης: Οπότε ξέρεις, ραντεβού στην Πολιτεία

Τα βιβλία του Αναστάση Σιχλιμίρη: Πως το λένε αυτό το μέρος, Επτά μέρες βροχή.

 Η Πολιτεία έχει το πιο καταρτισμένο προσωπικό και γι' αυτό ακριβώς και τους πιο "διαβασμένους" πελάτες.Έχει τις καλύτερες τιμές και συνεχώς ανανεούμενες προσφορές.Έχει φιλοσόφους και παιδιά στο φως κι όπως αρμόζει fiction  στο υπόγειο.Μια μεγάλη διαφορά με τα υπόλοιπα αθηναικά βιβλιωπωλεία είνα πως στους πάγκους της Πολιτειάς δεν θα δεις τα συνηθισμένα εμπορικά όνοματα ή την λογική των μπεστ σέλερ, αλλά προτάσεις ουσίας.
 Η Πολιτεία για μένα ήταν σημείο συνάντησης και με τα χρόνια έγινε η ίδια η βόλτα.Οπότε ξέρεις, ραντεβού στην Πολιτεία.
    Αναστάσης Σιχλιμίρης
Sixlimiris Anastasis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Αν δεν είχα υπάρξει πολίτης αυτής της ξεχωριστής Πολιτείας…

Τα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου: Το γονίδιο της αμφιβολίας, Τα παιδιά του Κάιν, Ο ιπποπότης και η νεραιγελάδα, Αγιογραφία, Ο Ζίγκι απ’ τον Μαρφάν, Η ενοχή των υλικών.

Η Πολιτεία των βιβλίων δεν διέθετε βιτρίνα. Μια πόρτα όλη κι όλη που σου επέτρεπε να δεις τα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο της Ασκληπιού. Όπως όλα τα σπουδαία, την Πολιτεία των βιβλίων έπρεπε να την ανακαλύψεις. Και ήμουν τυχερός που την ανακάλυψα νωρίς. Μιλάω για την εποχή προ Διαδικτύου, την εποχή που τα ένθετα για το βιβλίο ήταν περιττή πολυτέλεια και μοναδική αξιόπιστη πληροφόρηση ήταν ο λόγος των φίλων. Μιλάω για την εποχή που τα βιβλιοπωλεία έπαιζαν έναν τελείως διαφορετικό ρόλο, έναν ρόλο βαθιά παιδευτικό… Ας μου συγχωρεθεί η υπερβολή, αλλά εγώ εκεί έμαθα γραφή και ανάγνωση. Η κάθοδος στην υπόγεια Πολιτεία των βιβλίων ήταν διαδικασία μύησης και η σκάλα της, για μένα, η απόλυτη έκφραση του Stairway to Heaven, κι ας έπρεπε να την κατέβεις για να βρεθείς στον παράδεισο. Σ’ αυτόν τον παράδεισο κυκλοφορούσαν πλάσματα που ζήλευα, σαν τον Στέφανο, τη Ραχήλ, τον Γιώργο – που τότε δεν ήξερα τα ονόματά τους… Ακόμα τους ζηλεύω! Δεν φτάνει που γνωρίζουν βιβλία και συγγραφείς (κι όταν λέω «γνωρίζουν» εννοώ επί της ουσίας), έχουν το σπάνιο προνόμιο να γνωρίζουν και το άλλο σκέλος της εξίσωσης: τους αναγνώστες. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που κατέβηκα τα σκαλιά, ως ένας από τους χιλιάδες ανώνυμους αναγνώστες, για να αντικρίσω εκεί, στους φιλόξενους πάγκους, ένα δικό μου βιβλίο. Εκείνη τη μέρα κατέβηκα τη σκάλα αναγνώστης και την ανέβηκα συγγραφέας. Είτε με τη μια είτε με την άλλη ιδιότητα, κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλιά αναλογίζομαι πως δεν θα ήμουν αυτός που είμαι αν δεν είχα υπάρξει πολίτης αυτής της ξεχωριστής Πολιτείας…

        Νίκος Παναγιωτόπουλος

Panagiatopoulos Nikos2

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιώτα Κριτσέλη: Η δική μου «Πολιτεία»

Η Γιώτα Κριτσέλη είναι εκδότρια και διευθύνει τις εκδόσεις Κίχλη
 
Με την «Πολιτεία» με συνδέουν ισχυροί δεσμοί· είναι το βιβλιοπωλείο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή μου ως αναγνώστριας. Έτυχε μάλιστα η νεανική μου ηλικία να συμπέσει με τα πρώτα βήματα της «Πολιτείας», τότε που ακόμα στεγαζόταν στη Στοά της Όπερας, η ενηλικίωσή μου με την περίοδο της εδραίωσής της, τη δεκαετία του ᾽90, και η ώριμη ηλικία μου με τη φάση της ωριμότητας που διανύει σήμερα το βιβλιοπωλείο.
Τί είναι όμως αυτό που κάνει την «Πολιτεία» ένα ξεχωριστό βιβλιοπωλείο, σημείο αναφοράς για συστηματικούς, απαιτητικούς αλλά και αμύητους αναγνώστες; Είναι, πιστεύω, ο συνδυασμός τεσσάρων παραγόντων: ποιοτικές επιλογές, πληρότητα σε τίτλους, καλή ταξινόμηση και, βέβαια, το πολύτιμο κεφάλαιο των ανθρώπων της «Πολιτείας».
Η «Πολιτεία» από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα υποστήριξε με συνέπεια τα ποιοτικά βιβλία και κάθε αξιόλογη προσπάθεια στον εκδοτικό χώρο.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η προσήλωση της «Πολιτείας» στα ποιοτικά βιβλία δεν υποχώρησε όταν το παλαιό υπόγειο επεκτάθηκε στα σημερινά τέσσερα εξειδικευμένα τμήματα. Αντιθέτως, η άνεση του χώρου συνδυάστηκε με μεγαλύτερη πληρότητα σε τίτλους (αξιοζήλευτη ακόμα και για τα δεδομένα μεγάλων ευρωπαϊκών βιβλιοπωλείων) και με νέες ταξινομικές κατηγορίες, κυρίως στον χώρο της ιστορίας, της φιλοσοφίας και των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, που είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες ακόμα και σε επιστήμονες.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η δυνατότητα που έχει ο αναγνώστης να έρθει σε επαφή με μεγάλο μέρος των βιβλίων που κυκλοφορούν, και μάλιστα με ορθή και εύχρηστη ταξινόμηση, είναι πολύ σημαντικό στοιχείο, που γίνεται σημαντικότερο αν συνυπολογίσουμε τη μεγάλη υστέρηση της χώρας μας σε δημόσιες βιβλιοθήκες. Είναι πολύτιμες οι υπηρεσίες που προσφέρουν τα καλά βιβλιοπωλεία —και ευτυχώς έχουμε μερικά— στη διαμόρφωση της παιδείας των αναγνωστών.
Ένα ακόμη σημαντικό βήμα στην εξέλιξη της «Πολιτείας» σημειώθηκε όταν το βιβλιοπωλείο επεκτάθηκε σε ξενόγλωσσους (κυρίως αγγλόγλωσσους) τίτλους, με αξιοζήλευτη επίσης πληρότητα ακόμη και σε σύγκριση με αντίστοιχα βιβλιοπωλεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Το σημαντικότερο κεφάλαιο της «Πολιτείας» ωστόσο είναι οι άνθρωποί της. Στο πρόσωπο της Νίκης Αναστασέα (παλαιότερα), της Μέμας (Μεμούλας για τους συναδέλφους της), του Γιώργου, του Στέφανου, της Ραχήλ, του Μιχάλη, του Νίκου Φρατζέτη (για να αναφέρω μόνο τους ανθρώπους της λογοτεχνίας) συναντά κανείς συστηματικούς και καλούς αναγνώστες, με γνώσεις, κριτήριο, μεράκι και πάθος. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί βιβλιόφιλοι εμπιστευόμαστε την κρίση των πωλητών της «Πολιτείας» όταν επιλέγουμε βιβλία.
Συχνά οφείλουμε κάτι παραπάνω στους ανθρώπους της «Πολιτείας». Στον Γιώργο Θωμόπουλο, για παράδειγμα, οφείλω προσωπικά τη γνωριμία μου με συγγραφείς που δεν γνώριζα. Αλλά και οι συζητήσεις για νέα βιβλία, για την αξιοπιστία ή μη μεταφράσεων, η επίδειξη «μαργαριταριών» σε κατά τα άλλα «φροντισμένες εκδόσεις», ο ενθουσιασμός για ξεχωριστά βιβλία, όλα αυτά μαζί συνθέτουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της «Πολιτείας». Στις συζητήσεις αυτές ενίοτε παίρνουν μέρος και άλλοι αναγνώστες, συχνά και φίλοι που συναντά κανείς στον χώρο του βιβλιοπωλείου — είναι από τις ωραιότερες στιγμές, όταν ένα αίσθημα συνενοχής, το αίσθημα του συνανήκειν στην κοινότητα των βιβλιόφιλων σου χαρίζει ισχυρές συγκινήσεις, που μπορεί να τις ανταγωνιστεί μόνο η αιφνίδια ανακάλυψη στα ράφια ή τους πάγκους ενός ανέλπιστου «θησαυρού», ενός τίτλου, για παράδειγμα, από την ξένη πεζογραφική σειρά των εκδόσεων «Μέδουσα». Υπήρξαν επίσης στιγμές στην «Πολιτεία» που ένιωσα σαν να γίνομαι ωτακουστής του παλαιοβιβλιοπώλη Μέντελ, όταν ανταποκρινόμενοι σε αίτημα πελάτη η Ραχήλ, ο Στέφανος, ο Γιώργος καταφέρνουν –παρά την άγνοια του τίτλου και την ασαφή περιγραφή του περιεχομένου του– να εντοπίσουν τελικά το αναζητούμενο βιβλίο!
Η σχέση μου με την «Πολιτεία» δεν άλλαξε καθόλου όταν εδώ και λίγα χρόνια δημιούργησα τις Εκδόσεις «Κίχλη»· παραμένει πρωτίστως σχέση αναγνώστριας προς αναγνώστες. Θυμάμαι πάντως την αμηχανία αλλά και τη συγκίνηση που ένιωσα όταν είδα στον πάγκο της «Πολιτείας» το πρώτο βιβλίο της «Κίχλης», καθώς επίσης και τη χαρά που δοκίμασα όταν, ένα απόγευμα με λίγους πελάτες και χαλαρή διάθεση, οι φίλοι της «Πολιτείας» με υποδέχθηκαν ανταλλάσσοντας μεταξύ τους επιμύθια από το «Οριζόντιο ύψος» του Αργύρη Χιόνη. Ακόμα, θυμάμαι ζωηρά μια σκηνή, όταν ο Μιχάλης με πήρε παράμερα και δείχνοντάς μου παραδείγματα από ένα κακά μεταφρασμένο βιβλίο μου είπε: «Να τι πρέπει να αποφύγεις πάση θυσία τώρα που έγινες εκδότρια!».
Τελειώνοντας, ήθελα να ευχηθώ στην «Πολιτεία» να μακροημερεύσει και να βελτιώνεται συνεχώς, εξακολουθώντας να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση και ευφορία στους αναγνώστες! Επίσης, επειδή διαθέτει αξιόλογο αριθμό ξενόγλωσσων βιβλίων θα ευχόμουν να περιληφθεί στους διεθνείς ταξιδιωτικούς οδηγούς ως ένα καλά ενημερωμένο ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο και, κυρίως, ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και αγαπητά στέκια, σημεία αναφοράς της πόλης μας. Ο ξένος επισκέπτης που θα κατέβει έστω και για λίγο στο υπόγειο της λογοτεχνίας κάτι από την ξεχωριστή ατμόσφαιρα του βιβλιοπωλείου θα νιώσει. Οι περισσότερο ευαίσθητοι ίσως και να αισθανθούν τον υπόγειο παλμό της πόλης μας, αυτού του άρρυθμου χάους, να ηχεί μέσα στο έρρυθμο σύμπαν του λαβύρινθου της «Πολιτείας».
              Γιώτα Κριτσέλη
* Για το κείμενο αυτό μου έδωσε την αφορμή η συμμετοχή μου σε ρεπορτάζ της Σταυρούλας Παπασπύρου (Lifo). Στην παρούσα μορφή του αποτελεί εμπλουτισμένη και επεξεργασμένη εκδοχή του αρχικού κειμένου.
Kritseli Giota Kixli
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
 
   

Βιβιάν Στεργίου: ...και θέλαμε να πάρουμε βιβλία για διακοπές, χωρίς να μπορούμε να πάμε διακοπές

Το Μπλέ Υγρό της Βιβιάν Στεργίου κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2017.
 
Δίπλα στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία ήταν μια αίθουσα πολυμέσων του πανεπιστημίου Αθηνών, μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Ένα δωμάτιο με υπολογιστές. Έτσι, πρώτη φορά πήρε το μάτι μου την Πολιτεία. Μια μέρα που μας πήγαν να “κάνουμε χρήση των υπολογιστών” είδα το βιβλιοπωλείο κι ερωτεύτηκα. Άρχισα να πηγαίνω μερικά Σάββατα, για να ηρεμώ, νωρίς το μεσημέρι. Έπαιρνα καφέ στο χέρι από τη Σόλωνος, περνούσα πάντα από την πλευρά του βιβλιοπωλείου και ποτέ από την πλευρά της πλατείας με το άγαλμα του Παλαμά, επειδή μ' άγχωνε αυτή η πλατεία και δεν μου άρεσε, ούτε μου αρέσει, ο Παλαμάς ή το άγαλμα του κι έμπαινα στο υπόγειο, ευχαριστημένη προκαταβολικά, προσέχοντας να μην χυθεί ο καφές μου ή να μην αγοράσω πάνω από ένα άντε δύο βιβλία τη φορά. Τελειώνοντας τις σπουδές και το καταναγκαστικό διάβασμα, έκοψα τον περιορισμό με το ένα βιβλίο τη φορά κι έχω αυξήσει τους καφέδες απ' έξω. Έχω κατέβει στο υπόγειο με πολύ άσχημη διάθεση, για να χαζέψω τα βιβλία, να ξεχαστώ, να βρω παρηγοριά. Έχω κατέβει με φίλους να αγοράσουμε από τα τραπέζια με τις προσφορές, απογεύματα άνοιξης χωρίς κανείς μας να έχει πάνω από δέκα ευρώ μαζί του, πριν πάμε βόλτα στην Κοτζιά, την Αιόλου και τελικά την περιοχή γύρω από την Ακρόπολη. Έχω έρθει με φίλη μου νωρίς το πρωί πριν πάμε στις δουλειές μας, πρωινά μες στο καλοκαίρι που όλα έκαιγαν, όλα έβραζαν, και θέλαμε να πάρουμε βιβλία για διακοπές, χωρίς να μπορούμε να πάμε διακοπές, να βάλουμε αντηλιακό στη διαδρομή από την Πολιτεία μέχρι το γραφείο και να περάσει η μέρα με την υπόσχεση ότι το βράδυ θα φυσήξει και θα διαβάζουμε τα βιβλία μας κάπου έξω πίνοντας παγωμένες μπύρες. Μού αρέσει που στην Πολιτεία τα καλά βιβλία είναι σε μεγάλες, χοντρές στοίβες και περιμένουν να διαβαστούν με αυτοπεποίθηση, που μερικές φορές στο ταμείο έχει ουρά και μπορείς να δεις τι κρατάνε αυτοί που περιμένουν να έρθει η σειρά τους και να πληρώσουν, που μερικές φορές μπορείς να πιάσεις κουβέντα για βιβλία, που νιώθεις οικεία κι αδιάβαστος μ' ωραίο τρόπο. Πριν πάρω τα βιβλία μου, περνώντας από την Ασκληπιού, κοιτώντας μέσα από το γυαλί τις βιτρίνας παρατηρώ όχι τα βιβλία, που δεν είναι στημένα όπως στις άλλες βιτρίνες, αλλά τους ανθρώπους που τα χαζεύουν, κι αισθάνομαι όπως όταν πάμε σχολείο και δεν έχουμε πάρει μαζί μας το τετράδιο με τις ασκήσεις για το σπίτι, ένα άδειασμα, μια πολύ μικρή αγωνία, ότι θέλω κι εγώ να μπω, να με παίξουν σ' αυτό που παίζουν και φαίνονται τόσο απορροφημένοι και να είμαι απ' αυτούς που στέκονται όρθιοι και ξεφυλλίζουν τα βιβλία, τα μυρίζουν ή ξύνουν τ΄αυτιά τους νομίζοντας πως κανείς δεν τους βλέπει- σημάδι ότι χαλαρώνουν ή ότι θέλουν πραγματικά πολύ να ξυθούν. Κατεβαίνοντας σκέφτομαι τους πιστούς που μπαίνουν στις εκκλησίες τους και λέω ότι με κάτι τέτοια ψυχολογικά κόλπα θα ξεχνιούνται, για να την παλεύουν. Μερικές φορές έχω προσπαθήσει ν' ακούσω μουσική απ' τ΄ακουστικά, αλλά μόλις ξεκλειδώνω το κινητό τελικά βαριέμαι, δεν θέλω να απομονωθώ, συγκεντρώνομαι στα εξώφυλλα που πρώτα τα πιάνω και μετά τα διαβάζω (μ' αρέσουν ειδικά αυτά που είναι ανάγλυφα ή γυαλιστερά και μπορείς να πιέζεις με το δάχτυλο σου τα γράμματα). Ανοίγω σελίδες στην τύχη, που άλλες είναι καλές, άλλες εκείνη την ώρα δεν μου πάνε και με ζαλίζουν ή μου προκαλούν εκνευρισμό κι ανυπομονησία. Μερικές φορές έχω αγοράσει βιβλία που μετά με αλλάξανε και ήδη την ώρα που τα αγόραζα και βγαίνοντας από την Πολιτεία στην οδό Ασκληπιού έλεγα ότι κάτι καλό θα γίνει, τα ένιωθα στην τσάντα μου και ζεσταινόμουν. Μερικές φορές ξέρω τι θέλω να πάρω πριν μπω στο βιβλιοπωλείο, αλλά ξεχνιέμαι και τελικά παίρνω άλλο ή πιάνω πρώτα όλα τα βιβλία που είναι μπροστά μπροστά, τα μυρίζω, τ΄αφήνω πάλι κάτω και φτάνω μέσα από μία περίπλοκη διαδρομή σ' αυτό που απ' την αρχή ήταν ο προορισμός μου, αυτό που με έφερε μέχρι την οδό Ασκληπιού. Ποτέ δεν έχω αγοράσει από το σπίτι ή από απόσταση και λίγες φορές έχω φύγει μόνο με ένα βιβλίο. Μερικές φορές, στο ταμείο λέω ψέματα ότι κάτι είναι για άλλον, μού το τυλίγουν προσεχτικά για δώρο και τελικά το διαβάζω εγώ. 
                    Βιβιάν Στεργίου
Stergiou Vivian
                   (Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κώστας Θ. Καλφόπουλος: Στους λαβύρινθους της Πολιτείας

 
Αν και θυμάμαι την «Πολιτεία» στα πρώτα βήματά της στη Στοά της Όπερας, σε μια Αθήνα, που υπήρχε ο «Ελπήνωρ», ο «Ρόμβος», το «Χνάρι», η «Δωδώνη», ουσιαστικά τη γνώρισα αρχές δεκαετίας του ’90, όταν επέστρεψα από τη Γερμανία. Αυτό που μ’ αρέσει κατ’ αρχάς είναι το γεγονός, ότι για να γνωρίσεις τη λογοτεχνία πρέπει να κατεβείς τα σκαλιά του υπογείου: μια κατάβαση και μία κάθοδος που έχει κάτι από την ατμόσφαιρα του καταφύγιου, του στεκιού (τα παλιά χρόνια πολλά σφαιριστήρια ήταν υπόγεια), του καπηλειού. Ύστερα είναι τα πρόσωπα, και δεν εννοώ μόνο συγκεκριμένα άτομα που ο καθένας μπορεί να γνωρίζει και να συνομιλεί μαζί τους ή τους φίλους που μπορεί κανείς να συναντήσει, εννοώ τις φυσιογνωμίες που παρατηρεί κανείς στα τμήματα του βιβλιοπωλείου, που ποικίλλουν ανάλογα με τα ενδιαφέροντά και τις αναζητήσεις τους, αλλά και άτομα που σχετίζονται με τον χώρο και το εμπόριο του βιβλίου. Βέβαια, το γεγονός ότι εδώ εργάζονται χρόνια η Μεμούλα και η Ραχήλ, που τις γνωρίζω από τις προηγούμενες θητείες τους, αλλά και ο Γιώργος (στον οποίο οφείλω την ανάγνωση του «Πάθους», της Ζανέτ Ουίντερσον, που σε ταξιδεύει ονειρικά στη Βενετία των ναπολεόντειων χρόνων), βοηθάει ακόμα περισσότερο στην εξοικείωση με τον χώρο και με τα υπόλοιπα μέλη μιας κυψέλης, γιατί, για μένα, αυτό κυρίως είναι η Πολιτεία: μία κυψέλη από παιδιά που αγαπούν τη δουλειά τους (σε μια χώρα που ο Νεοέλληνας έχει αποξενωθεί πια από την εργασία) και γνωρίζουν καλά τον εκδοτικό χώρο, μία Κιβωτός των βιβλίων, ένα «πέρασμα» στην ψυχογεωγραφική περιπλάνηση στο κέντρο, για να θυμηθούμε τον Ντεμπόρ (και τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη που, ως γνωστόν, απεχθάνεται τους «καταστασιακούς», τον Νίκο Καρούζο και τον Χέγκελ).
Η Πολιτεία, για μένα, απαρτίζεται βασικά από 3 τμήματα (πριν ανοίξει και το τέταρτο «παράρτημα»): πρωτίστως, το τμήμα με τα ξενόγλωσσα βιβλία των κοινωνικών επιστημών, όπου υπάρχει μία εξαιρετική επιλογή σε αγγλοσαξονικούς τίτλους (οι οποίοι διαρκώς ανανεώνονται), που θα τη ζήλευαν αρκετά βιβλιοπωλεία της Εσπερίας. Ύστερα, ο ημιόροφος, με τα κινηματογραφικά, αλλά και τα βιβλία γύρω από την αρχιτεκτονική (ελληνικά και, κυρίως, ξένα). Κάπου ανάμεσα μπορεί κανείς να αναζητήσει και πολλούς ταξιδιωτικούς τίτλους ή βιβλία για το σκάκι και τα κόμιξ, αλλά δυστυχώς όχι για το su doku. Τέλος, η λογοτεχνία, ο πάγκος με τα περιοδικά, κυρίως όμως η γωνία και ο πάγκος με τα αστυνομικά (τα ξένα μεταφέρθηκαν πλέον στο νέο κατάστημα, μαζί με την ποίηση), τα ράφια με τον Μαρή, τη Χάισμιθ και τον Σιμενόν, αλλά και τα ράφια στην πίσω πλευρά του πάγκου: η Πολιτεία είναι, αν δεν κάνω λάθος, το πρώτο βιβλιοπωλείο στην Αθήνα που έδωσε χώρο άπλετο σ’ αυτό το λογοτεχνικό είδος, στα πρότυπα των ξένων βιβλιοπωλείων.
Η Πολιτεία μού θυμίζει (κι αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος να την επισκέπτομαι) το Αμβούργο τη δεκαετία του 80, όταν κι εκεί είχε ανοίξει δίπλα στο Πανεπιστήμιο ένα αντίστοιχο βιβλιοπωλείο με νέα παιδιά που ήξεραν και αγαπούσαν το βιβλίο, η Heinrich Heine Buchhandlung, που γρήγορα κι αυτή επεκτάθηκε στο τετράγωνο που στέγασε το πρώτο κάταστημα, όπως συνέβη και με την Πολιτεία. Βέβαια, όπως και η συνώνυμη πλατωνική ουτοπία, η Πολιτεία δεν (μπορεί να) είναι «τέλεια»: τις Δευτέρες και τις μέρες του Τσαμπιονς Λήγκ και της Ευρωλίγκας ανάβουν οι συζητήσεις γύρω από τον «θρύλο», πώς θα κερδίσει και γιατί στο τέλος έχασε. Εκείνες τις μέρες υπάρχει μία ερυθρόλευκη κυριαρχία (μάλλον αντανακλά τις προτιμήσεις του κλάδου), οπότε καλό είναι να αποφεύγει κανείς τις σχετικές συζητήσεις, ακόμα κι όταν χάνει ο «γαύρος» (αυτό τουλάχιστον επιβάλλει το fair play).
Θέλω να ευχηθώ δύο πράγματα στην Πολιτεία και τους συνεργάτες της: πρώτον, να μακροημερεύσει και δεύτερον, ίσως το βασικότερο, να μπεί σύντομα στους ξένους ταξιδιωτικούς οδηγούς, ως σημείο αναφοράς της πόλης για τον ξένο επισκέπτη, περιηγητή, και κυρίως αναγνώστη.
                               Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Kalfopoulos Kostas
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Βαγγέλης Προβιάς: Ραντεβού στην Πολιτεία

Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης του Βαγγέλη Προβιά κυκλοφόρησαν τον Ιούνιο του 2014.
 
Φαντάζομαι ότι έχω ένα πολύ σημαντικό ραντεβού. Στην γωνία Ασκληπιού με Ακαδημίας. Είμαι αγχωμένος, αλλά και χαρούμενος. Πολύ. …και τα δύο πολύ.
Πρόκειται να συναντηθώ με τον Άντον Τσέχωφ. Εμφανίζεται στην ώρα του, με απόλυτη ακρίβεια. περπατώντας αργά και κάπως κουρασμένα. Χαιρετιόμαστε, δεν μιλά Ελληνικά ή Αγγλικά, αλλά εγώ ψελλίζω τα λίγα Ρώσικα που έμαθα και δεν έχω ξεχάσει. Κάνουμε αργά τα λίγα βήματα προς το 1-3 της Ασκληπιού. Βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Τον βοηθώ να κατέβει την απότομη σκάλα προς το τμήμα λογοτεχνίας (είναι άρρωστος, ασθενικός – αλλά κεφάτος). Όταν το μέγεθος του χώρου, η υπέροχη πλημμύρα των βιβλίων, αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια του, στέκεται μαγεμένος. Δεν είχε δει ποτέ όσο ζούσε τέτοιο βιβλιοπωλείο…
Αφού συνέρχεται από την έκπληξη (... τοποθετώ ένα δάκρυ χαράς στα μάτια του, λόγω του εκδημοκρατισμού της αφήγησης, στην εποχή του βιβλία ήταν για λίγους και τώρα…) φαντάζομαι να ξεκινώ την ξενάγηση από το ράφι που βρίσκονται τα έργα του. Κάθεται, λαχανιασμένος από την λαχτάρα, σε ένα σκαμπό και περιεργάζεται τις πολλές, ωραίες, ελληνικές εκδόσεις που έχουν στο εξώφυλλο το όνομά του. Τα βιβλία του βρίσκονται  σε δύο σημεία, εκτός από το τμήμα της Λογοτεχνίας υπάρχει και στο Θέατρο, αλλά αυτό θα του το πω με τρόπο – διάβασα κάπου ότι δεν ήθελε να τον θυμούνται ως θεατρικό συγγραφέα…
Μετά από λίγη ώρα, σταματά να περιεργάζεται τα βιβλία του (τον εντυπωσιάζουν οι γραφίστικες απεικονίσεις του προσώπου του, σε κάποια εξώφυλλα) και εξερευνούμε μαζί τον χώρο. Του δείχνω τους άλλους Ρώσους μεγάλους, κάποιους τους γνώρισε, πολλούς όχι. Του δείχνω και Έλληνες, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Χάκκα… Και μετά, μου έρχεται μία ιδέα… Θα του μαζέψω να του δείξω ένα βιβλίο από όλους τους μεγάλους σύγχρονους και Έλληνες συγγραφείς που τον αναφέρουν ως βαθειά και σημαντική επιρροή… Πόσο θα εκπλαγεί. Έχει άραγε ιδέα πόσο πολλά έκανε, και ας έζησε μόνο 40 κάτι χρόνια; Φαντάζεται πόσο και πόσους επηρέασε;
…Φαντάζομαι τρελά πράγματα στην Πολιτεία. Αναμενόμενο. Λίγοι χώροι έχουν τροφοδοτήσει με τόσο ισχυρή και εμπνευστική ενέργεια την σκέψη και την φαντασία μου. Γι αυτό, σαν το σκυλί του Παβλόφ, κάθε που την επισκέπτομαι, η φαντασία μου δημιουργεί τρέλες…
                        Βαγγέλης Προβιάς

Provias Vaggelis(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Λευτέρης Ξανθόπουλος: Εκατόν δέκα τ' αλεπουδάκια

Οι ποιητικές συλλογές και τα βιβλία του Λευτέρη Ξανθόπουλου: Γάτες αλλού και άλλες ιστορίες, Η έβδομη βροχή, Γιατί οι γυναίκες δεν αγαπούν τη βροχή, Άγγελος των πρώτων ημερών, Σήκωσε το κεφάλι σου πατέρα.

Νύχτα, χειμώνας, η αλεπού κάθεται στα πίσω της πόδια σε μια βουνοκορφή μαζί με τ' αλεπουδάκια της. Στην απέναντι πλαγιά καίει μια φωτιά. Περνάει η ώρα και το αλεπουδάκι ρωτάει τη μάνα του, "Μάνα καλέ μάνα, τι κάνουμε εδώ πάνω στις ερημιές;" Εκείνη, γυρνάει και λέει, "Ζεσταινόμαστε παιδάκι μου". Περνάει ακόμα λίγη ώρα κι εκεί που καθόταν ήσυχο το αλεπουδάκι, τινάζεται πάνω κι αρχινάει να τρέχει πίσω από την ουρά του και να φωνάζει "όϊ όϊ μάναμ', όϊ όϊ μάναμ'". "Τί έπαθες καλό μου παιδί;" ρωτάει ανήσυχη η αλεπού. Οχού μάνα, πού να σου λέω, πετάχτηκε μια σπίθα από την απέναντι φωτιά και μου 'καψε τον κώλο". Τότε ήταν που κούνησε το κεφάλι της η αλεπού και είπε, "Εκατό η αλεπού, εκατόν δέκα τ' αλεπουδάκια".
Βγαίνοντας από την Πολιτεία, με τα καινούργια βιβλία υπό μάλης, δυνατές προμήθειες για τις άνυδρες εποχές και ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για την Ασκληπιού, πώς και θυμήθηκα τον πατέρα να μας λέει δίπλα στη φωτιά αυτήν ακριβώς την ιστορία που μόλις τώρα ακούσατε.
Από τον Γιωργάκη και την Ραχήλ ίσαμε τον Νίκο και τον Στέφανο, η Πολιτεία είναι γεμάτη αλεπουδάκια.
        Λευτέρης Ξανθόπουλος

Xanthopoulos Lefteris 1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Βαίλης Παπαθεοδώρου: Μια θετική αύρα, από τις λίγες στο κέντρο της πόλης

 
Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για την Πολιτεία, χωρίς να πει τα ήδη χιλιοειπωμένα. Πώς να αναφερθείς άλλωστε σε κάτι πολύ οικείο σου, χωρίς να πέσεις σε τετριμμένα κλισέ; Άλλωστε για τους ανθρώπους, τους εργαζόμενους, τους φίλους που δουλεύουν στο βιβλιοπωλείο, όλα είναι γνωστά: Η διάθεσή τους, η φιλικότητά τους, η κατάρτισή τους, οι συμβουλές τους, το πώς μπορούν να καθοδηγήσουν σωστά τον πελάτη στην εύρεση του κατάλληλου βιβλίου. Οι ίδιες καλές κουβέντες ισχύουν και για τον ιδιοκτήτη: Ένας άνθρωπος που σέβεται πελάτες και υπαλλήλους, σέβεται το πνευματικό προϊόν που διακινεί, αφήνοντας τους πάντες να αλληλοεπιδράσουν.
 Ίσως θα ήταν πιο αντικειμενικό να αφήναμε έναν πελάτη να μιλήσει, να μας διηγηθεί την πορεία της «κοινωνικής του ενηλικίωσης», μέσα από το βιβλιοπωλείο και μέσω αυτού και των ανθρώπων του. Γιατί το πιο συνηθισμένο είναι ο απλός περαστικός να γίνει πελάτης και μετά θαμώνας και στο τέλος φίλος. Να έχει υπάρξει φοιτητής και μετά εργαζόμενος, οικογενειάρχης ή ακόμα και συνταξιούχος, διανύοντας την πορεία της ζωής του παράλληλα με αυτήν του βιβλιοπωλείου. Μια πορεία ενηλικίωσης μέσω της Πολιτείας που ούτε ο ίδιος θα καταλάβει πώς εξελίχθηκε και κατέληξε να γίνει μια γλυκιά εμμονή με το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο. Θα δει τον εαυτό του να συχνάζει εκεί, αρκετές φορές χωρίς λόγο, απλά για να πει μια καλημέρα, να ρωτήσει πώς πάνε τα πράγματα, να δει όλα τα βιβλία, παλιά και καινούρια, απλωμένα στους πάγκους, βιβλία που απλώνονται πάντα σύμφωνα με το κριτήριο των φίλων εργαζομένων, και όχι με κριτήρια εμπορικότητας ή πληρωμένης βιτρίνας. Η Πολιτεία ήταν και είναι ένα σταθερό σημείο αναφοράς για όλους τους φίλους της, κάτι σαν οικογένεια, χωριό, ρίζες.
Προσωπικά οφείλω ένα τεράστιο ευχαριστώ στις φίλες μου στο παιδικό τμήμα (Μαρία, Ελένη, Κατερίνα), στο Γιώργο στο τμήμα ενηλίκων, που με συστήνουν και προτείνουν, όχι μόνο σε πελάτες, αλλά και σε καθηγητές σχολείων καθώς και σε ενήλικες αναγνώστες. Και τους ευχαριστώ γι’αυτό, ξέροντας (ίσως) ότι δεν το έχουν ανάγκη, γιατί αυτό το κάνουν και για άλλους συγγραφείς, επειδή είναι ο τρόπος, όχι που δουλεύουν, αλλά που κινούνται ως φιλοσοφία ή στάση ζωής σε σχέση με το βιβλίο. Διαβάζω, ενημερώνομαι, αναγνωρίζω τις ανάγκες του πελάτη, προτείνω.
Δεν ξέρω γιατί είναι δύσκολο να υπάρξουν κι άλλες-πολλές Πολιτείες, ίσως αυτό να οφείλεται στη δυσκολία επίτευξης του αυτονόητου και του απλού: Όσο πιο φυσιολογικό είναι κάτι, τόσο τείνει να σπανίζει. Γιατί κανονικά έτσι θα έπρεπε να είναι κατά κανόνα –κι όχι κατ’ εξαίρεση- όλα τα βιβλιοπωλεία, σε σχέση με τους εργαζόμενους, τους εργοδότες, τους πελάτες, τον τρόπο που διακινείται το βιβλίο.
Έχει ειπωθεί κατά κόρον, ότι η Πολιτεία είναι οι άνθρωποί της. Ναι, σίγουρα, θα το προχωρήσω όμως λίγο ακόμα, λέγοντας ότι όλοι οι άνθρωποι που ζουν και κινούνται γύρω από αυτό το βιβλιοπωλείο, αλληλοεπιδρούν και δημιουργούν μια αύρα, που φιλτράρεται μέσα από τα βιβλία.
Η Πολιτεία τελικά είναι μια θετική αύρα, από τις λίγες στο κέντρο της πόλης.
             Βασίλης Παπαθεοδώρου
 
Papatheodorou Vasilis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Δημήτρης Στεφανάκης: Bιβλία που περιμένουν υπομονετικά το δικό τους αναγνώστη

 
Περνώ συχνά από το υπόγειο της οδού Ασκληπιού, τηρώντας μια συνήθεια που με πάει πίσω στα χρόνια εκείνα που δεν ήμουν παρά ένας απλός αναγνώστης κι ονειρευόμουν τη δόξα του συγγραφέα. Περικυκλωμένος από αμέτρητα βιβλία τοποθετημένα σε πάγκους και ράφια, βιβλία που περιμένουν υπομονετικά το δικό τους αναγνώστη, νιώθω σαν να πολιορκούμαι από χιλιάδες ιστορίες, χαρακτήρες και  συγγραφείς που εγκαταβιώνουν νοερά σ' αυτό το σιωπηλό πανηγύρι της γνώσης.  Μαντεύω πάνω στο χαρτί την αφή άλλων ανθρώπων, οσμίζομαι το μεθυστικό μελάνι του τυπογραφείου, ακούω το θρόισμα από το φυλλομέτρημα κι αφουγκράζομαι την άδηλη αγωνία του επίδοξου αναγνώστη καθώς πασχίζει με μια γρήγορη ματιά να πάρει τη μεγάλη απόφαση: να αγοράσει ή όχι ένα βιβλίο που τράβηξε μόλις την προσοχή του. Στο βιβλιοπωλείο "Πολιτεία" μοιράζεται κανείς αυτή τη σεμνή ιεροτελεστία των αισθήσεων με τους ανθρώπους της που τους γνωρίζουμε πια με τα μικρά τους ονόματα. 
                   Δημήτρης Στεφανάκης
 
Stefanakis Dimitris
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Σελίδα 1 από 3

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΛΟΥΒΡΟ
BARTZ GABRIELE
€15.00 €6.75
(-55%)
Κερδίζετε €8.25
Η ΜΙΚΡΗ ΡΟΚ
MAUPASSANT GUY. DE
€2.13 €0.85
(-60%)
Κερδίζετε €1.28

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Αλέκος Λούντζης: Μια υπόγεια πολιτεία Ο Αλέκος Λούντζης έχει γράψει την Προπαγάνδα - Κάποια πράγματα για κάποια πράγματα Οι δεσμώτες του χαρτιού κι οι γραφικοί τους χαρακτήρεςοι τελευτ...

Κατά τ’ άλλα ...Περισσότερα

Ο Einstein διαβάζοντας

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Kurt Vonnegut: Έτσι πάει Ο άντρας που βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι ήταν ένας πρώην λοχαγός του πεζικού ονόματι Έλιοτ Ροουζγουότερ. Ο Ροουζγουότερ είχε βαρεθεί να είναι μεθυσμ...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal
MyBank