Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Βίος και Πολιτεία

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Αν δεν είχα υπάρξει πολίτης αυτής της ξεχωριστής Πολιτείας…

Τα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου: Το γονίδιο της αμφιβολίας, Τα παιδιά του Κάιν, Ο ιπποπότης και η νεραιγελάδα, Αγιογραφία, Ο Ζίγκι απ’ τον Μαρφάν, Η ενοχή των υλικών.

Η Πολιτεία των βιβλίων δεν διέθετε βιτρίνα. Μια πόρτα όλη κι όλη που σου επέτρεπε να δεις τα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο της Ασκληπιού. Όπως όλα τα σπουδαία, την Πολιτεία των βιβλίων έπρεπε να την ανακαλύψεις. Και ήμουν τυχερός που την ανακάλυψα νωρίς. Μιλάω για την εποχή προ Διαδικτύου, την εποχή που τα ένθετα για το βιβλίο ήταν περιττή πολυτέλεια και μοναδική αξιόπιστη πληροφόρηση ήταν ο λόγος των φίλων. Μιλάω για την εποχή που τα βιβλιοπωλεία έπαιζαν έναν τελείως διαφορετικό ρόλο, έναν ρόλο βαθιά παιδευτικό… Ας μου συγχωρεθεί η υπερβολή, αλλά εγώ εκεί έμαθα γραφή και ανάγνωση. Η κάθοδος στην υπόγεια Πολιτεία των βιβλίων ήταν διαδικασία μύησης και η σκάλα της, για μένα, η απόλυτη έκφραση του Stairway to Heaven, κι ας έπρεπε να την κατέβεις για να βρεθείς στον παράδεισο. Σ’ αυτόν τον παράδεισο κυκλοφορούσαν πλάσματα που ζήλευα, σαν τον Στέφανο, τη Ραχήλ, τον Γιώργο – που τότε δεν ήξερα τα ονόματά τους… Ακόμα τους ζηλεύω! Δεν φτάνει που γνωρίζουν βιβλία και συγγραφείς (κι όταν λέω «γνωρίζουν» εννοώ επί της ουσίας), έχουν το σπάνιο προνόμιο να γνωρίζουν και το άλλο σκέλος της εξίσωσης: τους αναγνώστες. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που κατέβηκα τα σκαλιά, ως ένας από τους χιλιάδες ανώνυμους αναγνώστες, για να αντικρίσω εκεί, στους φιλόξενους πάγκους, ένα δικό μου βιβλίο. Εκείνη τη μέρα κατέβηκα τη σκάλα αναγνώστης και την ανέβηκα συγγραφέας. Είτε με τη μια είτε με την άλλη ιδιότητα, κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλιά αναλογίζομαι πως δεν θα ήμουν αυτός που είμαι αν δεν είχα υπάρξει πολίτης αυτής της ξεχωριστής Πολιτείας…

        Νίκος Παναγιωτόπουλος

Panagiatopoulos Nikos2

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιώτα Κριτσέλη: Η δική μου «Πολιτεία»

Η Γιώτα Κριτσέλη είναι εκδότρια και διευθύνει τις εκδόσεις Κίχλη
 
Με την «Πολιτεία» με συνδέουν ισχυροί δεσμοί· είναι το βιβλιοπωλείο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή μου ως αναγνώστριας. Έτυχε μάλιστα η νεανική μου ηλικία να συμπέσει με τα πρώτα βήματα της «Πολιτείας», τότε που ακόμα στεγαζόταν στη Στοά της Όπερας, η ενηλικίωσή μου με την περίοδο της εδραίωσής της, τη δεκαετία του ᾽90, και η ώριμη ηλικία μου με τη φάση της ωριμότητας που διανύει σήμερα το βιβλιοπωλείο.
Τί είναι όμως αυτό που κάνει την «Πολιτεία» ένα ξεχωριστό βιβλιοπωλείο, σημείο αναφοράς για συστηματικούς, απαιτητικούς αλλά και αμύητους αναγνώστες; Είναι, πιστεύω, ο συνδυασμός τεσσάρων παραγόντων: ποιοτικές επιλογές, πληρότητα σε τίτλους, καλή ταξινόμηση και, βέβαια, το πολύτιμο κεφάλαιο των ανθρώπων της «Πολιτείας».
Η «Πολιτεία» από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα υποστήριξε με συνέπεια τα ποιοτικά βιβλία και κάθε αξιόλογη προσπάθεια στον εκδοτικό χώρο.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η προσήλωση της «Πολιτείας» στα ποιοτικά βιβλία δεν υποχώρησε όταν το παλαιό υπόγειο επεκτάθηκε στα σημερινά τέσσερα εξειδικευμένα τμήματα. Αντιθέτως, η άνεση του χώρου συνδυάστηκε με μεγαλύτερη πληρότητα σε τίτλους (αξιοζήλευτη ακόμα και για τα δεδομένα μεγάλων ευρωπαϊκών βιβλιοπωλείων) και με νέες ταξινομικές κατηγορίες, κυρίως στον χώρο της ιστορίας, της φιλοσοφίας και των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, που είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες ακόμα και σε επιστήμονες.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η δυνατότητα που έχει ο αναγνώστης να έρθει σε επαφή με μεγάλο μέρος των βιβλίων που κυκλοφορούν, και μάλιστα με ορθή και εύχρηστη ταξινόμηση, είναι πολύ σημαντικό στοιχείο, που γίνεται σημαντικότερο αν συνυπολογίσουμε τη μεγάλη υστέρηση της χώρας μας σε δημόσιες βιβλιοθήκες. Είναι πολύτιμες οι υπηρεσίες που προσφέρουν τα καλά βιβλιοπωλεία —και ευτυχώς έχουμε μερικά— στη διαμόρφωση της παιδείας των αναγνωστών.
Ένα ακόμη σημαντικό βήμα στην εξέλιξη της «Πολιτείας» σημειώθηκε όταν το βιβλιοπωλείο επεκτάθηκε σε ξενόγλωσσους (κυρίως αγγλόγλωσσους) τίτλους, με αξιοζήλευτη επίσης πληρότητα ακόμη και σε σύγκριση με αντίστοιχα βιβλιοπωλεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Το σημαντικότερο κεφάλαιο της «Πολιτείας» ωστόσο είναι οι άνθρωποί της. Στο πρόσωπο της Νίκης Αναστασέα (παλαιότερα), της Μέμας (Μεμούλας για τους συναδέλφους της), του Γιώργου, του Στέφανου, της Ραχήλ, του Μιχάλη, του Νίκου Φρατζέτη (για να αναφέρω μόνο τους ανθρώπους της λογοτεχνίας) συναντά κανείς συστηματικούς και καλούς αναγνώστες, με γνώσεις, κριτήριο, μεράκι και πάθος. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί βιβλιόφιλοι εμπιστευόμαστε την κρίση των πωλητών της «Πολιτείας» όταν επιλέγουμε βιβλία.
Συχνά οφείλουμε κάτι παραπάνω στους ανθρώπους της «Πολιτείας». Στον Γιώργο Θωμόπουλο, για παράδειγμα, οφείλω προσωπικά τη γνωριμία μου με συγγραφείς που δεν γνώριζα. Αλλά και οι συζητήσεις για νέα βιβλία, για την αξιοπιστία ή μη μεταφράσεων, η επίδειξη «μαργαριταριών» σε κατά τα άλλα «φροντισμένες εκδόσεις», ο ενθουσιασμός για ξεχωριστά βιβλία, όλα αυτά μαζί συνθέτουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της «Πολιτείας». Στις συζητήσεις αυτές ενίοτε παίρνουν μέρος και άλλοι αναγνώστες, συχνά και φίλοι που συναντά κανείς στον χώρο του βιβλιοπωλείου — είναι από τις ωραιότερες στιγμές, όταν ένα αίσθημα συνενοχής, το αίσθημα του συνανήκειν στην κοινότητα των βιβλιόφιλων σου χαρίζει ισχυρές συγκινήσεις, που μπορεί να τις ανταγωνιστεί μόνο η αιφνίδια ανακάλυψη στα ράφια ή τους πάγκους ενός ανέλπιστου «θησαυρού», ενός τίτλου, για παράδειγμα, από την ξένη πεζογραφική σειρά των εκδόσεων «Μέδουσα». Υπήρξαν επίσης στιγμές στην «Πολιτεία» που ένιωσα σαν να γίνομαι ωτακουστής του παλαιοβιβλιοπώλη Μέντελ, όταν ανταποκρινόμενοι σε αίτημα πελάτη η Ραχήλ, ο Στέφανος, ο Γιώργος καταφέρνουν –παρά την άγνοια του τίτλου και την ασαφή περιγραφή του περιεχομένου του– να εντοπίσουν τελικά το αναζητούμενο βιβλίο!
Η σχέση μου με την «Πολιτεία» δεν άλλαξε καθόλου όταν εδώ και λίγα χρόνια δημιούργησα τις Εκδόσεις «Κίχλη»· παραμένει πρωτίστως σχέση αναγνώστριας προς αναγνώστες. Θυμάμαι πάντως την αμηχανία αλλά και τη συγκίνηση που ένιωσα όταν είδα στον πάγκο της «Πολιτείας» το πρώτο βιβλίο της «Κίχλης», καθώς επίσης και τη χαρά που δοκίμασα όταν, ένα απόγευμα με λίγους πελάτες και χαλαρή διάθεση, οι φίλοι της «Πολιτείας» με υποδέχθηκαν ανταλλάσσοντας μεταξύ τους επιμύθια από το «Οριζόντιο ύψος» του Αργύρη Χιόνη. Ακόμα, θυμάμαι ζωηρά μια σκηνή, όταν ο Μιχάλης με πήρε παράμερα και δείχνοντάς μου παραδείγματα από ένα κακά μεταφρασμένο βιβλίο μου είπε: «Να τι πρέπει να αποφύγεις πάση θυσία τώρα που έγινες εκδότρια!».
Τελειώνοντας, ήθελα να ευχηθώ στην «Πολιτεία» να μακροημερεύσει και να βελτιώνεται συνεχώς, εξακολουθώντας να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση και ευφορία στους αναγνώστες! Επίσης, επειδή διαθέτει αξιόλογο αριθμό ξενόγλωσσων βιβλίων θα ευχόμουν να περιληφθεί στους διεθνείς ταξιδιωτικούς οδηγούς ως ένα καλά ενημερωμένο ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο και, κυρίως, ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και αγαπητά στέκια, σημεία αναφοράς της πόλης μας. Ο ξένος επισκέπτης που θα κατέβει έστω και για λίγο στο υπόγειο της λογοτεχνίας κάτι από την ξεχωριστή ατμόσφαιρα του βιβλιοπωλείου θα νιώσει. Οι περισσότερο ευαίσθητοι ίσως και να αισθανθούν τον υπόγειο παλμό της πόλης μας, αυτού του άρρυθμου χάους, να ηχεί μέσα στο έρρυθμο σύμπαν του λαβύρινθου της «Πολιτείας».
              Γιώτα Κριτσέλη
* Για το κείμενο αυτό μου έδωσε την αφορμή η συμμετοχή μου σε ρεπορτάζ της Σταυρούλας Παπασπύρου (Lifo). Στην παρούσα μορφή του αποτελεί εμπλουτισμένη και επεξεργασμένη εκδοχή του αρχικού κειμένου.
Kritseli Giota Kixli
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
 
   

Κώστας Θ. Καλφόπουλος: Στους λαβύρινθους της Πολιτείας

 
Αν και θυμάμαι την «Πολιτεία» στα πρώτα βήματά της στη Στοά της Όπερας, σε μια Αθήνα, που υπήρχε ο «Ελπήνωρ», ο «Ρόμβος», το «Χνάρι», η «Δωδώνη», ουσιαστικά τη γνώρισα αρχές δεκαετίας του ’90, όταν επέστρεψα από τη Γερμανία. Αυτό που μ’ αρέσει κατ’ αρχάς είναι το γεγονός, ότι για να γνωρίσεις τη λογοτεχνία πρέπει να κατεβείς τα σκαλιά του υπογείου: μια κατάβαση και μία κάθοδος που έχει κάτι από την ατμόσφαιρα του καταφύγιου, του στεκιού (τα παλιά χρόνια πολλά σφαιριστήρια ήταν υπόγεια), του καπηλειού. Ύστερα είναι τα πρόσωπα, και δεν εννοώ μόνο συγκεκριμένα άτομα που ο καθένας μπορεί να γνωρίζει και να συνομιλεί μαζί τους ή τους φίλους που μπορεί κανείς να συναντήσει, εννοώ τις φυσιογνωμίες που παρατηρεί κανείς στα τμήματα του βιβλιοπωλείου, που ποικίλλουν ανάλογα με τα ενδιαφέροντά και τις αναζητήσεις τους, αλλά και άτομα που σχετίζονται με τον χώρο και το εμπόριο του βιβλίου. Βέβαια, το γεγονός ότι εδώ εργάζονται χρόνια η Μεμούλα και η Ραχήλ, που τις γνωρίζω από τις προηγούμενες θητείες τους, αλλά και ο Γιώργος (στον οποίο οφείλω την ανάγνωση του «Πάθους», της Ζανέτ Ουίντερσον, που σε ταξιδεύει ονειρικά στη Βενετία των ναπολεόντειων χρόνων), βοηθάει ακόμα περισσότερο στην εξοικείωση με τον χώρο και με τα υπόλοιπα μέλη μιας κυψέλης, γιατί, για μένα, αυτό κυρίως είναι η Πολιτεία: μία κυψέλη από παιδιά που αγαπούν τη δουλειά τους (σε μια χώρα που ο Νεοέλληνας έχει αποξενωθεί πια από την εργασία) και γνωρίζουν καλά τον εκδοτικό χώρο, μία Κιβωτός των βιβλίων, ένα «πέρασμα» στην ψυχογεωγραφική περιπλάνηση στο κέντρο, για να θυμηθούμε τον Ντεμπόρ (και τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη που, ως γνωστόν, απεχθάνεται τους «καταστασιακούς», τον Νίκο Καρούζο και τον Χέγκελ).
Η Πολιτεία, για μένα, απαρτίζεται βασικά από 3 τμήματα (πριν ανοίξει και το τέταρτο «παράρτημα»): πρωτίστως, το τμήμα με τα ξενόγλωσσα βιβλία των κοινωνικών επιστημών, όπου υπάρχει μία εξαιρετική επιλογή σε αγγλοσαξονικούς τίτλους (οι οποίοι διαρκώς ανανεώνονται), που θα τη ζήλευαν αρκετά βιβλιοπωλεία της Εσπερίας. Ύστερα, ο ημιόροφος, με τα κινηματογραφικά, αλλά και τα βιβλία γύρω από την αρχιτεκτονική (ελληνικά και, κυρίως, ξένα). Κάπου ανάμεσα μπορεί κανείς να αναζητήσει και πολλούς ταξιδιωτικούς τίτλους ή βιβλία για το σκάκι και τα κόμιξ, αλλά δυστυχώς όχι για το su doku. Τέλος, η λογοτεχνία, ο πάγκος με τα περιοδικά, κυρίως όμως η γωνία και ο πάγκος με τα αστυνομικά (τα ξένα μεταφέρθηκαν πλέον στο νέο κατάστημα, μαζί με την ποίηση), τα ράφια με τον Μαρή, τη Χάισμιθ και τον Σιμενόν, αλλά και τα ράφια στην πίσω πλευρά του πάγκου: η Πολιτεία είναι, αν δεν κάνω λάθος, το πρώτο βιβλιοπωλείο στην Αθήνα που έδωσε χώρο άπλετο σ’ αυτό το λογοτεχνικό είδος, στα πρότυπα των ξένων βιβλιοπωλείων.
Η Πολιτεία μού θυμίζει (κι αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος να την επισκέπτομαι) το Αμβούργο τη δεκαετία του 80, όταν κι εκεί είχε ανοίξει δίπλα στο Πανεπιστήμιο ένα αντίστοιχο βιβλιοπωλείο με νέα παιδιά που ήξεραν και αγαπούσαν το βιβλίο, η Heinrich Heine Buchhandlung, που γρήγορα κι αυτή επεκτάθηκε στο τετράγωνο που στέγασε το πρώτο κάταστημα, όπως συνέβη και με την Πολιτεία. Βέβαια, όπως και η συνώνυμη πλατωνική ουτοπία, η Πολιτεία δεν (μπορεί να) είναι «τέλεια»: τις Δευτέρες και τις μέρες του Τσαμπιονς Λήγκ και της Ευρωλίγκας ανάβουν οι συζητήσεις γύρω από τον «θρύλο», πώς θα κερδίσει και γιατί στο τέλος έχασε. Εκείνες τις μέρες υπάρχει μία ερυθρόλευκη κυριαρχία (μάλλον αντανακλά τις προτιμήσεις του κλάδου), οπότε καλό είναι να αποφεύγει κανείς τις σχετικές συζητήσεις, ακόμα κι όταν χάνει ο «γαύρος» (αυτό τουλάχιστον επιβάλλει το fair play).
Θέλω να ευχηθώ δύο πράγματα στην Πολιτεία και τους συνεργάτες της: πρώτον, να μακροημερεύσει και δεύτερον, ίσως το βασικότερο, να μπεί σύντομα στους ξένους ταξιδιωτικούς οδηγούς, ως σημείο αναφοράς της πόλης για τον ξένο επισκέπτη, περιηγητή, και κυρίως αναγνώστη.
                               Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Kalfopoulos Kostas
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Βαγγέλης Προβιάς: Ραντεβού στην Πολιτεία

Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης του Βαγγέλη Προβιά κυκλοφόρησαν τον Ιούνιο του 2014.
 
Φαντάζομαι ότι έχω ένα πολύ σημαντικό ραντεβού. Στην γωνία Ασκληπιού με Ακαδημίας. Είμαι αγχωμένος, αλλά και χαρούμενος. Πολύ. …και τα δύο πολύ.
Πρόκειται να συναντηθώ με τον Άντον Τσέχωφ. Εμφανίζεται στην ώρα του, με απόλυτη ακρίβεια. περπατώντας αργά και κάπως κουρασμένα. Χαιρετιόμαστε, δεν μιλά Ελληνικά ή Αγγλικά, αλλά εγώ ψελλίζω τα λίγα Ρώσικα που έμαθα και δεν έχω ξεχάσει. Κάνουμε αργά τα λίγα βήματα προς το 1-3 της Ασκληπιού. Βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Τον βοηθώ να κατέβει την απότομη σκάλα προς το τμήμα λογοτεχνίας (είναι άρρωστος, ασθενικός – αλλά κεφάτος). Όταν το μέγεθος του χώρου, η υπέροχη πλημμύρα των βιβλίων, αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια του, στέκεται μαγεμένος. Δεν είχε δει ποτέ όσο ζούσε τέτοιο βιβλιοπωλείο…
Αφού συνέρχεται από την έκπληξη (... τοποθετώ ένα δάκρυ χαράς στα μάτια του, λόγω του εκδημοκρατισμού της αφήγησης, στην εποχή του βιβλία ήταν για λίγους και τώρα…) φαντάζομαι να ξεκινώ την ξενάγηση από το ράφι που βρίσκονται τα έργα του. Κάθεται, λαχανιασμένος από την λαχτάρα, σε ένα σκαμπό και περιεργάζεται τις πολλές, ωραίες, ελληνικές εκδόσεις που έχουν στο εξώφυλλο το όνομά του. Τα βιβλία του βρίσκονται  σε δύο σημεία, εκτός από το τμήμα της Λογοτεχνίας υπάρχει και στο Θέατρο, αλλά αυτό θα του το πω με τρόπο – διάβασα κάπου ότι δεν ήθελε να τον θυμούνται ως θεατρικό συγγραφέα…
Μετά από λίγη ώρα, σταματά να περιεργάζεται τα βιβλία του (τον εντυπωσιάζουν οι γραφίστικες απεικονίσεις του προσώπου του, σε κάποια εξώφυλλα) και εξερευνούμε μαζί τον χώρο. Του δείχνω τους άλλους Ρώσους μεγάλους, κάποιους τους γνώρισε, πολλούς όχι. Του δείχνω και Έλληνες, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Χάκκα… Και μετά, μου έρχεται μία ιδέα… Θα του μαζέψω να του δείξω ένα βιβλίο από όλους τους μεγάλους σύγχρονους και Έλληνες συγγραφείς που τον αναφέρουν ως βαθειά και σημαντική επιρροή… Πόσο θα εκπλαγεί. Έχει άραγε ιδέα πόσο πολλά έκανε, και ας έζησε μόνο 40 κάτι χρόνια; Φαντάζεται πόσο και πόσους επηρέασε;
…Φαντάζομαι τρελά πράγματα στην Πολιτεία. Αναμενόμενο. Λίγοι χώροι έχουν τροφοδοτήσει με τόσο ισχυρή και εμπνευστική ενέργεια την σκέψη και την φαντασία μου. Γι αυτό, σαν το σκυλί του Παβλόφ, κάθε που την επισκέπτομαι, η φαντασία μου δημιουργεί τρέλες…
                        Βαγγέλης Προβιάς

Provias Vaggelis(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Λευτέρης Ξανθόπουλος: Εκατόν δέκα τ' αλεπουδάκια

Οι ποιητικές συλλογές και τα βιβλία του Λευτέρη Ξανθόπουλου: Γάτες αλλού και άλλες ιστορίες, Η έβδομη βροχή, Γιατί οι γυναίκες δεν αγαπούν τη βροχή, Άγγελος των πρώτων ημερών, Σήκωσε το κεφάλι σου πατέρα.

Νύχτα, χειμώνας, η αλεπού κάθεται στα πίσω της πόδια σε μια βουνοκορφή μαζί με τ' αλεπουδάκια της. Στην απέναντι πλαγιά καίει μια φωτιά. Περνάει η ώρα και το αλεπουδάκι ρωτάει τη μάνα του, "Μάνα καλέ μάνα, τι κάνουμε εδώ πάνω στις ερημιές;" Εκείνη, γυρνάει και λέει, "Ζεσταινόμαστε παιδάκι μου". Περνάει ακόμα λίγη ώρα κι εκεί που καθόταν ήσυχο το αλεπουδάκι, τινάζεται πάνω κι αρχινάει να τρέχει πίσω από την ουρά του και να φωνάζει "όϊ όϊ μάναμ', όϊ όϊ μάναμ'". "Τί έπαθες καλό μου παιδί;" ρωτάει ανήσυχη η αλεπού. Οχού μάνα, πού να σου λέω, πετάχτηκε μια σπίθα από την απέναντι φωτιά και μου 'καψε τον κώλο". Τότε ήταν που κούνησε το κεφάλι της η αλεπού και είπε, "Εκατό η αλεπού, εκατόν δέκα τ' αλεπουδάκια".
Βγαίνοντας από την Πολιτεία, με τα καινούργια βιβλία υπό μάλης, δυνατές προμήθειες για τις άνυδρες εποχές και ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για την Ασκληπιού, πώς και θυμήθηκα τον πατέρα να μας λέει δίπλα στη φωτιά αυτήν ακριβώς την ιστορία που μόλις τώρα ακούσατε.
Από τον Γιωργάκη και την Ραχήλ ίσαμε τον Νίκο και τον Στέφανο, η Πολιτεία είναι γεμάτη αλεπουδάκια.
        Λευτέρης Ξανθόπουλος

Xanthopoulos Lefteris 1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Βαίλης Παπαθεοδώρου: Μια θετική αύρα, από τις λίγες στο κέντρο της πόλης

 
Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για την Πολιτεία, χωρίς να πει τα ήδη χιλιοειπωμένα. Πώς να αναφερθείς άλλωστε σε κάτι πολύ οικείο σου, χωρίς να πέσεις σε τετριμμένα κλισέ; Άλλωστε για τους ανθρώπους, τους εργαζόμενους, τους φίλους που δουλεύουν στο βιβλιοπωλείο, όλα είναι γνωστά: Η διάθεσή τους, η φιλικότητά τους, η κατάρτισή τους, οι συμβουλές τους, το πώς μπορούν να καθοδηγήσουν σωστά τον πελάτη στην εύρεση του κατάλληλου βιβλίου. Οι ίδιες καλές κουβέντες ισχύουν και για τον ιδιοκτήτη: Ένας άνθρωπος που σέβεται πελάτες και υπαλλήλους, σέβεται το πνευματικό προϊόν που διακινεί, αφήνοντας τους πάντες να αλληλοεπιδράσουν.
 Ίσως θα ήταν πιο αντικειμενικό να αφήναμε έναν πελάτη να μιλήσει, να μας διηγηθεί την πορεία της «κοινωνικής του ενηλικίωσης», μέσα από το βιβλιοπωλείο και μέσω αυτού και των ανθρώπων του. Γιατί το πιο συνηθισμένο είναι ο απλός περαστικός να γίνει πελάτης και μετά θαμώνας και στο τέλος φίλος. Να έχει υπάρξει φοιτητής και μετά εργαζόμενος, οικογενειάρχης ή ακόμα και συνταξιούχος, διανύοντας την πορεία της ζωής του παράλληλα με αυτήν του βιβλιοπωλείου. Μια πορεία ενηλικίωσης μέσω της Πολιτείας που ούτε ο ίδιος θα καταλάβει πώς εξελίχθηκε και κατέληξε να γίνει μια γλυκιά εμμονή με το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο. Θα δει τον εαυτό του να συχνάζει εκεί, αρκετές φορές χωρίς λόγο, απλά για να πει μια καλημέρα, να ρωτήσει πώς πάνε τα πράγματα, να δει όλα τα βιβλία, παλιά και καινούρια, απλωμένα στους πάγκους, βιβλία που απλώνονται πάντα σύμφωνα με το κριτήριο των φίλων εργαζομένων, και όχι με κριτήρια εμπορικότητας ή πληρωμένης βιτρίνας. Η Πολιτεία ήταν και είναι ένα σταθερό σημείο αναφοράς για όλους τους φίλους της, κάτι σαν οικογένεια, χωριό, ρίζες.
Προσωπικά οφείλω ένα τεράστιο ευχαριστώ στις φίλες μου στο παιδικό τμήμα (Μαρία, Ελένη, Κατερίνα), στο Γιώργο στο τμήμα ενηλίκων, που με συστήνουν και προτείνουν, όχι μόνο σε πελάτες, αλλά και σε καθηγητές σχολείων καθώς και σε ενήλικες αναγνώστες. Και τους ευχαριστώ γι’αυτό, ξέροντας (ίσως) ότι δεν το έχουν ανάγκη, γιατί αυτό το κάνουν και για άλλους συγγραφείς, επειδή είναι ο τρόπος, όχι που δουλεύουν, αλλά που κινούνται ως φιλοσοφία ή στάση ζωής σε σχέση με το βιβλίο. Διαβάζω, ενημερώνομαι, αναγνωρίζω τις ανάγκες του πελάτη, προτείνω.
Δεν ξέρω γιατί είναι δύσκολο να υπάρξουν κι άλλες-πολλές Πολιτείες, ίσως αυτό να οφείλεται στη δυσκολία επίτευξης του αυτονόητου και του απλού: Όσο πιο φυσιολογικό είναι κάτι, τόσο τείνει να σπανίζει. Γιατί κανονικά έτσι θα έπρεπε να είναι κατά κανόνα –κι όχι κατ’ εξαίρεση- όλα τα βιβλιοπωλεία, σε σχέση με τους εργαζόμενους, τους εργοδότες, τους πελάτες, τον τρόπο που διακινείται το βιβλίο.
Έχει ειπωθεί κατά κόρον, ότι η Πολιτεία είναι οι άνθρωποί της. Ναι, σίγουρα, θα το προχωρήσω όμως λίγο ακόμα, λέγοντας ότι όλοι οι άνθρωποι που ζουν και κινούνται γύρω από αυτό το βιβλιοπωλείο, αλληλοεπιδρούν και δημιουργούν μια αύρα, που φιλτράρεται μέσα από τα βιβλία.
Η Πολιτεία τελικά είναι μια θετική αύρα, από τις λίγες στο κέντρο της πόλης.
             Βασίλης Παπαθεοδώρου
 
Papatheodorou Vasilis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Δημήτρης Στεφανάκης: Bιβλία που περιμένουν υπομονετικά το δικό τους αναγνώστη

 
Περνώ συχνά από το υπόγειο της οδού Ασκληπιού, τηρώντας μια συνήθεια που με πάει πίσω στα χρόνια εκείνα που δεν ήμουν παρά ένας απλός αναγνώστης κι ονειρευόμουν τη δόξα του συγγραφέα. Περικυκλωμένος από αμέτρητα βιβλία τοποθετημένα σε πάγκους και ράφια, βιβλία που περιμένουν υπομονετικά το δικό τους αναγνώστη, νιώθω σαν να πολιορκούμαι από χιλιάδες ιστορίες, χαρακτήρες και  συγγραφείς που εγκαταβιώνουν νοερά σ' αυτό το σιωπηλό πανηγύρι της γνώσης.  Μαντεύω πάνω στο χαρτί την αφή άλλων ανθρώπων, οσμίζομαι το μεθυστικό μελάνι του τυπογραφείου, ακούω το θρόισμα από το φυλλομέτρημα κι αφουγκράζομαι την άδηλη αγωνία του επίδοξου αναγνώστη καθώς πασχίζει με μια γρήγορη ματιά να πάρει τη μεγάλη απόφαση: να αγοράσει ή όχι ένα βιβλίο που τράβηξε μόλις την προσοχή του. Στο βιβλιοπωλείο "Πολιτεία" μοιράζεται κανείς αυτή τη σεμνή ιεροτελεστία των αισθήσεων με τους ανθρώπους της που τους γνωρίζουμε πια με τα μικρά τους ονόματα. 
                   Δημήτρης Στεφανάκης
 
Stefanakis Dimitris
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Σπύρος Γιανναράς: Η Πολιτεία μέσα στην πολιτεία

Τα βιβλία του Σπύρου Γιανναρά: Ζωή χαρισάμενη, Ο λοξίας και άλλες δύο ιστορίες, Το παρόν του παρελθόντος και το παρόν του μέλλοντος (τέσσερα κείμενα για τον Γιάννη Κιουρτσάκη). Έχει μεταφράσει ποιήματα στην Ανθολογία Σύγχρονης Γαλλικής ποίησης των εκδόσεων Άγρα.

Η Πολιτεία έγινε με τα χρόνια κάτι πολύ περισσότερο από ένα βιβλιοπωλείο: έγινε ένα στέκι. Μια πολιτεία βιβλίων και βιβλιόφιλων στην καρδιά της πολιτείας. Ένα σημείο αναφοράς στο κέντρο της Αθήνας, ο οιονεί τόπος συνάντησης όλης της πολιτείας που δίνει ραντεβού είτε μέσα σε μια από τις τέσσερις εισόδους, είτε έξω στο πεζοδρόμιο.
Εκεί δεν πας μόνο για να αγοράσεις βιβλία, για να ενημερωθείς για τις τελευταίες κυκλοφορίες όλων των εκδοτικών οίκων, για να αναζητήσεις βιβλιογραφία ή και παλαιότερες εκδόσεις όπως π.χ. της έξοχης ξένης λογοτεχνικής σειράς των εκδόσεων Μέδουσα. Πας και για να συναντήσεις φίλους που όπως κι εσύ, κατεβαίνοντας ή ανεβαίνοντας στο κέντρο, θα κάνουν οπωσδήποτε κι ένα πέρασμα από εκεί, πριν συνεχίσουν τις δουλειές τους.
Η πανθομολογούμενη επιτυχία της οφείλεται, νομίζω, στο κορυφαίο επαγγελματικό ήθος των πωλητών της (πήγα να γράψω πολιτών της Πολιτείας). Δεν πρόκειται, όπως στη συντριπτική πλειοψηφία των βιβλιοπωλείων για μια ευκαιριακή απασχόληση ενόψει εύρεσης «καλύτερης» δουλειάς. Δεν πρόκειται επουδενί για ανθρώπους άσχετους με το αντικείμενο που βρέθηκαν πίσω από το ταμείο του βιβλιοπωλείου ύστερα από κάποιο ταχύρυθμο σεμινάριο.
Αλλά για ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο και μοιράζονται με τον φανατικό αναγνώστη τον ενθουσιασμό τους για το τάδε μυθιστόρημα ή τη δείνα μελέτη. Για βιβλιοπώλες με  την πιο πλήρη σημασία της λέξης. Για ανθρώπους που ξέρουν να κατευθύνουν τον αμύητο  τον διστακτικό αναγνώστη που χάνεται μέσα στον κυκεώνα των βιβλίων, για επαγγελματίες που καταφέρνουν να σου βρουν ένα βιβλίο μόνο από μια ασαφή περιγραφή του περιεχομένου και το χρώμα του εξωφύλλου.
Η Πολιτεία και οι πωλητές της είναι ένα πολυτιμότατο κεφάλαιο για εκδότες και συγγραφείς που βασίζουν εν πολλοίς στην βιβλιοφιλία και στον επαγγελματισμό τους την προώθηση των βιβλίων τους. Είναι το βιβλιοπωλείο μας υπενθυμίζει διαρκώς πόσο σημαντικός κρίκος – ίσως ο σημαντικότερος –  στην αλυσίδα του βιβλίου είναι ο βιβλιοπώλης, ο άνθρωπος που ερχόμενος σε άμεση επαφή με τον αναγνώστη ξέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη και ενδεχομένως ακόμα και τη φιλία του. Στην Πολιτεία πηγαίνω να συναντήσω τους φίλους, είτε πρόκειται για τα βιβλία, είτε για τους βιβλιοπώλες της, είτε για την αγαπητή εκείνη κάστα των ανθρώπων με τους οποίους με ενώνει η αγάπη για το βιβλίο.
       Σπύρος Γιανναράς

Giannaras Spyros 1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιώργος Βέης: Το άγγιγμα με όλα τα δάχτυλα μιας έντυπης πραγματικότητας εκπλήξεων

Τα βιβλία του Γιώργου Βέη: Βλέπω, Μανχάταν - Μπανγκοκ, Μετάξι στον κήπο, Από το Τόκιο στο Χαρτούμ, Ν,όπως Νοσταλγία, Έρωτες τοπίων, Λεπτομέρειες κόσμων, Με τις Μογγόλες, Υστερόγραφα γης, Στην απαγορευμένη πόλη, Πιο μακριά δεν γίνεται, Ασία Ασία, Χρυσαλλίδα στον πάγο, Παράφραση της νύχτας, Γεωγραφία κινδύνων, Ο δράκος του μεσημεριού.

Κατεβαίνοντας στο υπόγειο της «Πολιτείας», ανεβαίνω. Είναι η κυριολεξία παροδικών έστω, αλλά τόσο συναρπαστικών εμπειριών άμεσης γνώσης. Η γοητεία της προσέγγισης, το ξεφύλλισμα, το άγγιγμα με όλα τα δάχτυλα μιας έντυπης πραγματικότητας εκπλήξεων. Ακουμπάμε το ίδιο το πνεύμα στα ράφια, στους δελεαστικούς πάγκους των βιβλίων. Η ηδονή της θέασης έστω ενός μέρους του άλλου κόσμου, η άμβλυνση των διαφορών, η εξημέρωση των αγριοτήτων. Βγαίνω, αλλά επιστρέφω. Ξανακατεβαίνω στις ποιότητες και στις ποσότητες του δημιουργικού λόγου. Αργότερα με απορροφά το ισόγειο. Η αίσθηση μιας επικείμενης ολοκλήρωσης του εγώ, στήριγμα μέσα στα τόσα δύσκολα της καθημερινότητας. Όταν είμαι στην Ελλάδα, εννοώ την «Πολιτεία» κομμάτι, προέκταση της σκέψης μου. Ανανεώνω νοερώς τη συμμετοχή μου  στα δρώμενά της, μέλος ενός μεγάλου, αόρατου αλλά υπαρκτού πληρώματος. Είναι οι τυχεροί που την περιδιαβάζουν.
               Γιώργος Βέης

Veis Giorgos

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Θεοδόσης Βολκώφ: Πολιτείας Υπόγειο

Οι ποιητικές συλλογές του Θεοδόση Βολκώφ: Τα τραγούδια της ψυχής και της κόρης, Missa Brevis, Γιουβενάλης.


Του Γιώργου, της Ραχήλ και του Μιχάλη. / Ιδού. Και αφιέρωση και στίχος. / Αναθαρρώ και σκέφτομαι πως δίχως / (Θωμόπουλε, σκοτούρες μού ’χεις βάλει!)

πολλά-πολλά θα γράψω για το Υπόγειο / της Πολιτείας το προσφιλές τα μάλα. / Δεν φτάνει που με ρίμες παίζω μπάλα, / δεν έχω και –αρκούντως– ύφος λόγιο.

Ας είναι. Στιχηρός σάς χαιρετίζω! / Μας έσμιξαν τα τόσα σας βιβλία. / Τι να πρωτοδιαλέξω δεν γνωρίζω…

Ποια χάρτινη χανούμ μελανωμένη; / Φυλλομετρώ… Με τρέμουσα καρδία / προσθέτω ακόμη μία στο χαρέμι.
             Θεοδόσης Βολκώφ

Volkof Theodos1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Δανάη Παπουτσή: Με ήρωες φανερούς μα και κρυμμένους

Η Δανάη Παπουτσή έχει γράψει το μυθιστόρημα Σε αργή κίνηση (Οκτώβριος 2011).

Ένα καταφύγιο στο κέντρο της πόλης. Θέλεις να ψάξεις, να αράξεις, να γνωρίσεις, να ξεχαστείς, να ανακατέψεις, να μυρίσεις, να ταξιδέψεις. Ταξιδεύεις. Μια μαγική πολιτεία, η αρτιότερη κατά την άποψή μου κουζίνα του βιβλίου, με μυρωδιές από τον κόσμο όλο, με ήρωες φανερούς μα και κρυμμένους, που σε ξελογιάζουν με το που θα πατήσεις τα σκαλιά. Θα τους ανακαλύψεις. Κι αν κάπου στη διαδρομή χαθείς, οι πωλητές θα σε κρατήσουν απ’ το χέρι. Ξέρουν καλά το δρόμο. Και μετά απ’ τη βουτιά στον κόσμο αυτό, μετα την καταβύθιση, η ανάσα σου είναι πιο ελεύθερη. Πάντα όταν βγαίνω έξω, κοιτάζω πίσω μου. Θα ήθελα να μείνω λίγο ακόμα, σκέφτομαι. Και ανυπομονώ μέχρι να έρθει η επόμενη φορά. Αν περάσεις απ’ έξω και δε μπεις, έχεις χάσει ένα ακόμα πολύ ιδιαίτερο ταξίδι σε μια πολύ ιδιαίτερη πολιτεία.. Κι ας έχεις ξανακατέβει τα σκαλιά, κι ας είναι πολλές οι φορές…
Σημείωση: Στο σπίτι μου, δεξιά κι αριστερά υπάρχουν μικρές και μεγάλες σακούλες της Πολιτείας. Πρέπει να πηγαίνεις συχνά, μου λέει μια φίλη προχτές που ήρθε σπίτι, πρέπει να με δεις την ώρα που πηγαίνω...της απάντησα.
        Δανάη Παπουτσή

 Papoutsi Danai 1
 
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κώστας Ακρίβος: “Μου άρεσε” ή “Δεν μου άρεσε”

 
Υπάρχουν κάποια “Μου άρεσε” ή “Δεν μου άρεσε” από ανθρώπους που έχουν διαβάσει το βιβλίο σου που είναι διαφορετικά από τα άλλα, με ξεχωριστό ειδικό βάρος. Ξέρεις καλά ότι μέσα σ΄ αυτές τις δύο ή τις τρεις λέξεις κρύβεται η ειλικρίνεια και μαζί το ισοζυγιασμένο απόσταγμα γούστου και εμπειρίας. Ο Γιώργος και ο Στέφανος, της Πολιτείας και οι δυο, ανήκουν για μένα σ΄ αυτήν την ομάδα αναγνωστών-κριτών. Όταν το 1999 μισοεγκαταστάθηκα στην Αθήνα, άρχισα να ανεβοκατεβαίνω πιο συχνά στο υπόγειο της Ασκληπιού γιατί εκεί έβρισκα όποιο βιβλίο χρειαζόμουν, συναντούσα γνωστούς και ομότεχνους και βέβαια μιλούσα για ώρα πολλή με τον Στέφανο και τον Γιώργο για βιβλία και συγγραφείς. Τα χρόνια πέρασαν, η καλή συνήθεια παραμένει, όπως παραμένουν και τα ζεστά χαμόγελα και τα λόγια. Και, φυσικά, το “Μου άρεσε” ή “Δεν μου άρεσε” που περιμένεις να ακούσεις με αγωνία από τα χείλη τους.
                   Κώστας Ακρίβος
Akrivos Kostas
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Χαρίλαος Νικολαΐδης: Φως στο Υπόγειο - Κωνσταντίνα Κορρυβάντη: Μια Πολιτεία Ανοιχτή

Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης έχει γράψει την ποιητική συλλογή Αλεπού στον Αυτοκινητόδρομο (Μελάνι, 2015).

Μια σκιά το έσκασε από το σπήλαιο, βγήκε έξω κι έφτιαξε τη ζωή της. Οι υπόλοιπες την ακολούθησαν μέχρι που γέμισε ο τόπος σκιές. Τώρα την πιάνει νοσταλγία. Κατηφορίζει στη σύγχρονη Πολιτεία της Ασκληπιού και ξαποσταίνει μαζί με τους ανθρώπους. Τους καμαρώνει ν' ανταλλάζουν σκέψεις, αναγνώσματα, προτάσεις, να φυλλομετρούν, να συναντιούνται. «Αυτοί τουλάχιστον κάτι κατάφεραν», συλλογίζεται. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Συγκινείται.
             Χαρίλαος Νικολαΐδης
 
Η Κωνσταντίνα Κορρυβάντη έχει γράψει την ποιητική συλλογή Μυθογονία (Μανδραγόρας, 2015).
 
Σ’ αυτή την Πολιτεία οι ποιητές δεν είναι εξόριστοι. Για την ακρίβεια αισθάνονται βασιλείς του συμμετοχικού αυτού κόσμου του βιβλίου, καθώς ξεφυλλίζουν στο υπόγειο της Ασκληπιού σελίδες επί σελίδων. Εδώ η ποίηση καλοδέχεται τον αναγνώστη και τον μυεί. Εδώ ενηλικιώθηκα ως αναγνώστρια, φυλλομέτρησα λογοτεχνικά περιοδικά, περίμενα το πρωί να ανέβουν τα ρολά αγωνιώντας πολλά βράδια να την προλάβω πριν κλείσει. Εδώ ήρθα να δω το πρώτο μου βιβλίο,  για να πω με βεβαιότητα πως ναι, πράγματι υπάρχει. Άλλωστε αν κάτι δίνει υπόσταση στην λογοτεχνία, δεν είναι παρά ένα συντακτικό των στιγμών καθαρά βιωματικό, μια γραμματική ανάμεσα σε γραμμές, σελιδοδείκτες και βιβλιοπώλες παλαιάς κοπής.
                         Κωνσταντίνα Κορρυβάντη
 
Nikolaidis-Korrivanti
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Μαρία Αγγελοπούλου: Πρέπει να μπορείς να καθίσεις στο πάτωμα χωρίς να σε ρωτήσει μια όμορφη μοσχοβολιστή

Η Μαρία Αγγελοπούλου έχει γράψει την ποιητική συλλογή Η απουσιολόγος
δυο - τρεις είσοδοι τουλάχιστον τμήμα υπόγειο ένα τουλάχιστον
με μεταλλικά σκαλιά σε δύο σημεία  τουλάχιστον
ένα πωλητή με όνομα "Γιώργος" που μιλάει γρήγορα το ελάχιστο
μια "Ραχήλ" να σου λέει που να βάλεις το βιβλίο που κρατάς κι άλλαξες γνώμη και δεν θες να το πάρεις
και να βρίσκεις το βιβλίο που θες το περιοδικό που θες το ποίημα πεζό δοκίμιο πάπυρο που θες και να δίνεις εκεί ραντεβού και να διαβάζεις εκεί μικρά βιβλία και μετά να μη τ' αγοράζεις
στα σκαλιά να διαβάζεις στα μεταλλικά σκαλιά ή στο πάτωμα για να να είναι ένα βιβλιοπωλείο καλό πρέπει να μπορείς να καθίσεις στο πάτωμα χωρίς να σε ρωτήσει μια όμορφη μοσχοβολιστή "μπορώ να σας εξυπηρετήσω;"  "όχι ρε δεν μπορείς, θέλω απλά να κάτσω εδώ και να σπαταλήσω άπειρο χρόνο ψάχνοντας; εντάξει;" και να σου απαντήσει "ντάξει"
               Μαρία Αγγελοπούλου

Aggelopoulou Maria

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Δημήτρης Βανέλλης: Η ζεστασιά του οικείου και το ρίγος του αγνώστου

 
Τώρα λοιπόν που το κέντρο της Αθήνας δεν είναι ακριβώς αυτό που ήταν, τώρα που κάθε στοιχειωδώς σκεπασμένος χώρος γίνεται καταφύγιο για άστεγους και όλο και περισσότερες μαύρες τρύπες χάσκουν εκεί που παλιότερα χάζευες βιτρίνες, ευτυχώς υπάρχουν κάποια σημεία που αντιστέκονται. Παραμένουν αυτά που ήταν πάντοτε και μας κάνουν να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα απολαμβάνουμε – και μόνο θα απολαμβάνουμε - και πάλι έναν περίπατο στο κέντρο.
Η Πολιτεία βέβαια παραμένει πάντοτε ένα απ’ αυτά. Κατεβαίνεις στο υπόγειο της λογοτεχνίας (συγνώμη ω Άλλα Τμήματα, αλλά εκεί κατέβαινα και κατεβαίνω συνήθως – εντάξει ανεβαίνω και στην Τέχνη, αλλά ας επιμείνουμε στις πιο παλιές μας συνήθειες), κατεβαίνεις λοιπόν στη λογοτεχνία και νοιώθεις τη ζεστασιά του οικείου και το ρίγος του άγνωστου μαζί. Η ζεστασιά προκύπτει από τις αγαπημένες συνήθειες που με τα χρόνια έγιναν μέρος μας. Το ξεφύλλισμα, οι ερωτήσεις, η συνάντηση με γνωστούς, το ψάξιμο. Το ρίγος πάλι έρχεται από όσα μυστηριώδη σε περιμένουν, που έφτασαν τώρα ή υπήρχαν πάντοτε αλλά εσύ δεν είχες ιδέα για το τι ακριβώς κρυβόταν σ’ εκείνο το ράφι που ποτέ δεν εξερεύνησες όπως του άρμοζε… Και εμπιστεύεσαι πάντα τους ανθρώπους της, που ξέρουν να σου πουν γι’ αυτό που ζητάς και να σου προτείνουν αυτό που αγνοούσες. Βλέπετε, ποτέ δεν ήμουν και πολύ φίλος των βιβλιοπωλείων blockbuster, με τα κάθε λογής ευπώλητα σε αστραφτερές βιτρίνες και όλα τα υπόλοιπα… ε, ίσως κατά λάθος να υπάρχουν κάπου κι απ’ αυτά…Θα συνεχίσω λοιπόν να κατεβαίνω στο θαυμαστό υπόγειο. Και τώρα, επειδή αποτελεί όαση στον ξερότοπο που μας περιβάλλει, και σε ένα (καλύτερο ελπίζω) μέλλον, επειδή, όπως και παλιά, έτσι θα μου αρέσει.
         Δημήτρης Βανέλλης

Vanellis Dimitris1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Βαγγέλης Σωτήρης: Τα βιβλία είναι υπομονετικά

Ο Βαγγέλης Σωτήρης έχει γράψει το βιβλίο Πορτοκαλί Φάκελος.
 
Το βιβλίο δυσκολεύεται τελευταία. Έτσι λένε οι έρευνες, έτσι δείχνουν και οι πωλήσεις. Πρόκειται για προϊόν πολυτελείας σε έναν κόσμο που δεν διαβάζει όπως παλιά.
Η Πολιτεία δίνει την ακριβώς αντίθετη εικόνα. Αυτήν που έχουμε ανάγκη. Ο λόγος, απλός. Αντιμετωπίζει το βιβλίο ως αγαθό και όχι ως εμπόρευμα.
Σαν χώρος, ανανεώνεται συνεχώς διατηρώντας τα καλύτερα στοιχεία ενός βιβλιοπωλείου. Ένα υπόγειο Ασκληπιείο για κάθε αναγνώστη.
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, αφήνω προσωρινά την πόλη απέξω. Περνάω μπροστά από γεμάτα ράφια και φορτωμένους πάγκους.  Κοιτάζω, περιεργάζομαι, κάνω τον δύσκολο. Φλερτάρω με εξώφυλλα, συζητώ με οπισθόφυλλα. Ονόματα γνωστά και άγνωστα, φίλοι παλιοί καθώς και νέοι που δεν έτυχε να συστηθούμε ακόμα. Αποδίδω τα σέβη μου ανάλογα. Κατά βάθος έχω επιλέξει ήδη αλλά δεν βιάζομαι να το δείξω. Τα βιβλία είναι υπομονετικά. Ξέρουν ότι θα ξαναγυρίσω.
        Βαγγέλης Σωτήρης
Sotiris Vaggelis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Γρηγόρης Τεχλεμετζής: Η καταβύθιση στην Πολιτεία

Βιβλία του Γρηγόρη Τεχλεμετζή: Ο Αρχίλοχός του, Η όψη, Αφιερωμένο στην Έλενα. Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής είναι διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος και βιβλιοκριτικός.

Κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλοπάτια του λογοτεχνικού τμήματος του βιβλιοπωλείου αισθάνομαι ότι καταβυθίζομαι στη θάλασσα της γνώσης, της περιπέτειας και του πνεύματος, ένα βίωμα που μου έχει εντυπωθεί από παιδί, πιστεύοντας ότι όλα τα πολύτιμα πράγματα βρίσκονται κρυμμένα στα υπόγεια και μας περιμένουν να τα εξερευνήσουμε.

   Κοιτώ το πλήθος των βιβλίων, ξεφυλλίζω τις σελίδες τους και νομίζω ότι από μέσα τους ξεπηδούν χαρακτήρες˙ ζωντανούς τους φαντάζομαι να συνομιλούν, να περπατούν στους διαδρόμους, να μου ψιθυρίζουν πράγματα στο αυτί. Ο Ρασκόλνικωφ, ο Γιούγκερμαν, τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γκόλντινγκ, που χορεύουν διαβολικά και ανέμελα, ενώ μια φορά μάλιστα πετάχτηκε και μια φάλαινα «!», ο Μόμπι Ντικ.
   Το ξέρω ότι είμαι φαντασιόπληκτος, άλλωστε έτσι ζω τη ζωή μου, πλάθοντας ιστορίες, μα αυτός ο τόπος –η Πολιτεία μας- είναι ιδανικός για να περιηγηθούν άνθρωποι σαν εμένα, να χαθούν, να ανακαλύψουν ό,τι υπάρχει μέσα τους, μα και πέρα από αυτούς.
                   Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Texlemetzis Grigoris(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Κωστής Μαλούτας: Tην παρόρμηση να τους πλησιάσω και να ρωτήσω ποιο βιβλίο κρύβεται εκεί μέσα

 
 Φαντάζομαι τον Πλάτωνα να μπαίνει στην Είσοδο Α (παρόλο που αυτή που του ταιριάζει είναι η Γ, αλλά τι να κάνουμε, εγώ πηγαίνω σχεδόν αποκλειστικά στην Α), να κοιτάζει γύρω του με ένα βλέμμα διχασμένο μεταξύ ευτυχίας και ντροπής, και τελικά να παραδέχεται «εντάξει παιδιά, αχέμ, μαλακίες έγραφα: αυτή είναι η ιδανική Πολιτεία, ή έστω μια μικρογραφία της».
 Αν δεν ήμουν άνεργος θα ήθελα να δουλεύω εκεί, αν είχα το Προδόρπιο θα έκανα ριφιφί.
 Περπατώντας στο κέντρο, βλέπω πολύ συχνά ανθρώπους που κρατούν σακούλες της Πολιτείας. Αυτή η εικόνα είναι εξίσου ισχυρή με παιδιά που παίζουν έξω στο δρόμο, όπως παλιά. Η πρώτη σκέψη που κάνω, πανηγυρική, είναι ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να αγοράζουν βιβλία, ευτυχώς. Πιο σπάνια, αν και όχι τόσο σπάνια, βλέπω τέτοιους ανθρώπους στις δέκα το βράδυ, στο δρόμο, σε κάποιο μπαρ, οπουδήποτε, και ξέρω ότι αυτή η σακούλα δε βρίσκεται τυχαία εκεί: είναι αυτή που προδίδει την απογευματινή τους βόλτα. Και σκέφτομαι ότι αυτό το άτομο πριν από λίγο ήταν στην Πολιτεία και χάζευε βιβλία. Και πήρε και ένα ή δύο. Εγώ ήμουν σπίτι και διάβαζα, κι όμως ζηλεύω. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ίσως λόγω κάποιου παράλογου αισθήματος συνενοχής, νοιώθω την παρόρμηση να τους πλησιάσω και να ρωτήσω ποιο βιβλίο κρύβεται εκεί μέσα. Μια έκπληκτη αντίδραση, μια καθησυχαστική απάντηση: «μην ανησυχείς, κι εγώ συμπολίτης είμαι». Αλλά δεν το έχω κάνει ποτέ. Προτιμώ να φαντάζομαι ένα δικό μου βιβλίο, εκείνο που θα πάρω την επόμενη φορά.
                     Κωστής Μαλούτας
Maloutas Kostas

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Θανάσης Χατζόπουλος: Μία εγγράμματη Πολιτεία

 
Περί το μέσον της δεκαετίας του ογδόντα, μια φίλη μου μίλησε για ένα βιβλιοπωλείο όπου το μετρημένο φοιτητικό χαρτζιλίκι μου θα μπορούσε να αναλογεί σε περισσότερα απ’ ό,τι συνήθως βιβλία. Ήταν μια φίλη από τον χώρο των βιβλιόφιλων, των πρώην βιβλιοπωλών, εκείνων για τους οποίους το βιβλίο και η ανάγνωση σήμαιναν πολλά. Αυτά τα τελευταία τα μοιραζόμασταν σε σημαντικό βαθμό, κι αυτό υποθέτω ήταν που την ώθησε να μου μιλήσει για το εν λόγω βιβλιοπωλείο. «Στη στοά της Όπερας», μου είπε, «μπαίνοντας από την οδό Ακαδημίας, το τελευταίο αριστερά, πριν στρίψεις για να βγεις από τη στοά προς την Ιπποκράτους». Κι αυτό γιατί, αν θυμάμαι καλά, απέναντι από τη Λέσχη του δίσκου υπήρχαν στη σειρά άλλα δύο βιβλιοπωλεία, τα οποία γνώριζα ήδη. Έτσι από αυτό το κομπολόγι βιβλιοπροτάσεων στις βιτρίνες τους, έπρεπε να καταλήξεις στην τελευταία χάντρα, που σχημάτιζε μια γωνία για τα βιβλία, καθώς υπήρχε και μια γυάλινη επιτοίχια προθήκη έξω ακριβώς από το βιβλιοπωλείο.
            Δεν νομίζω πως άργησα να διαβώ το κατώφλι και να συναντηθώ με τους δύο πυλώνες του χώρου, ακίνητους σαν πραγματικές κολώνες, τον Νίκο συνήθως πλησιέστερα στην είσοδο και τη Νίκη στο βάθος, σ’ αυτόν τον μακρόστενο χώρο πίσω από τον πάγκο που βρισκόταν μπαίνοντας δεξιά. Πιθανόν να υπήρχαν και άλλες διατάξεις αυτών των δύο προσώπων, αλλά νομίζω πως το σύνηθες ήταν αυτή η σειρά και η ακινησία. Γεγονός που όχι μόνον δεν με ενοχλούσε, αλλά αντίθετα με διευκόλυνε. Άλλωστε όταν ζητούσα κάποια πληροφορία για παλαιότερη η νεώτερη κυκλοφορία, η σιωπή λυνόταν και η ενημέρωση ήταν περισσότερο κι από εντελής. Αυτή η ατμόσφαιρα δεν άλλαξε και πολύ αφότου άρχισα να συχνάζω στον χώρο, έχοντας περιορίσει σε αυτόν σχεδόν αποκλειστικά τη σχέση μου με τον χώρο των βιβλιοπωλείων. Κι αυτό γιατί η ενημέρωση ή και τα βιβλία που βρίσκονταν σε πρώτη ζήτηση στον πάγκο ανάμεσα στον Νίκο και στην Νίκη ήταν εκείνα που αφορούσαν περισσότερο τα αναγνωστικά μου ενδιαφέροντα. Όσα από αυτά δεν βρίσκονταν εκεί, είχαν μια θέση στα ράφια.
            Κύλησαν έτσι μερικά χρόνια, οπότε μια μέρα η Νίκη, με κάποια επιφύλαξη στον τόνο της φωνής που συνδεόταν με το διάβημα και την διάδοχη κατάσταση, με πληροφόρησε ότι μετακομίζουν στη νέα διεύθυνση της Ασκληπιού. Γνώριζα τον χώρο, είχα κατέβει μια δυο φορές στις εκδόσεις Ηριδανός που στεγάζονταν εκεί παλαιότερα και αυτό το κάπως αχανές υπόγειο μου δημιουργούσε κάποια αμηχανία. Είχα την ίδια αίσθηση και από τους δύο πυλώνες τουλάχιστον στην αρχή, όταν πλέον ο στενός χώρος του πρώτου βιβλιοπωλείου αναπτύχθηκε στον πολλαπλά μεγαλύτερο της Ασκληπιού. Σαν να βρέθηκαν, το πρώτο διάστημα, έξω από τα νερά τους, μέχρι να κατοικηθεί ο νέος χώρος, και να αποσυρθεί στα ενδότερα μια και καλή ο Νίκος, και η Νίκη να αρχίσει κάπως να συνηθίζει τα αναπεπταμένα τετραγωνικά. Το ζήτημα ήταν να κατοικηθεί ο νέος χώρος, πράγμα που δεν άργησε να γίνει, με το ξετύλιγμα των διαφόρων κατηγοριών βιβλίων, αλλά βασικά με την είσοδο νέων προσώπων στην σκηνή, στην κεντρική πλατεία και σιγά σιγά μέσα στα χρόνια: του Στέφανου, της Μέμας, του Γιώργου, της Ραχήλ, του Μιχάλη. Κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό: η εγγράμματη παρουσία αυτού του σκηνικού μπαλέτου, από το οποίο δεν άργησε να αποχωρήσει η Νίκη λόγω της συνταξιοδότησής της για να κάνει θριαμβευτικά την είσοδό της ξανά από την ίδια πύλη, με άλλη ιδιότητα, εκείνη της συγγραφέα Νίκης Αναστασέα. Γεγονός που επιβεβαίωνε ότι σε αυτήν την Πολιτεία όχι μόνον διάβαζαν αλλά και έγραφαν, γνωρίζοντας ότι το πρώτο είναι βεβαίως απαραίτητη προϋπόθεση για το δεύτερο.
            Έτσι αυτή η Πολιτεία όχι μόνον δεν έχασε τον χαρακτήρα της, αλλά εμπέδωσε εκείνα τα στοιχεία που την καθιέρωσαν ως το μεγάλο βιβλιοπωλείο του κέντρου, που δεν άργησε να βρει περισσότερο χώρο και για τα βιβλία της σκέψης, της φιλοσοφίας, της ιστορίας, των επιστημών του ανθρώπου. Με τους ανθρώπους της, αφού αυτοί της δίνουν τα χαρακτηριστικά της, που έχουν γνώση για τα βιβλία που διαθέτουν, και κρατούν πάντα έναν σημαντικό χώρο για την ποίηση και την λογοτεχνία εκείνη που αξίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό, χωρίς να είναι απλώς τυπωμένο χαρτί. Τυπωμένο χαρτί, εμπριμέ χαρτί που, πολλοί εκδότες την περίοδο της λήθης, των ψευδαισθήσεων και του γλιστρήματος στις αθροίσεις των πωλήσεων και μόνο, πρότειναν στο φιλοθεάμον τηλεοπτικό κοινό ως το έντυπο ισοδύναμο της μαζικής υποκουλτούρας. Φαινόμενο διαχρονικό βεβαίως, που περνούσε παλαιότερα από τον δίαυλο των πρακτορείων του περιοδικού τύπου και που για ένα διάστημα έδωσε χώρο και λαβή στα βιβλιοπωλεία να μετατραπούν σε πωλητήρια τυπωμένου χαρτιού και όχι βιβλίων. Ευτυχώς τον ουσιαστικό της χαρακτήρα, η Πολιτεία, ούτε στην περίοδο αυτής της «κρίσης» πριν από την κρίση τον έχασε ποτέ, διαθέτοντας τους πολλαπλούς και ισχυρούς πυλώνες των ανθρώπων που την αποτελούν. Γιατί πριν από τους τίτλους των βιβλίων στα ράφια της μια εγγράμματη Πολιτεία είναι ζήτημα των ανθρώπων που πυκνώνουν τις τάξεις όσων εργάζονται γι’ αυτήν κι όσων διαβάζουν σε αυτήν.
                            Θανάσης Χατζόπουλος
Hatzopoulos Thanasis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Καλλιρρόη Παρούση: Το βιβλίο που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και καιρό

 
Μου έμεναν ακόμη μερικές σελίδες για να τελειώσω το βιβλίο που διάβαζα και του οποίου ο τίτλος μου διαφεύγει, όπως και το όνομα του συγγραφέα. Σκέφτηκα πως είναι μια καλή ευκαιρία να αγοράσω μερικά καινούρια βιβλία από την Πολιτεία, όπως και έκανα, αλλά χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω στη μνήμη μου τους τίτλους ή τα ονόματα των συγγραφέων. Όταν γύρισα σπίτι, διαπίστωσα πως μου είχαν μείνει περισσότερες σελίδες αδιάβαστες από ό,τι εξ’ αρχής υπολόγιζα, τις οποίες ήταν αδύνατο να καταφέρω να  διαβάσω σε σύντομο χρόνο. Ήρθε όμως και πάλι η μέρα που είπα στον εαυτό μου ότι πρέπει να αγοράσει ένα καινούριο βιβλίο, του οποίου ο τίτλος μου διαφεύγει, όπως και το όνομα του συγγραφέα, αλλά, μόλις το πήρα από την Πολιτεία, σχεδόν μετάνιωσα, επειδή με την αγορά αυτή αναγκάστηκα ν’ αποκλείσω κάποιες άλλες επιλογές τις οποίες είχα στο μυαλό μου. Επρόκειτο για νέους τίτλους και ονόματα συγγραφέων που βρίσκονταν σε προσφορά και ίσως να μην προλάβαινα να τα αγοράσω σε αυτήν την ευνοϊκή τιμή αργότερα. Ήταν αναμφίβολα μια ευκαιρία που δεν μπορούσα ν’ αφήσω να πάει χαμένη. Την επόμενη μέρα, επέστρεψα στο αγαπημένο υπόγειο της Ασκληπιού και πήρα τα υπόλοιπα βιβλία που είχα στο μυαλό μου, όμως, δυστυχώς για άλλη μια φορά είχα αποκλείσει κάποιες πολύ σημαντικές και συμφέρουσες επιλογές. Όταν γύρισα σπίτι, κατέβαλλα μεγάλες προσπάθειες να ολοκληρώσω την ανάγνωση των τελευταίων σελίδων από το βιβλίο που είχα ξεκινήσει εδώ και καιρό- ούτε καν θυμάμαι από πότε- σαν να έχουν περάσει χρόνια κι όλες οι αναγνώσεις συγχωνεύτηκαν σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο χωνευτήρι ιδεών, εικόνων και συναισθημάτων. Τώρα πια έχω καταλήξει στην απόφαση ότι μετά από την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, θα είμαι πλέον σε θέση να αγοράσω όλα τα βιβλία από την Πολιτεία προς μεγάλη χαρά των ευγενικών υπαλλήλων που εργάζονται εκεί και οι οποίοι απ’ όσο γνωρίζω τα έχουν ήδη διαβάσει και δεν τα χρειάζονται πια. Ωστόσο,  το μόνο που με ανησυχεί είναι το ενδεχόμενο αυτή η μέρα να μην έρθει ποτέ, αφού το βιβλίο που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και καιρό –σχεδόν από μικρό παιδί- μοιάζει να είναι ατελείωτο.
             Καλλιρρόη Παρούση
 
Parousi Kalliroi
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Σελίδα 1 από 3

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ
ADORNO W. THEODOR
€16.00 €8.00
(-50%)
Κερδίζετε €8.00
ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ
€14.27 €4.28
(-70%)
Κερδίζετε €9.99

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Αν δεν είχα υπάρξει πολίτης αυτής της ξεχωριστής Πολιτείας… Τα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου: Το γονίδιο της αμφιβολίας, Τα παιδιά του Κάιν, Ο ιπποπότης και η νεραιγελάδα, Αγιογραφία, Ο Ζίγκι απ’ τον Μαρφάν,...

Κατά τ’ άλλα ...Περισσότερα

Διάβαζε Διάβαζε, ακόμα και τα παλιόχαρτα από το δρόμο ~ Θερβάντες

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Διδώ Σωτηρίου: Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal