Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Βίος και Πολιτεία

Θεοδόσης Βολκώφ: Πολιτείας Υπόγειο

Οι ποιητικές συλλογές του Θεοδόση Βολκώφ: Τα τραγούδια της ψυχής και της κόρης, Missa Brevis, Γιουβενάλης.


Του Γιώργου, της Ραχήλ και του Μιχάλη. / Ιδού. Και αφιέρωση και στίχος. / Αναθαρρώ και σκέφτομαι πως δίχως / (Θωμόπουλε, σκοτούρες μού ’χεις βάλει!)

πολλά-πολλά θα γράψω για το Υπόγειο / της Πολιτείας το προσφιλές τα μάλα. / Δεν φτάνει που με ρίμες παίζω μπάλα, / δεν έχω και –αρκούντως– ύφος λόγιο.

Ας είναι. Στιχηρός σάς χαιρετίζω! / Μας έσμιξαν τα τόσα σας βιβλία. / Τι να πρωτοδιαλέξω δεν γνωρίζω…

Ποια χάρτινη χανούμ μελανωμένη; / Φυλλομετρώ… Με τρέμουσα καρδία / προσθέτω ακόμη μία στο χαρέμι.
             Θεοδόσης Βολκώφ

Volkof Theodos1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Δανάη Παπουτσή: Με ήρωες φανερούς μα και κρυμμένους

Η Δανάη Παπουτσή έχει γράψει το μυθιστόρημα Σε αργή κίνηση (Οκτώβριος 2011).

Ένα καταφύγιο στο κέντρο της πόλης. Θέλεις να ψάξεις, να αράξεις, να γνωρίσεις, να ξεχαστείς, να ανακατέψεις, να μυρίσεις, να ταξιδέψεις. Ταξιδεύεις. Μια μαγική πολιτεία, η αρτιότερη κατά την άποψή μου κουζίνα του βιβλίου, με μυρωδιές από τον κόσμο όλο, με ήρωες φανερούς μα και κρυμμένους, που σε ξελογιάζουν με το που θα πατήσεις τα σκαλιά. Θα τους ανακαλύψεις. Κι αν κάπου στη διαδρομή χαθείς, οι πωλητές θα σε κρατήσουν απ’ το χέρι. Ξέρουν καλά το δρόμο. Και μετά απ’ τη βουτιά στον κόσμο αυτό, μετα την καταβύθιση, η ανάσα σου είναι πιο ελεύθερη. Πάντα όταν βγαίνω έξω, κοιτάζω πίσω μου. Θα ήθελα να μείνω λίγο ακόμα, σκέφτομαι. Και ανυπομονώ μέχρι να έρθει η επόμενη φορά. Αν περάσεις απ’ έξω και δε μπεις, έχεις χάσει ένα ακόμα πολύ ιδιαίτερο ταξίδι σε μια πολύ ιδιαίτερη πολιτεία.. Κι ας έχεις ξανακατέβει τα σκαλιά, κι ας είναι πολλές οι φορές…
Σημείωση: Στο σπίτι μου, δεξιά κι αριστερά υπάρχουν μικρές και μεγάλες σακούλες της Πολιτείας. Πρέπει να πηγαίνεις συχνά, μου λέει μια φίλη προχτές που ήρθε σπίτι, πρέπει να με δεις την ώρα που πηγαίνω...της απάντησα.
        Δανάη Παπουτσή

 Papoutsi Danai 1
 
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κώστας Ακρίβος: “Μου άρεσε” ή “Δεν μου άρεσε”

 
Υπάρχουν κάποια “Μου άρεσε” ή “Δεν μου άρεσε” από ανθρώπους που έχουν διαβάσει το βιβλίο σου που είναι διαφορετικά από τα άλλα, με ξεχωριστό ειδικό βάρος. Ξέρεις καλά ότι μέσα σ΄ αυτές τις δύο ή τις τρεις λέξεις κρύβεται η ειλικρίνεια και μαζί το ισοζυγιασμένο απόσταγμα γούστου και εμπειρίας. Ο Γιώργος και ο Στέφανος, της Πολιτείας και οι δυο, ανήκουν για μένα σ΄ αυτήν την ομάδα αναγνωστών-κριτών. Όταν το 1999 μισοεγκαταστάθηκα στην Αθήνα, άρχισα να ανεβοκατεβαίνω πιο συχνά στο υπόγειο της Ασκληπιού γιατί εκεί έβρισκα όποιο βιβλίο χρειαζόμουν, συναντούσα γνωστούς και ομότεχνους και βέβαια μιλούσα για ώρα πολλή με τον Στέφανο και τον Γιώργο για βιβλία και συγγραφείς. Τα χρόνια πέρασαν, η καλή συνήθεια παραμένει, όπως παραμένουν και τα ζεστά χαμόγελα και τα λόγια. Και, φυσικά, το “Μου άρεσε” ή “Δεν μου άρεσε” που περιμένεις να ακούσεις με αγωνία από τα χείλη τους.
                   Κώστας Ακρίβος
Akrivos Kostas
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Χαρίλαος Νικολαΐδης: Φως στο Υπόγειο - Κωνσταντίνα Κορρυβάντη: Μια Πολιτεία Ανοιχτή

Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης έχει γράψει την ποιητική συλλογή Αλεπού στον Αυτοκινητόδρομο (Μελάνι, 2015).

Μια σκιά το έσκασε από το σπήλαιο, βγήκε έξω κι έφτιαξε τη ζωή της. Οι υπόλοιπες την ακολούθησαν μέχρι που γέμισε ο τόπος σκιές. Τώρα την πιάνει νοσταλγία. Κατηφορίζει στη σύγχρονη Πολιτεία της Ασκληπιού και ξαποσταίνει μαζί με τους ανθρώπους. Τους καμαρώνει ν' ανταλλάζουν σκέψεις, αναγνώσματα, προτάσεις, να φυλλομετρούν, να συναντιούνται. «Αυτοί τουλάχιστον κάτι κατάφεραν», συλλογίζεται. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Συγκινείται.
             Χαρίλαος Νικολαΐδης
 
Η Κωνσταντίνα Κορρυβάντη έχει γράψει την ποιητική συλλογή Μυθογονία (Μανδραγόρας, 2015).
 
Σ’ αυτή την Πολιτεία οι ποιητές δεν είναι εξόριστοι. Για την ακρίβεια αισθάνονται βασιλείς του συμμετοχικού αυτού κόσμου του βιβλίου, καθώς ξεφυλλίζουν στο υπόγειο της Ασκληπιού σελίδες επί σελίδων. Εδώ η ποίηση καλοδέχεται τον αναγνώστη και τον μυεί. Εδώ ενηλικιώθηκα ως αναγνώστρια, φυλλομέτρησα λογοτεχνικά περιοδικά, περίμενα το πρωί να ανέβουν τα ρολά αγωνιώντας πολλά βράδια να την προλάβω πριν κλείσει. Εδώ ήρθα να δω το πρώτο μου βιβλίο,  για να πω με βεβαιότητα πως ναι, πράγματι υπάρχει. Άλλωστε αν κάτι δίνει υπόσταση στην λογοτεχνία, δεν είναι παρά ένα συντακτικό των στιγμών καθαρά βιωματικό, μια γραμματική ανάμεσα σε γραμμές, σελιδοδείκτες και βιβλιοπώλες παλαιάς κοπής.
                         Κωνσταντίνα Κορρυβάντη
 
Nikolaidis-Korrivanti
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Μαρία Αγγελοπούλου: Πρέπει να μπορείς να καθίσεις στο πάτωμα χωρίς να σε ρωτήσει μια όμορφη μοσχοβολιστή

Η Μαρία Αγγελοπούλου έχει γράψει την ποιητική συλλογή Η απουσιολόγος
δυο - τρεις είσοδοι τουλάχιστον τμήμα υπόγειο ένα τουλάχιστον
με μεταλλικά σκαλιά σε δύο σημεία  τουλάχιστον
ένα πωλητή με όνομα "Γιώργος" που μιλάει γρήγορα το ελάχιστο
μια "Ραχήλ" να σου λέει που να βάλεις το βιβλίο που κρατάς κι άλλαξες γνώμη και δεν θες να το πάρεις
και να βρίσκεις το βιβλίο που θες το περιοδικό που θες το ποίημα πεζό δοκίμιο πάπυρο που θες και να δίνεις εκεί ραντεβού και να διαβάζεις εκεί μικρά βιβλία και μετά να μη τ' αγοράζεις
στα σκαλιά να διαβάζεις στα μεταλλικά σκαλιά ή στο πάτωμα για να να είναι ένα βιβλιοπωλείο καλό πρέπει να μπορείς να καθίσεις στο πάτωμα χωρίς να σε ρωτήσει μια όμορφη μοσχοβολιστή "μπορώ να σας εξυπηρετήσω;"  "όχι ρε δεν μπορείς, θέλω απλά να κάτσω εδώ και να σπαταλήσω άπειρο χρόνο ψάχνοντας; εντάξει;" και να σου απαντήσει "ντάξει"
               Μαρία Αγγελοπούλου

Aggelopoulou Maria

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Δημήτρης Βανέλλης: Η ζεστασιά του οικείου και το ρίγος του αγνώστου

 
Τώρα λοιπόν που το κέντρο της Αθήνας δεν είναι ακριβώς αυτό που ήταν, τώρα που κάθε στοιχειωδώς σκεπασμένος χώρος γίνεται καταφύγιο για άστεγους και όλο και περισσότερες μαύρες τρύπες χάσκουν εκεί που παλιότερα χάζευες βιτρίνες, ευτυχώς υπάρχουν κάποια σημεία που αντιστέκονται. Παραμένουν αυτά που ήταν πάντοτε και μας κάνουν να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα απολαμβάνουμε – και μόνο θα απολαμβάνουμε - και πάλι έναν περίπατο στο κέντρο.
Η Πολιτεία βέβαια παραμένει πάντοτε ένα απ’ αυτά. Κατεβαίνεις στο υπόγειο της λογοτεχνίας (συγνώμη ω Άλλα Τμήματα, αλλά εκεί κατέβαινα και κατεβαίνω συνήθως – εντάξει ανεβαίνω και στην Τέχνη, αλλά ας επιμείνουμε στις πιο παλιές μας συνήθειες), κατεβαίνεις λοιπόν στη λογοτεχνία και νοιώθεις τη ζεστασιά του οικείου και το ρίγος του άγνωστου μαζί. Η ζεστασιά προκύπτει από τις αγαπημένες συνήθειες που με τα χρόνια έγιναν μέρος μας. Το ξεφύλλισμα, οι ερωτήσεις, η συνάντηση με γνωστούς, το ψάξιμο. Το ρίγος πάλι έρχεται από όσα μυστηριώδη σε περιμένουν, που έφτασαν τώρα ή υπήρχαν πάντοτε αλλά εσύ δεν είχες ιδέα για το τι ακριβώς κρυβόταν σ’ εκείνο το ράφι που ποτέ δεν εξερεύνησες όπως του άρμοζε… Και εμπιστεύεσαι πάντα τους ανθρώπους της, που ξέρουν να σου πουν γι’ αυτό που ζητάς και να σου προτείνουν αυτό που αγνοούσες. Βλέπετε, ποτέ δεν ήμουν και πολύ φίλος των βιβλιοπωλείων blockbuster, με τα κάθε λογής ευπώλητα σε αστραφτερές βιτρίνες και όλα τα υπόλοιπα… ε, ίσως κατά λάθος να υπάρχουν κάπου κι απ’ αυτά…Θα συνεχίσω λοιπόν να κατεβαίνω στο θαυμαστό υπόγειο. Και τώρα, επειδή αποτελεί όαση στον ξερότοπο που μας περιβάλλει, και σε ένα (καλύτερο ελπίζω) μέλλον, επειδή, όπως και παλιά, έτσι θα μου αρέσει.
         Δημήτρης Βανέλλης

Vanellis Dimitris1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Βαγγέλης Σωτήρης: Τα βιβλία είναι υπομονετικά

Ο Βαγγέλης Σωτήρης έχει γράψει το βιβλίο Πορτοκαλί Φάκελος.
 
Το βιβλίο δυσκολεύεται τελευταία. Έτσι λένε οι έρευνες, έτσι δείχνουν και οι πωλήσεις. Πρόκειται για προϊόν πολυτελείας σε έναν κόσμο που δεν διαβάζει όπως παλιά.
Η Πολιτεία δίνει την ακριβώς αντίθετη εικόνα. Αυτήν που έχουμε ανάγκη. Ο λόγος, απλός. Αντιμετωπίζει το βιβλίο ως αγαθό και όχι ως εμπόρευμα.
Σαν χώρος, ανανεώνεται συνεχώς διατηρώντας τα καλύτερα στοιχεία ενός βιβλιοπωλείου. Ένα υπόγειο Ασκληπιείο για κάθε αναγνώστη.
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, αφήνω προσωρινά την πόλη απέξω. Περνάω μπροστά από γεμάτα ράφια και φορτωμένους πάγκους.  Κοιτάζω, περιεργάζομαι, κάνω τον δύσκολο. Φλερτάρω με εξώφυλλα, συζητώ με οπισθόφυλλα. Ονόματα γνωστά και άγνωστα, φίλοι παλιοί καθώς και νέοι που δεν έτυχε να συστηθούμε ακόμα. Αποδίδω τα σέβη μου ανάλογα. Κατά βάθος έχω επιλέξει ήδη αλλά δεν βιάζομαι να το δείξω. Τα βιβλία είναι υπομονετικά. Ξέρουν ότι θα ξαναγυρίσω.
        Βαγγέλης Σωτήρης
Sotiris Vaggelis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Γρηγόρης Τεχλεμετζής: Η καταβύθιση στην Πολιτεία

Βιβλία του Γρηγόρη Τεχλεμετζή: Ο Αρχίλοχός του, Η όψη, Αφιερωμένο στην Έλενα. Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής είναι διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος και βιβλιοκριτικός.

Κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλοπάτια του λογοτεχνικού τμήματος του βιβλιοπωλείου αισθάνομαι ότι καταβυθίζομαι στη θάλασσα της γνώσης, της περιπέτειας και του πνεύματος, ένα βίωμα που μου έχει εντυπωθεί από παιδί, πιστεύοντας ότι όλα τα πολύτιμα πράγματα βρίσκονται κρυμμένα στα υπόγεια και μας περιμένουν να τα εξερευνήσουμε.

   Κοιτώ το πλήθος των βιβλίων, ξεφυλλίζω τις σελίδες τους και νομίζω ότι από μέσα τους ξεπηδούν χαρακτήρες˙ ζωντανούς τους φαντάζομαι να συνομιλούν, να περπατούν στους διαδρόμους, να μου ψιθυρίζουν πράγματα στο αυτί. Ο Ρασκόλνικωφ, ο Γιούγκερμαν, τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γκόλντινγκ, που χορεύουν διαβολικά και ανέμελα, ενώ μια φορά μάλιστα πετάχτηκε και μια φάλαινα «!», ο Μόμπι Ντικ.
   Το ξέρω ότι είμαι φαντασιόπληκτος, άλλωστε έτσι ζω τη ζωή μου, πλάθοντας ιστορίες, μα αυτός ο τόπος –η Πολιτεία μας- είναι ιδανικός για να περιηγηθούν άνθρωποι σαν εμένα, να χαθούν, να ανακαλύψουν ό,τι υπάρχει μέσα τους, μα και πέρα από αυτούς.
                   Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Texlemetzis Grigoris(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Κωστής Μαλούτας: Tην παρόρμηση να τους πλησιάσω και να ρωτήσω ποιο βιβλίο κρύβεται εκεί μέσα

 
 Φαντάζομαι τον Πλάτωνα να μπαίνει στην Είσοδο Α (παρόλο που αυτή που του ταιριάζει είναι η Γ, αλλά τι να κάνουμε, εγώ πηγαίνω σχεδόν αποκλειστικά στην Α), να κοιτάζει γύρω του με ένα βλέμμα διχασμένο μεταξύ ευτυχίας και ντροπής, και τελικά να παραδέχεται «εντάξει παιδιά, αχέμ, μαλακίες έγραφα: αυτή είναι η ιδανική Πολιτεία, ή έστω μια μικρογραφία της».
 Αν δεν ήμουν άνεργος θα ήθελα να δουλεύω εκεί, αν είχα το Προδόρπιο θα έκανα ριφιφί.
 Περπατώντας στο κέντρο, βλέπω πολύ συχνά ανθρώπους που κρατούν σακούλες της Πολιτείας. Αυτή η εικόνα είναι εξίσου ισχυρή με παιδιά που παίζουν έξω στο δρόμο, όπως παλιά. Η πρώτη σκέψη που κάνω, πανηγυρική, είναι ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να αγοράζουν βιβλία, ευτυχώς. Πιο σπάνια, αν και όχι τόσο σπάνια, βλέπω τέτοιους ανθρώπους στις δέκα το βράδυ, στο δρόμο, σε κάποιο μπαρ, οπουδήποτε, και ξέρω ότι αυτή η σακούλα δε βρίσκεται τυχαία εκεί: είναι αυτή που προδίδει την απογευματινή τους βόλτα. Και σκέφτομαι ότι αυτό το άτομο πριν από λίγο ήταν στην Πολιτεία και χάζευε βιβλία. Και πήρε και ένα ή δύο. Εγώ ήμουν σπίτι και διάβαζα, κι όμως ζηλεύω. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ίσως λόγω κάποιου παράλογου αισθήματος συνενοχής, νοιώθω την παρόρμηση να τους πλησιάσω και να ρωτήσω ποιο βιβλίο κρύβεται εκεί μέσα. Μια έκπληκτη αντίδραση, μια καθησυχαστική απάντηση: «μην ανησυχείς, κι εγώ συμπολίτης είμαι». Αλλά δεν το έχω κάνει ποτέ. Προτιμώ να φαντάζομαι ένα δικό μου βιβλίο, εκείνο που θα πάρω την επόμενη φορά.
                     Κωστής Μαλούτας
Maloutas Kostas

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Θανάσης Χατζόπουλος: Μία εγγράμματη Πολιτεία

 
Περί το μέσον της δεκαετίας του ογδόντα, μια φίλη μου μίλησε για ένα βιβλιοπωλείο όπου το μετρημένο φοιτητικό χαρτζιλίκι μου θα μπορούσε να αναλογεί σε περισσότερα απ’ ό,τι συνήθως βιβλία. Ήταν μια φίλη από τον χώρο των βιβλιόφιλων, των πρώην βιβλιοπωλών, εκείνων για τους οποίους το βιβλίο και η ανάγνωση σήμαιναν πολλά. Αυτά τα τελευταία τα μοιραζόμασταν σε σημαντικό βαθμό, κι αυτό υποθέτω ήταν που την ώθησε να μου μιλήσει για το εν λόγω βιβλιοπωλείο. «Στη στοά της Όπερας», μου είπε, «μπαίνοντας από την οδό Ακαδημίας, το τελευταίο αριστερά, πριν στρίψεις για να βγεις από τη στοά προς την Ιπποκράτους». Κι αυτό γιατί, αν θυμάμαι καλά, απέναντι από τη Λέσχη του δίσκου υπήρχαν στη σειρά άλλα δύο βιβλιοπωλεία, τα οποία γνώριζα ήδη. Έτσι από αυτό το κομπολόγι βιβλιοπροτάσεων στις βιτρίνες τους, έπρεπε να καταλήξεις στην τελευταία χάντρα, που σχημάτιζε μια γωνία για τα βιβλία, καθώς υπήρχε και μια γυάλινη επιτοίχια προθήκη έξω ακριβώς από το βιβλιοπωλείο.
            Δεν νομίζω πως άργησα να διαβώ το κατώφλι και να συναντηθώ με τους δύο πυλώνες του χώρου, ακίνητους σαν πραγματικές κολώνες, τον Νίκο συνήθως πλησιέστερα στην είσοδο και τη Νίκη στο βάθος, σ’ αυτόν τον μακρόστενο χώρο πίσω από τον πάγκο που βρισκόταν μπαίνοντας δεξιά. Πιθανόν να υπήρχαν και άλλες διατάξεις αυτών των δύο προσώπων, αλλά νομίζω πως το σύνηθες ήταν αυτή η σειρά και η ακινησία. Γεγονός που όχι μόνον δεν με ενοχλούσε, αλλά αντίθετα με διευκόλυνε. Άλλωστε όταν ζητούσα κάποια πληροφορία για παλαιότερη η νεώτερη κυκλοφορία, η σιωπή λυνόταν και η ενημέρωση ήταν περισσότερο κι από εντελής. Αυτή η ατμόσφαιρα δεν άλλαξε και πολύ αφότου άρχισα να συχνάζω στον χώρο, έχοντας περιορίσει σε αυτόν σχεδόν αποκλειστικά τη σχέση μου με τον χώρο των βιβλιοπωλείων. Κι αυτό γιατί η ενημέρωση ή και τα βιβλία που βρίσκονταν σε πρώτη ζήτηση στον πάγκο ανάμεσα στον Νίκο και στην Νίκη ήταν εκείνα που αφορούσαν περισσότερο τα αναγνωστικά μου ενδιαφέροντα. Όσα από αυτά δεν βρίσκονταν εκεί, είχαν μια θέση στα ράφια.
            Κύλησαν έτσι μερικά χρόνια, οπότε μια μέρα η Νίκη, με κάποια επιφύλαξη στον τόνο της φωνής που συνδεόταν με το διάβημα και την διάδοχη κατάσταση, με πληροφόρησε ότι μετακομίζουν στη νέα διεύθυνση της Ασκληπιού. Γνώριζα τον χώρο, είχα κατέβει μια δυο φορές στις εκδόσεις Ηριδανός που στεγάζονταν εκεί παλαιότερα και αυτό το κάπως αχανές υπόγειο μου δημιουργούσε κάποια αμηχανία. Είχα την ίδια αίσθηση και από τους δύο πυλώνες τουλάχιστον στην αρχή, όταν πλέον ο στενός χώρος του πρώτου βιβλιοπωλείου αναπτύχθηκε στον πολλαπλά μεγαλύτερο της Ασκληπιού. Σαν να βρέθηκαν, το πρώτο διάστημα, έξω από τα νερά τους, μέχρι να κατοικηθεί ο νέος χώρος, και να αποσυρθεί στα ενδότερα μια και καλή ο Νίκος, και η Νίκη να αρχίσει κάπως να συνηθίζει τα αναπεπταμένα τετραγωνικά. Το ζήτημα ήταν να κατοικηθεί ο νέος χώρος, πράγμα που δεν άργησε να γίνει, με το ξετύλιγμα των διαφόρων κατηγοριών βιβλίων, αλλά βασικά με την είσοδο νέων προσώπων στην σκηνή, στην κεντρική πλατεία και σιγά σιγά μέσα στα χρόνια: του Στέφανου, της Μέμας, του Γιώργου, της Ραχήλ, του Μιχάλη. Κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό: η εγγράμματη παρουσία αυτού του σκηνικού μπαλέτου, από το οποίο δεν άργησε να αποχωρήσει η Νίκη λόγω της συνταξιοδότησής της για να κάνει θριαμβευτικά την είσοδό της ξανά από την ίδια πύλη, με άλλη ιδιότητα, εκείνη της συγγραφέα Νίκης Αναστασέα. Γεγονός που επιβεβαίωνε ότι σε αυτήν την Πολιτεία όχι μόνον διάβαζαν αλλά και έγραφαν, γνωρίζοντας ότι το πρώτο είναι βεβαίως απαραίτητη προϋπόθεση για το δεύτερο.
            Έτσι αυτή η Πολιτεία όχι μόνον δεν έχασε τον χαρακτήρα της, αλλά εμπέδωσε εκείνα τα στοιχεία που την καθιέρωσαν ως το μεγάλο βιβλιοπωλείο του κέντρου, που δεν άργησε να βρει περισσότερο χώρο και για τα βιβλία της σκέψης, της φιλοσοφίας, της ιστορίας, των επιστημών του ανθρώπου. Με τους ανθρώπους της, αφού αυτοί της δίνουν τα χαρακτηριστικά της, που έχουν γνώση για τα βιβλία που διαθέτουν, και κρατούν πάντα έναν σημαντικό χώρο για την ποίηση και την λογοτεχνία εκείνη που αξίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό, χωρίς να είναι απλώς τυπωμένο χαρτί. Τυπωμένο χαρτί, εμπριμέ χαρτί που, πολλοί εκδότες την περίοδο της λήθης, των ψευδαισθήσεων και του γλιστρήματος στις αθροίσεις των πωλήσεων και μόνο, πρότειναν στο φιλοθεάμον τηλεοπτικό κοινό ως το έντυπο ισοδύναμο της μαζικής υποκουλτούρας. Φαινόμενο διαχρονικό βεβαίως, που περνούσε παλαιότερα από τον δίαυλο των πρακτορείων του περιοδικού τύπου και που για ένα διάστημα έδωσε χώρο και λαβή στα βιβλιοπωλεία να μετατραπούν σε πωλητήρια τυπωμένου χαρτιού και όχι βιβλίων. Ευτυχώς τον ουσιαστικό της χαρακτήρα, η Πολιτεία, ούτε στην περίοδο αυτής της «κρίσης» πριν από την κρίση τον έχασε ποτέ, διαθέτοντας τους πολλαπλούς και ισχυρούς πυλώνες των ανθρώπων που την αποτελούν. Γιατί πριν από τους τίτλους των βιβλίων στα ράφια της μια εγγράμματη Πολιτεία είναι ζήτημα των ανθρώπων που πυκνώνουν τις τάξεις όσων εργάζονται γι’ αυτήν κι όσων διαβάζουν σε αυτήν.
                            Θανάσης Χατζόπουλος
Hatzopoulos Thanasis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Καλλιρρόη Παρούση: Το βιβλίο που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και καιρό

 
Μου έμεναν ακόμη μερικές σελίδες για να τελειώσω το βιβλίο που διάβαζα και του οποίου ο τίτλος μου διαφεύγει, όπως και το όνομα του συγγραφέα. Σκέφτηκα πως είναι μια καλή ευκαιρία να αγοράσω μερικά καινούρια βιβλία από την Πολιτεία, όπως και έκανα, αλλά χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω στη μνήμη μου τους τίτλους ή τα ονόματα των συγγραφέων. Όταν γύρισα σπίτι, διαπίστωσα πως μου είχαν μείνει περισσότερες σελίδες αδιάβαστες από ό,τι εξ’ αρχής υπολόγιζα, τις οποίες ήταν αδύνατο να καταφέρω να  διαβάσω σε σύντομο χρόνο. Ήρθε όμως και πάλι η μέρα που είπα στον εαυτό μου ότι πρέπει να αγοράσει ένα καινούριο βιβλίο, του οποίου ο τίτλος μου διαφεύγει, όπως και το όνομα του συγγραφέα, αλλά, μόλις το πήρα από την Πολιτεία, σχεδόν μετάνιωσα, επειδή με την αγορά αυτή αναγκάστηκα ν’ αποκλείσω κάποιες άλλες επιλογές τις οποίες είχα στο μυαλό μου. Επρόκειτο για νέους τίτλους και ονόματα συγγραφέων που βρίσκονταν σε προσφορά και ίσως να μην προλάβαινα να τα αγοράσω σε αυτήν την ευνοϊκή τιμή αργότερα. Ήταν αναμφίβολα μια ευκαιρία που δεν μπορούσα ν’ αφήσω να πάει χαμένη. Την επόμενη μέρα, επέστρεψα στο αγαπημένο υπόγειο της Ασκληπιού και πήρα τα υπόλοιπα βιβλία που είχα στο μυαλό μου, όμως, δυστυχώς για άλλη μια φορά είχα αποκλείσει κάποιες πολύ σημαντικές και συμφέρουσες επιλογές. Όταν γύρισα σπίτι, κατέβαλλα μεγάλες προσπάθειες να ολοκληρώσω την ανάγνωση των τελευταίων σελίδων από το βιβλίο που είχα ξεκινήσει εδώ και καιρό- ούτε καν θυμάμαι από πότε- σαν να έχουν περάσει χρόνια κι όλες οι αναγνώσεις συγχωνεύτηκαν σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο χωνευτήρι ιδεών, εικόνων και συναισθημάτων. Τώρα πια έχω καταλήξει στην απόφαση ότι μετά από την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, θα είμαι πλέον σε θέση να αγοράσω όλα τα βιβλία από την Πολιτεία προς μεγάλη χαρά των ευγενικών υπαλλήλων που εργάζονται εκεί και οι οποίοι απ’ όσο γνωρίζω τα έχουν ήδη διαβάσει και δεν τα χρειάζονται πια. Ωστόσο,  το μόνο που με ανησυχεί είναι το ενδεχόμενο αυτή η μέρα να μην έρθει ποτέ, αφού το βιβλίο που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και καιρό –σχεδόν από μικρό παιδί- μοιάζει να είναι ατελείωτο.
             Καλλιρρόη Παρούση
 
Parousi Kalliroi
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κατερίνα Παπαντωνίου: Η Πολιτεία βρίσκεται παντού

 
 Είμαι τύπος των μακροχρόνιων σχέσεων αλλά με την κυρία Πόλυ Τία έχει παρατραβήξει, περάσαμε και τον ασημένιο ιωβηλαίο. Γι’ αυτό θέλω να εξομολογηθώ δύο θέματα που με ταλαιπωρούν. Είμαι σίγουρη ότι θα μείνουν μεταξύ μας.
Τη βρίσκω μπροστά μου ό,τι κι αν κάνω. Στρίβω πεινασμένη στην Ασκληπιού για να φάω ένα σουβλάκι, σκέφτομαι όμως την αγαπημένη που κάθεται πιο ΄κει, λέω ας πάω πρώτα να την δω. Ξεχνιέμαι μαζί της είτε είμαστε μόνοι είτε με παρέα, έχει τόσο να μου πει, περνάει η ώρα χωρίς να το καταλάβω, στο τέλος, ξεχνάω το σουβλάκι, ξεχνάω και την πείνα. Γυρίζω σπίτι, νάτην πάλι. H Πόλυ Τία μπροστά μου ντυμένη στα γαλανόλευκα. Στο ψυγείο προστατεύει τη μυζήθρα, στο ντουλάπι κάτω από τον νεροχύτη κρύβει τα σαπούνια, στον εκδρομικό σάκο τυλίγει τις σαγιονάρες, στα ράφια καλύπτει τα βάζα με τις μαρμελάδες.  Ας μην πω άλλα, δεν θέλω να την εκθέσω.
Επόμενο πρόβλημα, ελπίζω να δείξετε κατανόηση. Τις σπάνιες φορές που αγγίζω ξένα ράφια ή μιλάω με αγνώστους κοιτάζω τριγύρω μήπως και με δει κανένα μάτι και μαθευτεί η απιστία. Δεν το χαίρομαι. Οι τύψεις με πιάνουν από τον λαιμό και τρέχω κοντά της. Ο άνθρωπός σου σε καταλαβαίνει χωρίς πολλά λόγια, ξέρει όλα σου τα χούγια, σε φροντίζει με το χαμόγελο, στα δίνει όλα στο χέρι, τι άλλο θες; Έτσι είναι οι δια βίου σχέσεις. Το ξέρω, Πόλυ Τία, θα γεράσω μαζί σου. Είναι γραμμένο.
                  Κατερίνα Παπαντωνίου
Papantoniou Katerina
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Γιώργος Λίλλης: Μπορεί η Πολιτεία να μην έχει εμφιαλώσει το άρωμα του χαρτιού ...

Οι ποιητικές συλλογές και τα βιβλία του Γιώργου Λίλλη: Μικρή διαθήκη, Ίχνη στο χιόνι, Τα όρια του λαβυρίνθου, Στο σκοτάδι μετέωρος, Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων, Το δέρμα της νύχτας. Ο Γιώργος Λίλλης έχει μεταφράσει Durs Grunbein (Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία) και τις Λέξεις σαν χιόνι (ινδιάνικα ποιήματα και γνωμικά).

Ο Ισπανός συγγραφέας Carlos Ruiz Zafon αναφέρει: “Μπήκα μέσα στο βιβλιοπωλείο και ανέπνευσα εκείνο το άρωμα χαρτιού και μαγείας που, περιέργως, κανένας ποτέ δεν σκέφτηκε να εμφιαλώσει”. Μπορεί η Πολιτεία να μην έχει εμφιαλώσει το άρωμα του χαρτιού, αλλά έχει καταφέρει τούτο: προσφέρει την ικανοποίηση να νιώθουμε μια όμορφη οικειότητα με το βιβλίο και με τους ανθρώπους που το αγαπούν. Αγόρασα τα πρώτα μου βιβλία στην Πολιτεία αρχές του 1990. Που να το φανταζόμουν τότε ότι χρόνια αργότερα θα βρίσκονται και τα δικά μου βιβλία στα ράφια του βιβλιοπωλείου. Από τότε, όποτε έρχομαι Αθήνα, το επισκέπτομαι πάντα. Φίλος πια με τα παιδιά της Πολιτείας, τον Γιώργο, τον Μιχάλη, τον Στέφανο, δεν τους θεώρησα ποτέ υπάλληλους, γιατί δεν είναι. Έχουν πάθος με το αντικείμενο. Δεν ξέρω άλλους βιβλιοπώλες με τόση γνώση, άποψη και αγάπη για το βιβλίο. Πόσα βιβλία έχω αγοράσει λόγω της προτροπής του Γιώργου Θωμόπουλου, και που δεν μετάνιωσα ποτέ. Τον εμπιστεύομαι απόλυτα. Μια σχέση που κρατά χρόνια, όχι επαγγελματική, αλλά σχέση αγάπης. Μια όαση στο κέντρο της Αθήνας.
      Γιώργος Λίλλης

Lillis Giorgos IMG 30521

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Δημήτρης Αθηνάκης: Είναι συμμορία όμορφων ανθρώπων

Τα βιβλία του Δημήτρη Αθηνάκη: Δωμάτιο μικρών διακοπών, Χωρισεμείς.

«Καλημέρα, ονομάζομαι Τάδε και σας τηλεφωνώ από τη Eurobank».
«Καλημέρα. Συμβαίνει κάτι;»
«Τίποτε ανησυχητικό, απλώς βλέπουμε όλο τον μήνα χρεώσεις από την Πολιτεία και αναρωτιόμασταν εάν είναι δικές σας».
«Ραντεβού αύριο στις 12 στο βιβλιοπωλείο. Να δείτε μόνοι σας», ήθελα να πω, αλλά δεν είπα. Ξεφούρνισα ένα διστακτικό αλλά κάπως χαμογελαστό: «Μην ανησυχείτε, κυρία μου. Εγώ έχω κάνει τις κινήσεις. Και στη φυλακή εγώ θα πάω».
Αυτό είναι η Πολιτεία για μένα. Μια παράξενη καθημερινότητα, κάποτε, μια γλυκιά συνήθεια έκτοτε. Θα ήθελα να πω για τις ντάνες των βιβλίων, για τη μυρωδιά και για το κλίμα στο βιβλιοπωλείο, αλλά θα ήταν πιο βαρετό και από το Game of Thrones. Η Πολιτεία είναι το «Πού χάθηκες, ρε Αθηνάκη;» όταν μπαίνω μέσα. Το «Α, εσύ μας έλειπες» λίγη ώρα μετά. Ένα «Το διάβασες αυτό; Να το διαβάσεις» όταν κάθομαι για πάνω από μία ώρα και τριγυρίζω δίχως πυξίδα στο υπόγειο.
Το υπόγειο. Στο υπόγειο της Ασκληπιού είδα το πρώτο μου βιβλίο ανάμεσα σε όσα, προτού εκδοθεί, ψαχούλευα. Είδα και το δεύτερο βιβλίο μου. Η Πολιτεία είναι συμμορία όμορφων ανθρώπων, που, αντί να γράφουν για βιβλία, μιλάνε γι’ αυτά. Είναι μια ωραία, υπέροχη γιάφκα ανθρώπων που τσακώνονται για τα καλά βιβλία. Και που αγαπούν τους ανθρώπους. Τον άνθρωπο.
Η Πολιτεία είναι ο βίος μας. Και ίσως το βιος μας.
Εκείνοι κι εμείς. Μαζί. Χωρίς ίσως.
             Δημήτρης Αθηνάκης

Athinakis Dimitris

 (Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιώργος Μητάς: Στην Πολιτεία των βιβλίων

Ο Γιώργος Μητάς έχει γράψει τις Ιστορίες του Χαλ (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού ''Διαβάζω'' για το 2012).

Πέρασα για πρώτη φορά το κατώφλι της Πολιτείας πριν από εικοσιπέντε περίπου χρόνια, μετά από σύσταση βιβλιόφιλου – και δη λάτρη των θεατρικών κειμένων - συμφοιτητή. Το βιβλιοπωλείο βρισκόταν ήδη, αν δεν με γελά η μνήμη μου, στο υπόγειο της οδού Ασκληπιού. Η τοποθεσία, κυριολεκτικά στην καρδιά της Αθήνας,   η μεγάλη συλλογή  βιβλίων λογοτεχνίας αλλά και οι εξαιρετικές τιμές  αποτέλεσαν ισχυρά κίνητρα  ώστε να επιστρέψω για μια δεύτερη επίσκεψη, ύστερα μια τρίτη, και τελικά να γίνω θαμώνας της.
Στην Πολιτεία έβρισκα κάτι από την χαριτωμένη ακαταστασία και τη βιβλιοφιλική  ζεστασιά που απέπνεαν παλαιότερα, συνοικιακά βιβλιοπωλεία αφιερωμένα στη λογοτεχνία και την ποίηση, όπως ο αξέχαστος Πάπυρος στο Παγκράτι. χώροι όπου η περιήγηση σε βαρυφορτωμένα ράφια και ξέχειλους πάγκους υποσχόταν αιφνίδιες συγκινήσεις και έκρυβε μικρούς θησαυρούς, ενώ ο βιβλιοπώλης ήταν πρόθυμος να μοιραστεί τις γνώσεις, το μεράκι και τον χρόνο του με τον επισκέπτη του μαγαζιού.  
Ήταν η εποχή που άρχισαν να ξεφυτρώνουν στο αθηναϊκό κέντρο τα βιβλιοπωλεία – υπερπαραγωγές, με τις μεγάλες, ομοιόμορφες βιτρίνες, τους ψηλοτάβανους χώρους που δεν σε άφηναν να μπεις χωρίς να νιώσεις αμηχανία, την πληθώρα των ευπώλητων τίτλων και την τυπική εξυπηρέτηση υπαλλήλων που έμοιαζαν να έχουν με την ποίηση τόση σχέση όση και οι αδιάφοροι επισκέπτες που έσκυβαν πάνω από τις  άψογα στοιχισμένες προθήκες με τα ακριβά λευκώματα, τους οδηγούς μαγειρικής και τα μυθιστορήματα με τα ιλουστρασιόν εξώφυλλα και τις «αναγνωρίσιμες», ως επί το πλείστον γυναικείες, υπογραφές.  
Η Πολιτεία δεν ακολούθησε. Μεγάλωσε, και συνέχισε να μεγαλώνει, χωρίς να αλλάξει χαρακτήρα -  η μέρα για την Πολιτεία «προχωρούσε αργά». Κι όταν αργότερα ήρθαν τα μπάνερς, τα καφέ, οι συναυλίες, οι εκδηλώσεις και οι θεματικές βιτρίνες εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή, η Πολιτεία αρκέστηκε στους πολύχρωμους, ενημερωμένους πάγκους και τα γεμάτα ράφια της, τις πάντα καλές τιμές, καθώς και στις γνώσεις και το μεράκι των ανθρώπων της.  Το κοινό της την ακολούθησε – είναι πολύ ωραία αυτή η αίσθηση συνενοχής που με καταλαμβάνει κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλοπάτια και, στεκόμενος μπροστά στον πάγκο με τις νέες εκδόσεις, παρατηρώ με την άκρη του ματιού τους ανθρώπους που ψάχνουν δίπλα μου ή απέναντί μου, κοιτώντας με το βλέμμα του γνώστη και φυλλομετρώντας με το χέρι του αναγνώστη. Μια πολύχρονη σχέση λοιπόν. Με τον χώρο και – αναπόφευκτα - τους ανθρώπους που τον υπηρετούν. Που διαβάζουν πολύ, που συζητούν αυτά που διαβάζουν, που διαφωνούν, γελάνε, πειράζουν, προτείνουν και ενίοτε γράφουν ωραία βιβλία  - γιατί  η γραφή είναι μια μυστική περιπέτεια που κανείς δεν ξέρει πότε θα τελεσφορήσει, η γραφή θέλει το χρόνο της, κάθε βιβλίο τον δικό του, ώστε να διεκδικήσει σαν έρθει η ώρα μια θέση ανάμεσα στα άλλα, και ο πρώην βιβλιοπώλης ή αναγνώστης να εκτεθεί σαν συγγραφέας στους ίδιους γνώριμους πάγκους της Πολιτείας των Βιβλίων – αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

         Γιώργος Μητάς    

Mitas Giorgos1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Θάνος Κάππας: τόσα βιβλία, τόσο μικρή η ζωή, τόσο λίγος ο χρόνος

Ο Θάνος Κάππας έχει γράψει το βιβλίο Πικρούτσικα - Πικρούτσικα, στις εκδόσεις της Εστίας.

 
Ακούω κάθε φορά για το «υπόγειο» της Πολιτείας και πρέπει να σκεφτώ λογικά ώστε να το δεχτώ – δεν είχα ποτέ την αίσθηση του υπογείου αναφερόμενος σ’ αυτό το βιβλιοπωλείο. Η Πολιτεία ταξιδεύει, είναι ένα πλοίο με αμπάρια και εσωτερικές σκάλες που σε βγάζουν στο κατάστρωμα, κι από εκεί, ψηλά ως τη γέφυρα. Πάντα η ίδια αίσθηση του χρόνου που ακινητεί σ’ αυτή την περιπλάνηση, σ’ αυτό το ταξίδι, βυθισμένος καθώς είσαι σε σκέψεις. Η αλήθεια είναι πως η ιδέα που με κατακλύζει είναι συνήθως η ίδια: τόσα βιβλία, τόσο μικρή η ζωή, τόσο λίγος ο χρόνος. Να πάρω κι αυτό, τι άλλο είχα πει ότι θέλω, α, αυτό οπωσδήποτε!  Με την ευκαιρία να πω ότι μου φαινόταν πάντα τόπος ερωτικός – πρόσωπα απορροφημένα πλησιάζονται και απομακρύνονται, χαϊδεύουν βιβλία, μυρίζουν το φρέσκο χαρτί, σε μια μικρή ερωτική τελετουργία. Είχα μάλιστα την ιδέα για ένα διήγημα που εκτυλίσσεται στα διαφορετικά τμήματα του βιβλιοπωλείου, βασισμένο σε ένα αληθινό μικροσυμβάν: βρισκόμουν στο σχετικά στενό πέρασμα για τα βιβλία της ποίησης, είχα μόλις πάρει το βιβλιαράκι του Στίγκα, στεκόταν μια κοπέλα μπροστά μου προσπαθώντας να περάσει αλλά την εμπόδιζε η παρουσία μου εκεί. Είδε τι κρατούσα και μου είπε: αυτό ακριβώς θέλω κι εγώ.  Δεν της το πρόσφερα, από αμηχανία της στιγμής, ίσως και από μια υστερόβουλη σκέψη ότι δεν υπάρχει άλλο αντίτυπο. Στο διήγημα η ιστορία συνεχίζει ως εξής: εκείνος περιπλανιέται, αλλάζει όροφο, βρίσκεται στη Φιλοσοφία και ξαφνικά είναι πάλι εκείνη απέναντι του, κρατάει ένα βιβλίο του Μπένγιαμιν (γεγονός που τον ενθουσιάζει), τη χάνει ξανά κι ύστερα την αναζητά πλέον συνειδητά. Τη βρίσκει τελικά να διαλέγει cd, στο τμήμα της ECM και απογοητεύεται ελαφρώς αφού ο ήχος της εταιρείας τού φαινόταν πάντα κλινικός, αδιάφορος. Ή καλύτερα να το αφαιρέσω αυτό, μοιάζει εγκεφαλική η προσέγγιση εδώ, ποιος άνθρωπος θα είχε αντίρρηση σε κάτι τέτοιο, ιδίως μια τέτοια στιγμή. Εδώ που τα λέμε, μάλλον δεν πρόκειται να γράψω τίποτα αφού τα διηγήματα συνήθως δεν εξαγγέλλονται.  Οπότε δεν θα μάθουμε και τι απέγιναν αυτοί οι δύο. Δεν πειράζει όμως, το θέμα μας δεν ήταν αυτοί αλλά η Πολιτεία και οι εξαιρετικοί άνθρωποί της, οι οποίοι θα είναι πάντα εδώ, να μας καθοδηγούν σε άλλες διηγήσεις, ωραιότερες, βαθύτερες και σπουδαιότερες.  Τους ευχαριστούμε πολύ για όλα αυτά τα χρόνια, για όλα αυτά τα ταξίδια αλλά και για εκείνα που θα ακολουθήσουν.        
                     Θάνος Κάππας

Kappas Thanos

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κώστας Περούλης: Σακούλες Πολιτείας

Ο Κώστας Περούλης έχει γράψει τη συλλογή διηγημάτων Αυτόματα

Το πρόβλημα με την Πολιτεία είναι ότι απενοχοποιεί τη βασική ενοχική αρχή του ψωνίζειν. Όταν μπαίνεις σε ένα μαγαζί γιατί θέλεις να ψωνίσεις ένα παντελόνι και τελικά φεύγεις με ακόμα τρία μπλουζάκια και ένα σορτς-μαγιό που δεν τα χρειάζεσαι, έρχεται κάποια στιγμή στο σπίτι η ώρα που θα ανοίξεις την ντουλάπα να τα βάλεις μέσα και θα βρεθείς αντιμέτωπος με το ότι έχεις άλλα δέκα μπλουζάκια και τρία σορτς. Αυτή η στιγμή δεν έρχεται ποτέ στη βιβλιοθήκη. Θα πει κανείς ότι δεν υπάρχουν βιβλία που δεν χρειάζεσαι. Ας κοιτάξει τότε τα αδιάβαστα βιβλία του στη βιβλιοθήκη του (για να μην πω και τα διαβασμένα). Όμως νιώθεις ωραία, όχι ένοχα. Και την επόμενη φορά που θα ξαναπάς στην Πολιτεία για ένα συγκεκριμένο βιβλίο, θα πάρεις πάλι άλλα πέντε, που ένα στο έδωσαν τα παιδιά ως το καλό, δύο έπεσε το μάτι σου και τα λιγουρεύτηκες, δύο έπεσε το μάτι σου στην έκπτωση 80%. Δεν υπάρχει περίπτωση να προλάβεις να τα διαβάσεις όλα –δεν είχες διαβάσει ούτε τα προηγούμενα– και μια μέρα που θα περνάς πάλι απέξω, θα μπεις μέσα «να δεις λίγο», και θα γίνει το ίδιο, ξανά και ξανά. Αυτή όμως η παραβίαση της ενοχικής αρχής του ψωνίζειν, που είναι στην πραγματικότητα ύβρις, επιστρέφει σαν σμήνος από ερινύες μεταμορφωμένες σε σακούλες Πολιτείας. Γιατί ενώ τα ίχνη από όλα τα ενοχικά ψώνια χάνονται οριστικά μαζί με τις σακούλες τους, οι σακούλες Πολιτείας, άπειρες τον αριθμό, διαρκώς εμφανίζονται μπροστά σου. Τις καταχωνιάζεις παντού, στην κουζίνα, στο μπάνιο στο γραφείο, όμως αντί να μειώνονται πάντα πολλαπλασιάζονται. Το ανθρωπάκι πάνω τους που κάνει βουτιά σ’ αυτή τη θάλασσα από βιβλία είσαι εσύ που κάνεις βουτιά στη θάλασσα από σακούλες. Σ’ αυτό δεν φταίει απλά ότι πας στην Πολιτεία και σου δίνουν άλλες σακούλες στη λογοτεχνία, άλλες σακούλες στο ιστορικοφιλοσοφικό, άλλες σακούλες στα θεατρικά, και μπορεί να φτάσεις να έχεις τρεις σακούλες για πέντε βιβλία. Κυρίως φταίει που οι σακούλες της Πολιτείας δεν κάνουν για τίποτα άλλο. Είναι πολύ μικρές για τον κάδο σκουπιδιών. Πολύ μικρές για να κουβαλήσεις άλλα πράγματα, ρούχα ή τάπερ. Αφού βγάλεις από μέσα τα βιβλία, δεν τις χρησιμοποιείς για τίποτα –πράγμα που γενικά είναι προσβολή για το αστικό αίσθημα– και τις βρίσκεις συνεχώς μπροστά σου. Προσωπικά έχω καταλήξει στην εξής αυτοτιμωρία: δεν βγάζω πια τα βιβλία από τις σακούλες για να τα βάλω στη βιβλιοθήκη, παρά μόνο αν πρόκειται να τα διαβάσω – πράγμα αδύνατον όπως αναλύθηκε, συνεπώς ελπίζω ότι θα σταματήσω να μπαίνω και να αγοράζω. Και καθώς οι σακούλες Πολιτείας συσσωρεύονται γεμάτες η μία πάνω στην άλλη στο γραφείο μου και στις γύρω καρέκλες και ράφια, μαζί με την ενοχή του ψωνίζειν, νιώθω πως αυτό το κακόγουστο αστείο με την Πολιτεία πρέπει επιτέλους να σταματήσει.     

Peroulis Kostas

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Φίλιππος Φιλίππου: Παιδιά τζιμάνια, που θα ’λεγε κι ο Λέμι Κόσιον

Τα βιβλία του Φίλιππου Φιλίππου: Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Ο ερωτευμένος Ελύτης, Ο οργισμένος έφηβος, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, Ο άντρας που αγαπούσαν οι γυναίκες, Κύκλος θανάτου, Ο θάνατος του Ζορμπά, Κωνσταντίνος Θεοτόκης - Σκλάβος του πάθους, Νέα Υόρκη - Καλοκαίρι και μοναξιά, Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη, Ομόνοια 2000, Αντίο Θεσσαλονίκη, Το μαύρο γεράκι κ.α.

 

Στο υπόγειο της οδού Ασκληπιού, όπου σήμερα βρίσκεται το τμήμα της λογοτεχνίας, γνώρισα τη Ραχήλ, τη Μέμα, το Στέφανο, το Γιώργο, το Μιχάλη, παιδιά τζιμάνια, που θα ’λεγε κι ο Λέμι Κόσιον, ένας ξεχασμένος ήρωας της αστυνομικής λογοτεχνίας. Δεν ξέρω άλλους ανθρώπους της «Πολιτείας» στα άλλα τμήματα, και ασφαλώς ούτε εκείνοι με ξέρουν. Άρα μπορώ να μιλήσω μόνο για τους υπόγειους, έτοιμους πάντα να μου πουν κάτι για βιβλία, για συγγραφείς, για τα ευπώλητα, για τις δικές τους προτιμήσεις, για μικρά μυστικά που κυκλοφορούν στους χώρους των εκδόσεων. Κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλιά, βγάζω το καπέλο μου (το έχω για τον ήλιο), και αποκαλύπτομαι, μια ένδειξη σεβασμού σ’ αυτόν τον ιερό χώρο που είναι πλημμυρισμένος με τυπωμένο χαρτί. Κάνω τη βόλτα μου, ψάχνω τα περιοδικά, τα ξεφυλλίζω (κι αυτά ατυχώς μειώνονται, δηλαδή αναστέλλουν την έκδοσή τους, λόγω της κρίσης), ψάχνω στα ράφια για παλιά βιβλία, πέφτω με θλίψη πάνω στις ντάνες με τα σχεδόν καινούργια βιβλία μεγάλων συγγραφέων, όπως ο Χεμινγουέη, που πουλιώνται όσο μια τυρόπιττα. Ενίοτε, συναντώ εκεί ποιητές και πεζογράφους, όπως τη Χίλντα, που ψάχνουν κι αυτοί να βρουν κάτι, λέμε καμιά κουβέντα, για την κρίση και το μνημόνιο κι αποχαιρετιόμαστε, σίγουροι πως θα συναντηθούμε κάπου αλλού, σε άλλους κλειστούς χώρους, σε καφέ, ας πούμε, ποτέ σε ανοιχτούς, οι γραφιάδες δεν διαδηλώνουν, δεν το παίζουν αγανακτισμένοι. Σκέφτομαι πως κάποια στιγμή, κάποτε, κάποιος από τα παιδιά της «Πολιτείας», η Ραχήλ, η Μέμα, ο Στέφανος, ο Γιώργος, ο Μιχάλης, ή άλλος, θα γράψει την ιστορία της, κάνοντας φιλολογικές ή άλλες αποκαλύψεις. Νομίζω πως το έχω προτείνει σε έναν από αυτούς, όταν όμως με άκουσε, μειδίασε: ίσως γιατί ως νέος θεωρεί πως είναι πολύ νωρίς για να γράψει τα απομνημονεύματά του.
               Φίλιππος Φιλίππου

Filippou Filippos 1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Αντώνης Παπαθεοδούλου: Αυτό το βιβλίο είναι το Holy Grail των θαυμαστών της.

Ο Αντώνης Παπαθεοδούλου έχει γράψει δεκάδες παιδικά βιβλία, όπως Ο ραφτάκος των λέξεων, Η πόλη που έδιωξε τον πόλεμο, Οι καλοί και οι κακοί πειρατές, Του σκοινιού τα μανταλάκια κ.α., ενώ έχει επίσης μεταφράσει και άλλες δεκάδες παιδικά βιβλία.
 
Και ο θρύλος λέει ότι υπάρχει το ένα, το υπέρτατο, το απόλυτο βιβλίο, αυτό που δεν το έχει η Πολιτεία, που δεν το είχε ποτέ. Ή έστω που το έχει και δεν το έχουν διαβάσει οι άνθρωποί της. Ή έστω τέλος πάντων που δεν ξέρουν σε ποιο ράφι είναι. Ή πότε εξαντλήθηκε και πότε θα ξανάρθει. Αυτό το βιβλίο είναι το Holy Grail των θαυμαστών της. Δεν είμαι ο μόνος. Δεκάδες περίεργοι τύποι ξημεροβραδιάζονται στην Πολιτεία και σίγουροι πως αυτή τη φορά θα τους τσακώσουν… «Έχετε το τάδε;» ρωτάνε με ύφος. Και πάντα αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν. Πάλι και πάλι. Γιατί είναι αλήθεια ό,τι κι αν λένε ότι αυτό το βιβλίο υπάρχει! Και κάποτε θα βρεθεί! Και Πολιτεία σ’ αγαπώ. Κι όταν βγήκε το πρώτο μου βιβλίο δεν πίστεψα τον εκδότη αλλά ήρθα να τσεκάρω ότι το πουλάς κι εσύ. Και κάποτε Πολιτεία θα σε μεταφέρω σπίτι μου ολόκληρη. Βιβλίο βιβλίο το παλεύω από το 1995.
                 Αντώνης Παπαθεοδούλου

Papatheodoulou Antonis

   

Σταμάτης Πολενάκης - Αλέξιος Μάινας: Βλέποντας το έργο κάποιου φίλου στον πρώτο πάγκο αριστερά

Τα βιβλία του Σταμάτη Πολενάκη : Η ένδοξη πέτρα, Τα σκαλοπάτια της Οδησσού, Βερολίνο, Νοτρ Νταμ, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ.
Ο Αλέξιος Μάινας έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το ξυράφι του ΟΚΑΜ, Το περιεχόμενο του υπολοίπου.

Η Πολιτεία δεν είναι απλώς ένα βιβλιοπωλείο. Είναι ένας τόπος συνάντησης. Είμαστε αντιμέτωποι με μια θηριώδη κρίση που απειλεί να μας αφανίσει. Η εποχή μας γεννά τέρατα και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τα αντιμετωπίσουμε παρά μονάχα το θάρρος και η τρέλα του Δον Κιχώτη. Πρέπει να αντισταθούμε στους φοβερούς ανεμόμυλους που στη γλώσσα όλων των ποιητών ονομάζονται molinos del viento. Τα λέω όλα αυτά επειδή κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλιά της Πολιτείας νιώθω πάντοτε ότι εδώ είναι ένας τόπος βιβλίων και σκέψης. Εδώ είμαστε προστατευμένοι και τίποτα κακό δε μπορεί να μας συμβεί. Πλησιάζω έναν από τους πάγκους, απλώνω το χέρι και ξεφυλλίζω απαλά, για μια ακόμα φορά στη ζωή μου, τον Ντοστογιέφσκι και τους αδελφοί Καραμάζοβ. << Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο>> Απέναντι ξανά ο Θερβάντες με τον φτωχό και ευγενικό Κιχώτη του, λίγο πιο πέρα ο Τσέχωφ, ο Ίψεν και τόσοι άλλοι. Τα βιβλία και η ανάγνωση είναι εκτός των άλλων και ένας τρόπος θεραπείας. Ίσως λοιπόν δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι αυτή η Πολιτεία των βιβλίων βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού... Ελπίζω ότι θα συνεχίσει να υπάρχει για πολλά χρόνια ακόμα. Τη χρειαζόμαστε.
      Σταμάτης Πολενάκης.

Μια αραβική παροιμία λέει ότι το βιβλίο είναι σαν κήπος που κουβαλάει κανείς στην τσέπη του. Ο Μπόρχες πάλι διαβεβαιώνει ότι ο Παράδεισος είναι τα ράφια με τα βιβλία. Και κάθε παράδεισος έχει τους πειρασμούς του. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά της Πολιτείας κοιτάζομαι αριστερά στον καθρέφτη. Είναι το σημείο που είμαι ακόμα πεπεισμένος ότι αυτή τη φορά δε θα το παρακάνω…

Είναι μια ιεροτελεστία να ξεφυλλίζεις καινούργια βιβλία και να διαβάζεις λίγο – ένας συντονισμός (ή ένα διακρότημα) αισθήσεων και νόησης. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε κάβα και να ανοίγεις μπουκάλια κρασιών για να δοκιμάσεις, συζητώντας παράλληλα με πνευματώδεις φίλους. Ο Όσκαρ Oυάιλντ λέει (για τα βιβλία) ότι δε χρειάζεται να αδειάσεις το βαρέλι για ν’ αναγνωρίσεις την ποιότητα του κρασιού… Αλλά, όπως είναι τέχνη η ανάγνωση, είναι τέχνη και η επιλογή καλού βιβλίου. Φυλλομετρώντας τις προάλλες πέτυχα το εξής σχετικό: «Ο αμόρφωτος είναι ένας άνθρωπος που περνάει συχνά ένα κακό βιβλίο για καλό. Ο μορφωμένος, εκείνος που περνάει εξίσου συχνά ένα καλό βιβλίο για κακό».  
Στην Πολιτεία, πέρα από την πλούσια γκάμα «κρασιών» και τις εκπλήξεις απρόσμενων συναντήσεων, με ευχαριστεί κάτι όντως σπάνιο – η φιλοξενία βιβλίων από νέους δημιουργούς. Συχνά κατεβαίνοντας τη σκάλα και βλέποντας το έργο κάποιου φίλου στον πρώτο πάγκο αριστερά, σκέφτομαι: το να μπεις στην Πολιτεία είναι ένα πρώτο σκαλί.
      Αλέξιος Μάινας

Polenakis Mainas 25-03-2013

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Σελίδα 1 από 3

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Θεοδόσης Βολκώφ: Πολιτείας Υπόγειο Οι ποιητικές συλλογές του Θεοδόση Βολκώφ: Τα τραγούδια της ψυχής και της κόρης, Missa Brevis, Γιουβενάλης. Του Γιώργου, της Ραχήλ και του Μιχάλη. / Ι...

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Γιάννης Υφαντής: Μανθρασπέντα Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια. Χθες γεννηθήκαν και πώς ξέρουν κιόλας με τόση ακρίβεια όλα τα κατσικίσια πράγματα. Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικωσύνη μ...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal