Ο Λογαριασμός μου

Από τα πιο δημοφιλή βιβλία σε τιμές -50% έως -85% https://www.politeianet.gr/protaseis-prosforwn/ta-pio-dimofili-biblia-se-times-50-eos-85-739

-20%, -25%, -30% έως -85% χαμηλότερες τιμές σε 150.000 τίτλους - Δωρεάν αποστολή και αντικαταβολή για αγορές πάνω από 30 € - 24 άτοκες δόσεις (με πιστωτική κάρτα)

Βίος και Πολιτεία

Κώστας Περούλης: Σακούλες Πολιτείας

Ο Κώστας Περούλης έχει γράψει τη συλλογή διηγημάτων Αυτόματα

Το πρόβλημα με την Πολιτεία είναι ότι απενοχοποιεί τη βασική ενοχική αρχή του ψωνίζειν. Όταν μπαίνεις σε ένα μαγαζί γιατί θέλεις να ψωνίσεις ένα παντελόνι και τελικά φεύγεις με ακόμα τρία μπλουζάκια και ένα σορτς-μαγιό που δεν τα χρειάζεσαι, έρχεται κάποια στιγμή στο σπίτι η ώρα που θα ανοίξεις την ντουλάπα να τα βάλεις μέσα και θα βρεθείς αντιμέτωπος με το ότι έχεις άλλα δέκα μπλουζάκια και τρία σορτς. Αυτή η στιγμή δεν έρχεται ποτέ στη βιβλιοθήκη. Θα πει κανείς ότι δεν υπάρχουν βιβλία που δεν χρειάζεσαι. Ας κοιτάξει τότε τα αδιάβαστα βιβλία του στη βιβλιοθήκη του (για να μην πω και τα διαβασμένα). Όμως νιώθεις ωραία, όχι ένοχα. Και την επόμενη φορά που θα ξαναπάς στην Πολιτεία για ένα συγκεκριμένο βιβλίο, θα πάρεις πάλι άλλα πέντε, που ένα στο έδωσαν τα παιδιά ως το καλό, δύο έπεσε το μάτι σου και τα λιγουρεύτηκες, δύο έπεσε το μάτι σου στην έκπτωση 80%. Δεν υπάρχει περίπτωση να προλάβεις να τα διαβάσεις όλα –δεν είχες διαβάσει ούτε τα προηγούμενα– και μια μέρα που θα περνάς πάλι απέξω, θα μπεις μέσα «να δεις λίγο», και θα γίνει το ίδιο, ξανά και ξανά. Αυτή όμως η παραβίαση της ενοχικής αρχής του ψωνίζειν, που είναι στην πραγματικότητα ύβρις, επιστρέφει σαν σμήνος από ερινύες μεταμορφωμένες σε σακούλες Πολιτείας. Γιατί ενώ τα ίχνη από όλα τα ενοχικά ψώνια χάνονται οριστικά μαζί με τις σακούλες τους, οι σακούλες Πολιτείας, άπειρες τον αριθμό, διαρκώς εμφανίζονται μπροστά σου. Τις καταχωνιάζεις παντού, στην κουζίνα, στο μπάνιο στο γραφείο, όμως αντί να μειώνονται πάντα πολλαπλασιάζονται. Το ανθρωπάκι πάνω τους που κάνει βουτιά σ’ αυτή τη θάλασσα από βιβλία είσαι εσύ που κάνεις βουτιά στη θάλασσα από σακούλες. Σ’ αυτό δεν φταίει απλά ότι πας στην Πολιτεία και σου δίνουν άλλες σακούλες στη λογοτεχνία, άλλες σακούλες στο ιστορικοφιλοσοφικό, άλλες σακούλες στα θεατρικά, και μπορεί να φτάσεις να έχεις τρεις σακούλες για πέντε βιβλία. Κυρίως φταίει που οι σακούλες της Πολιτείας δεν κάνουν για τίποτα άλλο. Είναι πολύ μικρές για τον κάδο σκουπιδιών. Πολύ μικρές για να κουβαλήσεις άλλα πράγματα, ρούχα ή τάπερ. Αφού βγάλεις από μέσα τα βιβλία, δεν τις χρησιμοποιείς για τίποτα –πράγμα που γενικά είναι προσβολή για το αστικό αίσθημα– και τις βρίσκεις συνεχώς μπροστά σου. Προσωπικά έχω καταλήξει στην εξής αυτοτιμωρία: δεν βγάζω πια τα βιβλία από τις σακούλες για να τα βάλω στη βιβλιοθήκη, παρά μόνο αν πρόκειται να τα διαβάσω – πράγμα αδύνατον όπως αναλύθηκε, συνεπώς ελπίζω ότι θα σταματήσω να μπαίνω και να αγοράζω. Και καθώς οι σακούλες Πολιτείας συσσωρεύονται γεμάτες η μία πάνω στην άλλη στο γραφείο μου και στις γύρω καρέκλες και ράφια, μαζί με την ενοχή του ψωνίζειν, νιώθω πως αυτό το κακόγουστο αστείο με την Πολιτεία πρέπει επιτέλους να σταματήσει.     

Peroulis Kostas

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Φίλιππος Φιλίππου: Παιδιά τζιμάνια, που θα ’λεγε κι ο Λέμι Κόσιον

Τα βιβλία του Φίλιππου Φιλίππου: Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Ο ερωτευμένος Ελύτης, Ο οργισμένος έφηβος, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, Ο άντρας που αγαπούσαν οι γυναίκες, Κύκλος θανάτου, Ο θάνατος του Ζορμπά, Κωνσταντίνος Θεοτόκης - Σκλάβος του πάθους, Νέα Υόρκη - Καλοκαίρι και μοναξιά, Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη, Ομόνοια 2000, Αντίο Θεσσαλονίκη, Το μαύρο γεράκι κ.α.

 

Στο υπόγειο της οδού Ασκληπιού, όπου σήμερα βρίσκεται το τμήμα της λογοτεχνίας, γνώρισα τη Ραχήλ, τη Μέμα, το Στέφανο, το Γιώργο, το Μιχάλη, παιδιά τζιμάνια, που θα ’λεγε κι ο Λέμι Κόσιον, ένας ξεχασμένος ήρωας της αστυνομικής λογοτεχνίας. Δεν ξέρω άλλους ανθρώπους της «Πολιτείας» στα άλλα τμήματα, και ασφαλώς ούτε εκείνοι με ξέρουν. Άρα μπορώ να μιλήσω μόνο για τους υπόγειους, έτοιμους πάντα να μου πουν κάτι για βιβλία, για συγγραφείς, για τα ευπώλητα, για τις δικές τους προτιμήσεις, για μικρά μυστικά που κυκλοφορούν στους χώρους των εκδόσεων. Κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλιά, βγάζω το καπέλο μου (το έχω για τον ήλιο), και αποκαλύπτομαι, μια ένδειξη σεβασμού σ’ αυτόν τον ιερό χώρο που είναι πλημμυρισμένος με τυπωμένο χαρτί. Κάνω τη βόλτα μου, ψάχνω τα περιοδικά, τα ξεφυλλίζω (κι αυτά ατυχώς μειώνονται, δηλαδή αναστέλλουν την έκδοσή τους, λόγω της κρίσης), ψάχνω στα ράφια για παλιά βιβλία, πέφτω με θλίψη πάνω στις ντάνες με τα σχεδόν καινούργια βιβλία μεγάλων συγγραφέων, όπως ο Χεμινγουέη, που πουλιώνται όσο μια τυρόπιττα. Ενίοτε, συναντώ εκεί ποιητές και πεζογράφους, όπως τη Χίλντα, που ψάχνουν κι αυτοί να βρουν κάτι, λέμε καμιά κουβέντα, για την κρίση και το μνημόνιο κι αποχαιρετιόμαστε, σίγουροι πως θα συναντηθούμε κάπου αλλού, σε άλλους κλειστούς χώρους, σε καφέ, ας πούμε, ποτέ σε ανοιχτούς, οι γραφιάδες δεν διαδηλώνουν, δεν το παίζουν αγανακτισμένοι. Σκέφτομαι πως κάποια στιγμή, κάποτε, κάποιος από τα παιδιά της «Πολιτείας», η Ραχήλ, η Μέμα, ο Στέφανος, ο Γιώργος, ο Μιχάλης, ή άλλος, θα γράψει την ιστορία της, κάνοντας φιλολογικές ή άλλες αποκαλύψεις. Νομίζω πως το έχω προτείνει σε έναν από αυτούς, όταν όμως με άκουσε, μειδίασε: ίσως γιατί ως νέος θεωρεί πως είναι πολύ νωρίς για να γράψει τα απομνημονεύματά του.
               Φίλιππος Φιλίππου

Filippou Filippos 1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Αντώνης Παπαθεοδούλου: Αυτό το βιβλίο είναι το Holy Grail των θαυμαστών της.

Ο Αντώνης Παπαθεοδούλου έχει γράψει δεκάδες παιδικά βιβλία, όπως Ο ραφτάκος των λέξεων, Η πόλη που έδιωξε τον πόλεμο, Οι καλοί και οι κακοί πειρατές, Του σκοινιού τα μανταλάκια κ.α., ενώ έχει επίσης μεταφράσει και άλλες δεκάδες παιδικά βιβλία.
 
Και ο θρύλος λέει ότι υπάρχει το ένα, το υπέρτατο, το απόλυτο βιβλίο, αυτό που δεν το έχει η Πολιτεία, που δεν το είχε ποτέ. Ή έστω που το έχει και δεν το έχουν διαβάσει οι άνθρωποί της. Ή έστω τέλος πάντων που δεν ξέρουν σε ποιο ράφι είναι. Ή πότε εξαντλήθηκε και πότε θα ξανάρθει. Αυτό το βιβλίο είναι το Holy Grail των θαυμαστών της. Δεν είμαι ο μόνος. Δεκάδες περίεργοι τύποι ξημεροβραδιάζονται στην Πολιτεία και σίγουροι πως αυτή τη φορά θα τους τσακώσουν… «Έχετε το τάδε;» ρωτάνε με ύφος. Και πάντα αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν. Πάλι και πάλι. Γιατί είναι αλήθεια ό,τι κι αν λένε ότι αυτό το βιβλίο υπάρχει! Και κάποτε θα βρεθεί! Και Πολιτεία σ’ αγαπώ. Κι όταν βγήκε το πρώτο μου βιβλίο δεν πίστεψα τον εκδότη αλλά ήρθα να τσεκάρω ότι το πουλάς κι εσύ. Και κάποτε Πολιτεία θα σε μεταφέρω σπίτι μου ολόκληρη. Βιβλίο βιβλίο το παλεύω από το 1995.
                 Αντώνης Παπαθεοδούλου

Papatheodoulou Antonis

   

Σταμάτης Πολενάκης - Αλέξιος Μάινας: Βλέποντας το έργο κάποιου φίλου στον πρώτο πάγκο αριστερά

Τα βιβλία του Σταμάτη Πολενάκη : Η ένδοξη πέτρα, Τα σκαλοπάτια της Οδησσού, Βερολίνο, Νοτρ Νταμ, Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ.
Ο Αλέξιος Μάινας έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το ξυράφι του ΟΚΑΜ, Το περιεχόμενο του υπολοίπου.

Η Πολιτεία δεν είναι απλώς ένα βιβλιοπωλείο. Είναι ένας τόπος συνάντησης. Είμαστε αντιμέτωποι με μια θηριώδη κρίση που απειλεί να μας αφανίσει. Η εποχή μας γεννά τέρατα και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τα αντιμετωπίσουμε παρά μονάχα το θάρρος και η τρέλα του Δον Κιχώτη. Πρέπει να αντισταθούμε στους φοβερούς ανεμόμυλους που στη γλώσσα όλων των ποιητών ονομάζονται molinos del viento. Τα λέω όλα αυτά επειδή κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλιά της Πολιτείας νιώθω πάντοτε ότι εδώ είναι ένας τόπος βιβλίων και σκέψης. Εδώ είμαστε προστατευμένοι και τίποτα κακό δε μπορεί να μας συμβεί. Πλησιάζω έναν από τους πάγκους, απλώνω το χέρι και ξεφυλλίζω απαλά, για μια ακόμα φορά στη ζωή μου, τον Ντοστογιέφσκι και τους αδελφοί Καραμάζοβ. << Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο>> Απέναντι ξανά ο Θερβάντες με τον φτωχό και ευγενικό Κιχώτη του, λίγο πιο πέρα ο Τσέχωφ, ο Ίψεν και τόσοι άλλοι. Τα βιβλία και η ανάγνωση είναι εκτός των άλλων και ένας τρόπος θεραπείας. Ίσως λοιπόν δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι αυτή η Πολιτεία των βιβλίων βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού... Ελπίζω ότι θα συνεχίσει να υπάρχει για πολλά χρόνια ακόμα. Τη χρειαζόμαστε.
      Σταμάτης Πολενάκης.

Μια αραβική παροιμία λέει ότι το βιβλίο είναι σαν κήπος που κουβαλάει κανείς στην τσέπη του. Ο Μπόρχες πάλι διαβεβαιώνει ότι ο Παράδεισος είναι τα ράφια με τα βιβλία. Και κάθε παράδεισος έχει τους πειρασμούς του. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά της Πολιτείας κοιτάζομαι αριστερά στον καθρέφτη. Είναι το σημείο που είμαι ακόμα πεπεισμένος ότι αυτή τη φορά δε θα το παρακάνω…

Είναι μια ιεροτελεστία να ξεφυλλίζεις καινούργια βιβλία και να διαβάζεις λίγο – ένας συντονισμός (ή ένα διακρότημα) αισθήσεων και νόησης. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε κάβα και να ανοίγεις μπουκάλια κρασιών για να δοκιμάσεις, συζητώντας παράλληλα με πνευματώδεις φίλους. Ο Όσκαρ Oυάιλντ λέει (για τα βιβλία) ότι δε χρειάζεται να αδειάσεις το βαρέλι για ν’ αναγνωρίσεις την ποιότητα του κρασιού… Αλλά, όπως είναι τέχνη η ανάγνωση, είναι τέχνη και η επιλογή καλού βιβλίου. Φυλλομετρώντας τις προάλλες πέτυχα το εξής σχετικό: «Ο αμόρφωτος είναι ένας άνθρωπος που περνάει συχνά ένα κακό βιβλίο για καλό. Ο μορφωμένος, εκείνος που περνάει εξίσου συχνά ένα καλό βιβλίο για κακό».  
Στην Πολιτεία, πέρα από την πλούσια γκάμα «κρασιών» και τις εκπλήξεις απρόσμενων συναντήσεων, με ευχαριστεί κάτι όντως σπάνιο – η φιλοξενία βιβλίων από νέους δημιουργούς. Συχνά κατεβαίνοντας τη σκάλα και βλέποντας το έργο κάποιου φίλου στον πρώτο πάγκο αριστερά, σκέφτομαι: το να μπεις στην Πολιτεία είναι ένα πρώτο σκαλί.
      Αλέξιος Μάινας

Polenakis Mainas 25-03-2013

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιώργος Λαμπράκος: Ένας φιλόξενος ιδεότοπος ...

Τα βιβλία του Γιώργου Λαμπράκου: Υπογείωση, Αγνοούμενος, Αναμνήσεις από το ρετιρέ. Έχει μεταφράσει πολλά αξιόλογα βιβλία των Umberto Eco, Nigel Warburton, Adam Phillips, John Gray, Julian Bell και άλλων.

Αγοράζω βιβλία στην Πολιτεία από τότε που άρχισα να αγοράζω βιβλία. Η κάθοδος στο λογοτεχνικό υπόγειο της Ασκληπιού μετουσιώνεται μέσα μου σε μια πνευματική καταβύθιση και εμβάθυνση. Από τα πρώτα κιόλας σκαλιά το εκπαιδευμένο μάτι μπορεί –εφόσον θέλει– να «κόψει» αν βγήκε κάποιο περιοδικό που το αναμένει, ενώ στη συνέχεια μπορεί να διατρέξει χιλιάδες ελληνικούς και αγγλόφωνους τίτλους. Στο εκτεταμένο ισόγειο της Πολιτείας, που αρκετά παλιότερα συνόρευε με άλλο βιβλιοπωλείο, έβρισκα και βρίσκω όλα σχεδόν τα θεωρητικά βιβλία που αναζητώ, ενώ και στον πρώτο όροφο η συλλογή των βιβλίων τέχνης ενημερώνεται διαρκώς. Όταν δεν βρίσκω αυτό που ψάχνω ή κάτι παρεμφερές, οι «φύλακες» της Πολιτείας είναι πάντα εκεί ώστε όχι μόνο να βοηθήσουν, αλλά και να προτείνουν κάτι αξιόλογο. Κατά καιρούς έχω βρει στην Πολιτεία πολυπόθητα βιβλία που άλλα βιβλιοπωλεία τα χαρακτήριζαν εξαντλημένα, κάτι που σημαίνει πως ενίοτε λειτουργεί και ως νέο παλαιοβιβλιοπωλείο. Η ιδανική Πολιτεία των γραμμάτων είναι ένας φιλόξενος ιδεότοπος που διεγείρει, δυναμώνει και εμπλουτίζει τον σύγχρονο άνθρωπο, προσφέροντάς του βιβλία: ό,τι καλύτερο υπάρχει για να πορεύεται κανείς όμορφα και γνωστικά μες στον γελοίο κόσμο μας.    
       Γιώργος Λαμπράκος

Lambrakos GiorgosDSC 4401

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Θοδωρής Ρακόπουλος: Ποίηση και Πολιτεία ...

Οι ποιητικές συλλογές του Θοδωρή Ρακόπουλου: Φαγιούμ, Ορυκτό δάσος

 Στην Πολιτεία μπαίνει κανεις με τον τρόπο που ο Καλβίνο μας συστήνει - όπως επισκέπτεται κανεις μιαν Αόρατη Πόλη. Βεβαίως, για κάθε έναν η πόλη είναι διαφορετική, και την προσεγγίζει με ύφος και μέσο διαφορετικό. Για κάποιον, σαν εμένα, που βρίσκεται στην Αθηνα φευγαλέα, ελπίζοντας κάποτε να γίνει έπηλυς, η Πολιτεία είναι σωτήριο υπόστεγο από την αμηχανία μπροστά στην σχετικά άγνωστη ευρύτερη πόλη, που απλώνεται εκεί έξω με τις λεωφόρους της, στο ύψος του εδάφους. Εκεί κανονίζω να συναντήσω τους φίλους μου, όταν επισκέπτομαι την πρωτεύουσα. Έχει γίνει αυτό κάτι σαν ιεροτελεστία, και όπως όλες οι τελετές έχει περιοδικότητα και συμβολισμό: βρίσκω κι εξοικειώνομαι με μια πολιτεία μέσα σε μια Πολιτεία.

Υπάρχει κι ένας σχεδόν συντεχνιακός (με την ωραία, την μεσαιωνική έννοια του μάστορα) λόγος για τον οποιο αισθάνομαι τέτοια συνταύτιση με το μέρος: η δεδομένη και ανανεούμενη αγάπη της Πολιτείας για την ποίηση. Το βιβλιοπωλείο είναι το εμπορικό κύτταρο της ελληνικής ποίησης στην Ελλάδα, και ο καλύτερός της υποστηρικτής ανάμεσα στα βιβλιοπωλεία. Πάντα είχα την εντύπωση πως η ποίηση είναι δώρο, με τη Μωσιανή έννοια: μια χειρονομία αδιαμεσολάβητη από την αγορά, που μεταφέρει, μέσα στο αντικείμενο (το βιβλίο, το ποίημα), ένα κομμάτι από τον άνθρωπο που το εγχειρίζει. Στην Πολιτεία νιώθω διαφορετικά: η «αγορά» εκεί έχει άλλη εννοιολόγηση, σχεδόν αρχαιοαθηναϊκή: είναι το μέρος όπου αγοράζεις, αλλά και συναντάς - κι αγορεύεις, και σου αγορεύουν – οι φίλοι υπάλληλοι, οι διερχόμενοι, οι πελάτες που θα γνωρίσεις εκειπέρα˙ όσοι θα κατέβουν από το ύψος του δρόμου προς τα κάτω, στην φωλιά με τα βιβλία.
            Θοδωρής Ρακόπουλος

Rakopoulos

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: 258 Λέξεις για την Πολιτεία

Τα βιβλία του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη : Διασυρμός, Hotel Hegel 1976-2006, Ζενερίκ, Η λεγεώνα των φίλων, Au revoir, La vie est belle et facile, Paris και πολλά άλλα. Έχει μεταφράσει και γνωρίσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό σχεδόν εκατό βιβλία, μεταξύ άλλων Conrad, Nabokov, Dylan Thomas, Orwell, Miller, Fitzgerald και πολλούς άλλους.

Πήγαινα στην Πολιτεία παλιά, όταν ήταν στην Στοά της Όπερας, και ήταν η Νίκη εκεί, κι εγώ δούλευα στον Ερμή που ήτανε στη Σόλωνος, και η Νίκη ερχόταν κι έπαιρνε βιβλία από κει για την Πολιτεία, και αργότερα έφυγε η Πολιτεία και πήγε εκεί όπου ήτανε παλιά η Δωδώνη, και πήγαινα, και συνεχίζω να πηγαίνω, στο υπόγειο για λογοτεχνία και στο ισόγειο για θεωρία και πολιτική, και μετά περνάω από τη Στοά της Όπερας και θυμάμαι την παλιά Πολιτεία και επίσης θυμάμαι το ωραίο Ουζερί του Τζίμυ που ήτανε αριστερά λοξώς απέναντι από την Πολιτεία, και τον Τζίμυ θυμάμαι με τα ασημένια μαλλιά και τον κομπασμό ότι τα έτσουζε παρέα με τον Φρανκ Σινάτρα, μια φορά μάλιστα ο Τζίμυ μου χάρισε ένα ποτήρι βαρύ κρυστάλλινο του ουίσκι και μου είπε ότι απ’ αυτό έπινε ο Σινάτρα όταν ερχόταν στην Αθήνα, κι ύστερα πήγα στην Πολιτεία την καινούργια κι αγόρασα πανευτυχής ένα σωρό βιβλία, κι ανάμεσά τους ήτανε και τα Ποιήματα του Γκόρπα στην έκδοση του Γαβριηλίδη, καθώς επίσης και για πολλοστή φορά αγορασμένο το Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, που το είχε εκδώσει ξανά η Άγρα, σαν τώρα το θυμάμαι αυτό, πολύ ζωντανά, όπως θυμάμαι πολύ λαμπίκο πολλά άλλα βιβλία που πήρα από την Πολιτεία, κάμποσα γιατί μου τα σύστησε ο Στέφανος, κάμποσα για να τα δωρίσω σε πρόσωπα αγαπημένα, κάμποσα γιατί τα είχα αλλά τα έχασα και ήθελα να τα έχω ξανά, μια ζωή, βρε παιδί μου, μια ζωή, μια ζωή όλο βιβλία, μια ζωή Πολιτεία, Εστία, Χνάρι, Ναυτίλος, Πρωτοπορία, Παρουσία, καλά ήτανε, καλά είναι, δε λέω.

             Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Mpampasakis DSC 4450 1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Μαρία Τοπάλη: Το βιβλίο δεν είναι πράγμα ...

Τα βιβλία και οι ποιητικές συλλογές της Μαρίας Τοπάλη: Για τέσσερα χέρια (με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα), Ο χορός της μεσαίας τάξης (μιούζικαλ), Βερμίου κατάβαση, Λονδίνο και άλλα ποιήματα, Σερβίτσιο τσαγιού, Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα (με την Ματώ Ιωαννίδου). Η Μαρία Τοπάλη έχει μεταφράσει στην ελληνική γλώσσα έργα Rilke, Zweig, Frisch, Habermas και άλλων.

 

Το βιβλίο, όπως ξέρουμε ελπίζω, δεν είναι πράγμα. Είναι πλάσμα ζωντανό, και σαν τέτοιο έχει τους δικούς του βιότοπους. Τις βιβλιοθήκες (που στην Αθήνα τις περιμένουμε ακόμη...) και τα βιβλιοπωλεία. Εκεί, το βιβλίο ζει και αναπνέει και γεμίζει όχι μόνο τον χώρο που καταλαμβάνει αλλά κι όλη την ατμόσφαιρα. Γεμίζει και τις κουβέντες μας και την αναπνοή μας και τα σώματά μας. Οι ενημερωμένοι, οι κριτικά ενθουσιώδεις βιβλιοπώλες είναι πλάσματα του βιβλιο-βιότοπου. Αν χανόντουσαν, ο βιότοπος θα μαράζωνε μεμιάς.
Ο κύκλος της βιβλιοζωής έχει συγκεκριμένους σταθμούς: συγγραφέας, εκδότης, βιβλιοπώλης, αναγνώστης, κριτικός. Αν έσπαγε ο κρίκος, αν εγώ έχανα από τον κύκλο της βιβλιοζωής μου την «Πολιτεία» (δηλαδή τον Γιώργο, τον Μιχάλη, την Ραχήλ, τον Στέφανο, την Μαρία στα παιδικά, κι όλους τους άλλους), θα παραπατούσα. Θα ήταν η απόλυτη αποσταθεροποίηση. Με ποιον θα έκανα small talk πριν αποφασίσω για δώρα, για βιβλιοκριτικές, για αφιερώματα, για μεταφράσεις, για τιμές, για παλιά, χαμένα βιβλία, για δυσεύρετα, για ανθρώπους και για ιστορίες; Με ποιον θα μοιραζόμουν τον ενθουσιασμό και τον θυμό μου, όντας σίγουρη όχι βέβαια ότι συμφωνούμε αλλά ότι είμαστε μέλη της ΙΔΙΑΣ αδελφότητας; Το νιώθω άραγε αυτό το συνανήκειν και με τους άλλους συγγραφείς/ μεταφραστές/ βιβλιοκριτικούς; Όχι απαραίτητα, λυπάμαι.Στην «Πολιτεία» όμως το νιώθω. Το εμπιστεύομαι ότι είναι πάντα εκεί. Είναι ζωντανό δίχτυ, γι’ αυτό μας ενώνει. Είναι αυτονόητα διαθέσιμο ακόμη και με εκείνους από τους ανθρώπους της που δεν τους γνωρίζω προσωπικά. Παραπάνω από πολύτιμο.
       Μαρία Τοπάλη

Topali Maria 2

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Χίλντα Παπαδημητρίου : Πέντε πράγματα για την Πολιτεία ...

Τα βιβλία της Χίλντας Παπαδημητρίου: Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, Για μία χούφτα βινύλια, The Beatles – here there and everywhere, The clash – the only band that matters. Η Χίλντα Παπαδημητρίου έχει γνωρίσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό σχεδόν εκατό βιβλία μεταφράζοντας Leonard Cohen, Bob Dylan, Paul McCartney, Jonathan Coe, Paul Bowles, Nick Hornby, Percival Everett, Agatha Christie, Raymond Chandler και πολλούς άλλους αναγνωρισμένους συγγραφείς.
 
Πέντε πράγματα για την Πολιτεία:
1 Το πρώτο βιβλίο που αγόρασα από την Πολιτεία:
   Η αβέβαιη ζωή του Μάρκο Μάλερ (Μάρεκ Χάλτερ, εκδ. Θεωρία)
...και το τελευταίο:
   Αστείο, του Γιάννη Παλαβού (εκδ. Νεφέλη).
2 Τα βιβλία που έχω αγοράσει περισσότερες φορές:
   Μαμά κι εγώ δεν σ’ αγαπώ (Μαργαρίτα Φρανέλη, εκδ. Πατάκη)
   99+1 απόψεις για την Τζοκόντα (Ερβέ ΛεΤελιέ, εκδ. Opera, στην καταπληκτική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη)
3 Κάποτε αναζητούσα τη βοήθεια της Νίκης Αναστασέα. Αργότερα, του Στέφανου, της Κίκας, του Μιχάλη. Τώρα αναζητώ τον Γιώργο, αν και ξέρω ότι όλοι οι υπάλληλοι είναι τσακάλια.
4 Στις σχέσεις μου με τα βιβλιοπωλεία, δεν είμαι «μονογαμική». Ωστόσο, όποτε βρεθώ στο Τρίγωνο των Εξαρχείων, περνάω από το υπόγειο για να ενημερωθώ για τις καινούργιες κυκλοφορίες. Κι όλο κάποιο φίλο θα συναντήσω εκεί και θα πιάσουμε κουβέντα για τον Τζόναθαν Κόου και τον Nick Cave, την ποίηση της Ανν Σέξτον και τις συναυλίες του χειμώνα.
5 Θα ήθελα μια μέρα να κερδίσω το λόττο (που δεν παίζω) και να αγοράσω όλο το τμήμα ποίησης της Πολιτείας. Έστω κι αν ξέρω ότι μάλλον δεν θα προλάβω να διαβάσω όλα τα βιβλία που υπάρχουν εκεί. Χμ! Εκτός αν ζητήσω να με κλειδώνουν μέσα τα βράδια... Πιο πιθανό μοιάζει αυτό.
    Χίλντα Παπαδημητρίου

Papadimitriou Hilnda 2

(Φωτογραφία : Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιάννης Παλαβός: Γιατί οι άνθρωποι του βιβλιοπωλείου είναι οι ίδιοι αναγνώστες με κριτήριο

 
Κάθε φορά που κατεβαίνω τα σκαλιά της «Πολιτείας», νιώθω σαν στο σπίτι μου. Πάνω από τα μισά βιβλία της βιβλιοθήκης μου είναι αγορασμένα από κει. Σκέφτομαι γιατί οι περισσότεροι απ’ όσους έχουν σοβαρή σχέση με την ανάγνωση την προτιμούν. Μάλλον γιατί στην «Πολιτεία» νιώθεις αναγνώστης, όχι πελάτης. Γιατί οι άνθρωποι του βιβλιοπωλείου είναι οι ίδιοι αναγνώστες με κριτήριο. Χάρη σ’ αυτούς, στις προτάσεις τους, έμαθα μερικούς από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς (όπως τον Σέργουντ Άντερσον και τον Πιέρ Μπεττενκούρ). Δικαίως η «Πολιτεία» είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της αθηναϊκής λογοτεχνικής ζωής. Και μάλιστα χωρίς δήθεν εκδηλώσεις, χωρίς στόμφο, χωρίς ούτε καν βιτρίνα. Δε λέω κάτι καινούργιο, εννοείται. Όμως αυτός δεν είναι λόγος να μην επισημαίνουμε ό,τι καλό μάς περιβάλλει. Εγώ, τουλάχιστον, οφείλω στην «Πολιτεία» πάρα πολλά.
             Γιάννης Παλαβός

Palavos Giannis 2

(Φωτογραφία : Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Κυριάκος Μαργαρίτης: Υπόγειο Τρικούβερτο Γλέντι

Τα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη: Όταν θα βγαίνουν τα λιοντάρια φίλησέ με, Στον ίσκιο των σκοτωμένων κοριτσιών, Τα τρύπια τείχη, Η ερωμένη και η σκιά της, Η συμμορία του Τολέδο, Ρέκβιεμ για τους απόντες, Μία σονάτα για τον Ιγνάτιο, Ο κονσερβοσυλλέκτης, Η αδελφότητα του σκορπιού, Ο θρύλος του βουρκόλακα, Το τσίρκο, Ο τενεκεδένιος ιππότης, Το χωριό των σεντονιών.

Παλιά ταξίδευε η Πολιτεία σε μας, με δέματα, όταν παραγγέλναμε τα βιβλία απ’ την Πάφο όπου, μέχρι το τέλος του αιώνα βιβλιοπωλεία δεν υπήρχαν, αλλά ήταν ωραία αναπηρία αυτή, σε μάθαινε να μετράς την αξία αλλιώς, πόσο πολύτιμο ήταν το βιβλίο όταν έφτανε από μακριά, μια μικρή περιπέτεια.
Ερχόμαστε τα καλοκαίρια στην Αθήνα, στην υπέροχη λάβρα της πόλης, και ανεβαίναμε, συνοδεία γονιών, ως την Ασκληπιού, για να μάθουμε τη λειτουργία της κατάβασης στο Μέγα Υπόγειο, της περιπλάνησης ανάμεσα στους πάγκους, τα ράφια που δεν φτάναμε, εκεί όπου περίμενε η Ζωή να αρχίσει ξανά και εξαρχής.
Είχε γίνει μέρος μυθικό η Πολιτεία, όπως ήταν, και παραμένει, η Αθήνα, με τη μυστήρια ρυμοτομία, τις στοές, τις τεθλασμένες διαδρομές που όλα τα συνδέουν, τα ράφια και τους πάγκους της Πολιτείας με τα ράφια και το γραφείο στο σπίτι και με τα ράφια και τους πάγκους στα ποτάδικα στέκια, έτσι όπως καθιερώθηκε η επίσκεψη της Παρασκευής, πριν απ’ το μπαρ, ή η βόλτα του Σαββάτου, μετά το γράψιμο, ή μια οποιαδήποτε μέρα, στα ζόρια, στα καθ’ ημέρα ντράβαλα, σε όλα.
Ήταν, και παραμένει, το κατ’ εξοχήν αθηναϊκό βιβλιοπωλείο μου, ίσως το μόνο, με σποραδικές απιστίες για την Πρωτοπορία, ή για την Εστία (τότε), ή για κανένα πέρασμα στην Ίνδικτο και στην Άγρα, σαν για να δυναμώσει η νοσταλγία και να φορτιστεί αλλιώς η επιστροφή.
Σχετικά πρόσφατα γνώρισα τους ανθρώπους της Πολιτείας, πλάσματα που είχαν γίνει εξίσου μυθικά, βιβλιόφιλοι και βιβλιογνώστες που αγαπούν τα βιβλία και τα σέβονται αρκετά για να ξέρουν ότι δεν πειράζει ν’ ανάψεις τσιγάρο μπροστά τους (στο διάολο η πολιτική ορθότητα του σουπέρ-μάρκετ), βιβλιάνθρωποι που ντρεπόμουν να τους απευθύνω το λόγο, ώσπου το έκαναν εκείνοι, κι όταν παραδέχτηκα ότι γράφω, κοκκίνισα, έγινα κάθιδρος, και μου πήρε καμιά δεκαριά μέρες ώσπου να επιστρέψω – δύσκολες μέρες.
Γιατί η Πολιτεία είναι σημείο αναφοράς υπαρξιακό στην προσωπική μυθολογία μου, εκεί μου δόθηκαν, από Σάββατο σε Σάββατο, τα Άπαντα του Παπαδιαμάντη, εκεί μου παρουσιάστηκε ο Πεντζίκης, εκεί γνώρισα τον Καρούζο, εκεί κατέβασα από το θρόνο τον Ντοστογιέφσκι, εκεί τρύπωσα απ’ το παράθυρο στον Οδυσσέα και, τώρα τελευταία, στην Αγρύπνια, εκεί έγινα κατσαρίδα, χούφταλο, γραΐδιο, ερωτομανής, ναυτικός, ιερέας, και αναχωρητής.
Εκεί ίσως γίνομαι, και πολιτογραφούμαι, σιγά-σιγά, συγγραφέας.
Είναι αυτός ο νόστος η Πολιτεία, τίποτα σπουδαίο, και το πιο σπουδαίο απ’ όλα, η βόλτα, το χάζι, οι ατάκες, τα γέλια, το στέκι, οι κουβέντες για τους συγγραφείς, φίλοι μας όλοι, ζωντανοί αραγμένοι στα ράφια τους, συντροφιά και παρέα, μόνιμο πέρασμα (που σημαίνει Πάσχα) και γλέντι τρικούβερτο, ειδικά όταν σουρουπώνει στην πόλη.
Για όλα αυτά τα χρόνια (θα ’ναι πάνω από δεκαπέντε, πάει να πει, μισή ζωή) και για όσα μακάρι να έρθουν ακόμα, αν έχω κάτι να πω για όσα είναι η Πολιτεία, έτσι όπως έχω βρεθεί μετανάστης εδώ, μου φαίνεται ότι είναι η πιο βαθιά ευγνωμοσύνη για το άσυλο και την δωρεάν πράσινη κάρτα που με αφήνει να συμμετέχω στη γιορτή.
Στην υγειά μας, λοιπόν, και μακάρι η Πολιτεία να γίνει αυτοκρατορία χιλιετής, έτσι όπως ταιριάζει στα αυθεντικά Υπόγεια.
                Κυριάκος Μαργαρίτης

Margaritis Kyriakos1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Σοφία Κολοτoύρου: Του Γιώργου

 
 
kolotourou SofiaΜισοκρύβεται  εν’ άχαρο βιβλίο
σκονισμένο, παλιό, στο ύστερο ράφι∙
το εδιάβασες μια μέρα σ’ ένα πλοίο
και δεν καλοθυμάσαι ούτε τι γράφει.
ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ – ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
 
 
 
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ
 Στον Γιώργο Θωμόπουλο
 
Βιβλία το αίμα μου, οι σκέψεις μου βιβλία,
ριγμέν’ ανάκατα μες τη βιβλιοθήκη.
Τον έξω κόσμο φέρω, από συνθήκη
μα ζω στο υπόγειο μες την Πολιτεία.
 
Το μέρος το γνωρίζουν μυημένοι,
που ζούνε πιο πολύ μες το μυαλό τους.
Τους παρακολουθώ στο στοχασμό τους
κι εγώ μες τα βιβλία μου κρυμμένη.
 
Έχουμε ζήσει σ’ όλους τους αιώνες,
σ’ αυτή τη Γη, σ’ αστέρια, σε πλανήτες.
Με χρώματα, με ήχους, με εικόνες
 
μα σταθερά της Πολιτείας πολίτες.
Κι αόρατο ένα νήμα, μια ταυτότητα
μας λέει τα μυστικά και τ’ ανερώτητα.  
 (Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κώστας Καβανόζης: Στο στόμα του λύκου, σκούρα τα πράγματα

Τα βιβλία του Κώστα Καβανόζη: Όλο το φως απ' τα φεγγάρια, Του κόσμου ετούτου, Χοιρινό με λάχανο.

Τις αδυναμίες του πρέπει να τις παλεύει κανείς. Όσο ήμουν πρωτοδιόριστος Σέριφο ήταν πιο εύκολο, έπαιρνα τις παραλίες και τα βουνά. Τώρα όμως που ήρθα και μένω στο στόμα του λύκου, σκούρα τα πράγματα. Φυσάω, όποτε με πιάνει το κακό, ξεφυσάω, δεν αντέχω στο τέλος, ας βγω, λέω, μια βόλτα στη γειτονιά. Κι ελπίζω, βέβαια, να τη γλιτώσω, πολύ μεγάλη, ολόκληρο κέντρο Αθήνας η γειτονιά. Πού να πρωτοπάει κανείς. Πιάνω λοιπόν και βολτάρω από δω, βολτάρω από κει, σε καινούργια πράγματα πέφτω κάθε φορά, πώς γίνεται και ξεφυτρώνει πάντα μπροστά μου εκείνο το καταγώγιο με τα σκαλάκια, δεν ξέρω. Ε, τι να κάνω τότε κι εγώ, κατεβαίνω. Όταν πάντως ανεβαίνω ξανά για να γυρίσω σπίτι μου σκουντουφλώντας, τον ίδιο δρόμο παίρνω πάντα. Τον πιο κοντινό!

              Κώστας Καβανόζης
Kavanozis Kostas1
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Η σχέση μου με τα βιβλιοπωλεία είναι εκείνη η ονειρική στιγμή

Τα βιβλία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη: Το μυστικό της Έλλης, Ο παλαιστής και ο Δερβίσης, Δεύτερη γέννα, Χάρτες εβδομήντα ιστορίες, Αλούζα χίλιοι και ένας εραστές, Έξω από το σώμα, Κρυμμένοι άνθρωποι, Το παρτάλι, Ο χορευτής στον ελαιώνα, Ο αρχαίος φαλλός, Τα νερά της χερσονήσου, Ο ναύτης.

Η πιο οργανωμένη βιβλιοθήκη που είχα δει από παιδί ήταν στο χωριό μου στο Παλαιοχώρι στο Παγγαίο. Ερχόταν η κινητή μονάδα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ελευθερούπολης κάθε δεκαπέντε μέρες και χωνόμουν εκεί μέσα-ένα  μικρό λευκό φορτηγάκι ήταν με μεταλλικά ράφια- και χάζευα τα βιβλία που ίσως να αντιστοιχούσαν με το ένα τρίτο των όσων έχω στο σπίτι μου σήμερα. Όμως τότε, για έναν μαθητή γυμνασίου ήταν πολλά, ταξινομημένα, απέπνεαν μια σιγουριά και σοβαρότητα. Φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, ανακάλυψα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία, όπως του Ραγιά στην Τσιμισκή, που απλωνόταν στο ισόγειο και στο υπόγειο. Ανεβοκατέβαινα με λαχτάρα ερευνώντας τις στοίβες στα ράφια και στα πατώματα. Αγόραζα με δυσκολία, το χαρτζιλίκι ήταν λίγο οι επιθυμίες δυνατές. Τότε, στη μεταπολίτευση, τα βιβλία δεν τα πρόσφεραν μέχρι και οι κουλουρτζήδες, όπως τώρα. Τα πλήρωνες, ήταν πολύτιμα, τα έβαζες στο ράφι, καταμετρημένα, τα δάνειζες με άγχος, μη σου διαφύγει κανένα, θύμωνες για την καθυστέρηση. Δεν υπήρχε η πληθώρα που οδηγεί  στην υποβάθμιση της αξίας του όχι μόνον της χρηματικής αλλά και του περιεχομένου. Θα μου πεις σήμερα υπάρχουν βιβλία παντού και για όλους. Αμφιβάλλω προσωπικά αν έχουν διαδραστική εμβέλεια στις αναγνωστικές συνήθειες. Καμιά φορά αναρωτιέμαι πού τα βάζουν οι συμπολίτες μου αφού οι βιβλιοθήκες στα περισσότερα σπίτια έχουν εκτοπιστεί και σε πρώτο πλάνο αναβοσβήνει συνεχώς μια τεράστια φωτεινή οθόνη.
Τα ταξίδια μου στο εξωτερικό είχαν βασικό στόχο και τα βιβλιοπωλεία. Ειδικά στο Λονδίνο ξεροστάλιαζα στο Φόιλς το 1976, ενώ στα Ντίλονς (σημερινά Γουοτερστόουνς) μια μέρα μου ήρθε λιγοθυμιά από τα σκύψιμο για να προλάβω να δω και να ξεφυλλίσω όσο το δυνατόν περισσότερους τίτλους. Στην Νέα Υόρκη, το 1992,  ενθουσιάστηκα με τα Μπαρνς εντ Νομπλς αλλά και από κάποια μικρότερα εναλλακτικά βιβλιοστέκια. Όμως και στην Ελλάδα τα αναζητούσα παντού. Θυμάμαι στην Ξάνθη, το 1987, ένα παλιό φούρνο να μετατρέπεται σε χαριτωμένο βιβλιοπωλείο. Η Αθήνα άργησε να αποκτήσει οργανωμένα βιβλιοπωλεία. Όμως το ζήτημα δεν είναι ο  χώρος αλλά η εσωτερική οργάνωση. Να βρίσκεις αυτό που θες ή ακόμη και να το συζητάς με τους ανθρώπους του βιβλιοπωλείου πράγμα που συμβαίνει στην Πολιτεία.
Παρά την συσσώρευση βιβλίων όλα αυτά τα χρόνια από βιβλιοπαρουσιάσεις ή τις συμμετοχές μου σε λογοτεχνικές επιτροπές βραβείων, το βιβλίο που επιλέγω να αγοράσω κατέχει πάντοτε περίοπτη θέση στο σπίτι και στη βιβλιοθήκη. Η σχέση μου με τα βιβλιοπωλεία είναι εκείνη η ονειρική στιγμή όπου χάνομαι σαν την Αλίκη στην χώρα της μυθοπλασίας ή σαν τον Γκάλιβερ σε μια χάρτινη γιγαντωμένη επικράτεια. Κανείς δε μπορεί να μου το στερήσει και γι' αυτό απολαμβάνω τη γοητεία μιας γυροβολιάς κάθε τόσο στα βιβλιοπωλεία.
          Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Grigoriadis Theodoros2

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Αλέκος Λούντζης: Μια υπόγεια πολιτεία

 
Οι δεσμώτες του χαρτιού κι οι γραφικοί τους χαρακτήρες
οι τελευταίοι αναγνώστες με όσφρηση
οι τελευταίοι χαρακτήρες με μελανιές
Σήμερα οι περισσότεροι είναι πεπεισμένοι ότι μάλλον ποτέ δεν υπήρξε, ότι σίγουρα δεν υπάρχει τώρα, πως είναι ό,τι απέμεινε από έναν ανακυκλωμένο αστικό θρύλο και κάτι ξέφτια εκείνου του πρωτόγονου υλικού που τσαλάκωνε και ξέβαφε.
Ίσως και να ’χουν δίκιο. Ίσως η υπόγεια Πολιτεία να μην ήταν ποτέ πολιτεία στην πραγματικότητα, να ήταν οτιδήποτε άλλο, περίπτερο, φαρμακείο ή, ξέρω ’γω, βιβλιοπωλείο. Ίσως κι αυτό ακόμη να μην ισχύει, να μην υπήρξε ποτέ ούτε τόπος ούτε κόσμος της Πολιτείας ούτε κι η πολιτεία η ίδια. Ίσως ό,τι υπάρχει να υπήρξε μόνο στα πέλματα μας όταν κατεβαίναμε τα σκαλοπάτια, στις φανταστικές συζητήσεις μας με τους στωικούς φύλακες του τυπωμένου θησαυρού, για τους οποίους ο καθένας μας είχε βγάλει διαφορετικά σουσούμια ώστε να μην τους αναγνωρίζει κανείς, ούτε καν μεταξύ μας, παρότι όλοι τους ξέρουμε κι όλους μας ξέρουν, στα γλυκά χασομέρια μας όταν μια ακόμη απολύτως στοχευμένη αναζήτηση μετατρέπεται σε σεμνό τυπογραφικό όργιο, στα ρέστα που κουδουνίζουν στις τσέπες, όταν υπάρχουν ρέστα και τσέπες∙ στο κεφάλι μας και μόνο. Είναι προφανές, η υπόγεια Πολιτεία βυθίζεται και αναδύεται μόνο στο κεφάλι μας, οτιδήποτε άλλο θα ήταν ατάλαντο ψέμα, φτενή μυθοπλασία, μια μουτζούρα του καιρού.
Είναι όμως κι αυτή μια διεύθυνση, μια κάποια, προσωρινή, έστω, διαμονή, ένας  πάγκος να απλώσεις την πραμάτεια σου, ένα ράφι να σταθείς όρθιος και να μετρήσεις το ύψος σου στον βιβλιοστάτη, μια κρυψώνα να βρεθείς μόνος σου με όλους, να τσιμπήσεις τα βιβλιαράκια σου και μετά από ώρα και περιπλάνηση πολλή να τσιμπήσεις τελετουργικά τα μάγουλα σου για να δεις αν είσαι ξύπνιος. Να θυμηθείς πώς ήταν ο κόσμος πριν το μεγάλο μπακάπ, πώς κόβει το χαρτί όταν γυρίζουν οι σελίδες, πως κόβουν οι σελίδες όταν κατεβαίνουν με τα χίλια τον οισοφάγο, πώς ήταν οι ιστορίες πριν ομογενοποιηθούν, πώς δείχνει η φάτσα σου στον χάρτινο καθρέφτη, σε εκείνον που τσαλακώνεται και ξεβάφει σαν τη φάτσα σου, σε κάθε πολιτεία κι εκείνη που υπήρξε κι εκείνη που δεν…
     Αλέκος Λούντζης
Lountzis Alekos
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Παναγιώτης Κεχαγιάς: Xωρίς να βρίσκω ποτέ την έξοδο

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς έχει γράψει την Τελευταία προειδοποίηση (Μάρτιος 2016)

Πάντα πίστευα ότι η Κόλαση είναι ένα είδος βιβλιοθήκης, και όταν κατέβηκα για πρώτη φορά τα σκαλιά του υπογείου της Πολιτείας επιβεβαιώθηκα, αφού με ενημέρωσαν ότι ισχύουν τα εξής: (α) η Πολιτεία είναι όντως μια παγίδα, ακίνδυνη για τους αναγνώστες, ίσως ακόμη και ευεργετική, αλλά έως και θανατηφόρα για τους συγγραφείς, κι αυτό γιατί (β) περιέχει περισσότερα βιβλία απ’ όσα θα μπορέσω ποτέ να διαβάσω στη ζωή μου, άρα όντως ισχύει ότι (γ) περιέχει όλα τα βιβλία του κόσμου, αφού ποτέ δεν θα καταφέρω να αποδείξω το αντίθετο, ενώ είναι πασιφανές ότι (δ) οι υπάλληλοι όντως γνωρίζουν τα πάντα ή εντάσσονται σε ένα περίπλοκο σύστημα το οποίο αποτελείται από αλληλοσυμπληρούμενα γνωστικά πεδία, ήτοι είναι δαιμόνιοι και διοπτροφόροι υπολογιστές με άγριες, συνήθως, διαθέσεις, κάτι που άλλωστε αποδεικνύεται  από τις φήμες ότι (ε) όντως υπάρχει ένα δεύτερο υπόγειο κάτω από το υπόγειο της Πολιτείας, στο οποίο κάποιοι λένε ότι στεγάζονται οι αρχικές και τέλειες εκδοχές κάθε αριστουργήματος του κόσμου, αυτές δηλαδή που υπήρξαν για λίγο μόνο στο μυαλό του συγγραφέα τους πριν αυτός, κακώς, τις καταγράψει στο χαρτί, και που δεν θα μπορούσαν ποτέ να διαβαστούν, μιας κι έτσι η λογοτεχνία θα στύλωνε τα πόδια, σαν φοβητσιάρικο άλογο μπροστά σε ψηλό εμπόδιο, ενώ άλλοι λένε ότι εκεί φυλακίζονται οι απρόσεκτοι συγγραφείς, κάτι που δεν μου φαίνεται καθόλου απίθανο, αφού (στ) μερικές φορές, κυρίως όταν καλύπτω το ένα μου μάτι με μια τούφα μακριά μαλλιά, όντως μου φαίνεται ότι απ’ όταν μπήκα δεν βγήκα ποτέ ξανά, κι ότι όλα γύρω μου είναι το εσωτερικό ενός βιβλίου, καθώς εγώ βαδίζω με ρυθμούς τεμπέλη μετρονόμου από τα ράφια στους πάγκους, και από το γραφείο στις σκάλες, χωρίς να βρίσκω ποτέ την έξοδο.
        Παναγιώτης Κεχαγιάς

Kexagias Panagiotis

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Γιάννης Δούκας: Το αυτόνομο κρατίδιο της Πολιτείας

Τα βιβλία του Γιάννη Δούκα: Το σύνδρομο Σταντάλ, Στα μέσα σύνορα, Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα – Πλάνα Σεκάνς

Από την αρχή των φοιτητικών μου χρόνων, το 1998, και μέχρι και σήμερα, η Πολιτεία έχει σταθεί για μένα κάτι πολύ παραπάνω από απλό βιβλιοπωλείο. Παραδίπλα από την αφετηρία των λεωφορείων του Ζωγράφου, που με κατέβαζαν από τη Φιλοσοφική στο κέντρο της Αθήνας, ήταν κι αυτή μια αφετηρία, σταθμός εξερεύνησης και αναζήτησης.
Άλλοτε ψάχνοντας για κάτι συγκεκριμένο, άλλοτε ανοιχτός στην έκπληξη, είχα παιχνίδι μου να προσανατολίζομαι από μόνος μου στα ράφια, να εντοπίζω τυχόν αλλαγές στην ταξινόμηση, να περιπλανιέμαι στους τίτλους, τους καινούριους, αλλά και τους παλιούς, ανασυρμένους. Και από τη μια είσοδο στην άλλη, η μικρογεωγραφία της Πολιτείας ήταν εκείνη που κατέγραφε και τις μετατοπίσεις στα ενδιαφέροντά μου, συνυφασμένη τελικά με  την «αναγνωστική αγωγή» μου.
Όταν αργότερα –κι από την όχθη πάντα του αναγνώστη– βρέθηκα και από τη μεριά του συγγραφέα και πρωτοείδα ένα βιβλίο μου στον πάγκο της –αλλά και, μες στη ζωή του σιναφιού, τα ονόματα στα εξώφυλλα και στους κολοφώνες απέκτησαν υπόσταση κι έγιναν πρόσωπα οικεία– η Πολιτεία έγινε για μένα και κάτι άλλο: χώρος συνάντησης, πεδίο ζωντανού και φυσικού διαλόγου για το βιβλίο, αυτόνομο κρατίδιο στην «παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων», για να δανειστώ τον τίτλο της Πασκάλ Καζανοβά.
Και είναι κάπως έτσι, για όλα αυτά, που η Πολιτεία ξεχωρίζει, κι ακόμη περισσότερο, καθώς εκείνοι που τη στελεχώνουν, αποτελώντας τον συνδετικό κρίκο του βιβλίου με τον τελικό του αποδέκτη, είναι άνθρωποι με βαθιά συναίσθηση και γνώση του αντικειμένου τους.
         Γιάννης Δούκας

Doukas Giannis1

(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)

   

Αλέξης Σταμάτης: «Επιμέλεια χάους», εξάλλου είναι αυτό που κάνουν και οι ένοικοί του

Τα βιβλία του Αλέξη Σταμάτη: Το βιβλίο της βροχής, Μελίσσια, Ζωή, Χαμαιλέοντες, Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό; , Μπαρ Φλωμπέρ, Σκότωσε ό,τι αγαπάς, Κυριακή, Θρυλικές ιστορίες, Σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα, Γένεση, Ο Άλκης και ο λαβύρινθος, Βίλα Κομπρέ, Αμερικάνικη φούγκα, Η τελευταία Μάρθα, Ζωή, Χαριλάου Τρικούπη 22 (με άλλους), Μητέρα Στάχτη, Ποτέ δεν είμαστε μόνοι, Οδός Θησέως, Σκορπιός στο συρταράκι, Όσο πλησιάζω το μέλλον απομακρύνεται, Πυκνό τώρα, Ο έβδομος ελέφαντας, Απλή μέθοδος των τριών, Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων.

Τον τόπο τον γνωρίζω σχεδόν από την μέρα των εγκαινίων του. Είναι κοντά στο σπιτι μου, είκοσι λεπτα το πολύ με τα πόδια.  Από την πρώτη φορά που κατέβηκα τα σκαλοπάτια του – όντας φοιτητής στο Πολυτεχνείο, μια εποχη οπου το βίντεο ηταν όψιμη εφεύρευση - μεχρι πρόσφατα όπου φωτογράφησα με το  IPhone  το νέο βιβλιο μου «Χαμαιλέοντες»,  πρέπει να εχω περάσει συνολικά πάνω από δυο μέρες εκεί μέσα. Είπα αρχιτέκτονας και συνειρμικά οδηγήθηκα στην επόμενη εικόνα: είναι ένα βιβλιοπωλείο με ιδιαίτερη «αρχιτεκτονική», με ιδιάζουσα «χωροταξία» θα έλεγα. Ενώ τύποις είναι «φορτωμένο», αυτό το φαινομενικό «χάος» είναι εξαιρετικά επιμελημένο. «Επιμέλεια χάους», εξάλλου είναι αυτό που κάνουν και οι ένοικοί του: οι συγγραφείς. Εκείνοι που παρέχουν στην πολιτεία της «Πολιτείας» το υλικό της. Μιλάμε για μία πολιτεία με αφοσιωμένους «πολίτες» αλλά και εξαιρετικά ταλαντούχα «όργανα». Οι άνθρωποι του βιβλιοπωλείου ξέρουν περίπου… τα παντα για το αντικείμενό τους. Έχοντας επισκεφτεί πάμπολλα βιβλιοπωλεία στο εξωτερικό δεν έχω συναντήσει πιο ενημερωμένους πωλητές. Από την εποχη που πρωτομπήκα εκτος από κάποιες επεκτάσεις που αφορούν αλλα τμήματα, δεν χουν αλλάξει και ιδιαίτερα τα πράγματα στο μαγικό αυτό υπόγειο. Ούτε «γκράντε» ανακαινίσεις, ουτε «επικοινωνιακά τρικ» - τιποτα «μερβεγιόζο». Εκείνο που κάνει την «Πολιτεία» να ξεχωρίζει από τα βιβλιοπωλεία της πόλης είναι η ποιότητα και πληρότητα της. Ξέρεις γιατί πας, ξέρεις ότι θα το βρεις, ξέρεις ότι θα μιλήσεις με ανθρώπους που ξέρουν και ξέρεις ότι μπαίνεις σε ένα χώρο που αγκαλιάζει με αγάπη το υλικό που διαπραγματεύεται. Αν ήμουν βιβλιο θα θελα να είμαι από τα αντίτυπα που – πριν αγοραστούν- περνούν καποιες μερες, εβδομάδες – η και χρονια- στο υπόγειο της Ασκληπιού. Κάποιοι αντιπρόσωποι μου ζουν εκεί. Τους σκέφτομαι συχνά.
               Αλέξης Σταμάτης

Stamatis Alexis
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Κατερίνα Ηλιοπούλου: “Όλα όσα σας έχω διηγηθεί είναι αλήθεια”

Οι ποιητικές συλλογές της Κατερίνας Ηλιοπούλου: Το βιβλίο του χώματος, Άσυλο, Ο κύριος Ταυ. Η Κατερίνα Ηλιοπούλου έχει μεταφράσει Sylvia Plath και Robert-Louis Stevenson.
 
H γιαγιά μου ήταν εξαιρετική και ανεξάντλητη αφηγήτρια παραμυθιών. Σαν την Σεχραζάτ μπορούσε να λέει ένα διαφορετικό παραμύθι κάθε βράδυ, επί σειρά ετών. Αγαπούσα ιδιαίτερα εκείνα που ο ήρωας ή η ηρωίδα κατέληγαν στον πάτο ενός πηγαδιού και αίφνης ανοιγόταν μπροστά τους μία άγνωστη χώρα. Η γιαγιά μου δεν άφησε διαθήκη, μας άφησε όμως ένα γράμμα μέσα στο οποίο, μεταξύ άλλων, γράφει: “Όλα όσα σας έχω διηγηθεί είναι αλήθεια”. Πράγμα που έχει επαληθευτεί έκτοτε. Δεν υπάρχει καλύτερη διατύπωση υπεράσπισης της λογοτεχνίας από αυτήν την πρόταση. Εννοείται ότι συναντάμε συχνά τους λογοτεχνικούς ήρωες των αγαπημένων μας βιβλίων, στα βλέμματα στις χειρονομίες και στα πάθη, τα δικά μας και των άλλων. Συναντάμε όμως καμιά φορά ακόμα και την άλλη χώρα στον πάτο του πηγαδιού. Γιατί τι άλλο είναι η Πολιτεία, παρά μια πόλη βυθισμένη σε ένα πηγάδι, κάτω από εκεί που κυλούν οι δρόμοι της “κανονικής” ζωής;  Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, αφήνοντας πίσω τον ήχο της κίνησης, κάθε φορά εδώ και χρόνια γίνομαι πάλι πολίτης αυτής της πόλης και συναντώ τους συμπολίτες μου άγνωστους και γνώριμους. Χαιρετιόμαστε, λοξοκοιτάζουμε, συζητάμε και κρυφακούμε ο ένας τον άλλο με κοινή συναίνεση και συνενοχή, μέσα σε αυτή την ιδιότυπη “αγορά”, που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα ιδιωτικός και δημόσιος χώρος. Επισκέπτες-πελάτες και κάτοικοι-πωλητές έτοιμοι να περιπλανηθούν αλλά και να κινδυνέψουν για να κάνουν το ταξίδι μέσα στα βιβλία «όπου βρίσκονται γητεμένα τα καλύτερα πνεύματα της ανθρωπότητας, αλλά περιμένουν το λόγο μας για να πάψουν να είναι βουβά. Πρέπει να ανοίξουμε το βιβλίο και τότε εκείνα ξυπνούν».
Η σχέση μου με την Πολιτεία σίγουρα δεν θα ήταν η ίδια χωρίς την αγάπη και το πάθος των πωλητών της για το αντικείμενό τους, τις προτάσεις, τα σχόλια, τις συζητήσεις που προκύπτουν, τις κοινές αγάπες και τις ανακαλύψεις που μοιραζόμαστε, σε μια σχέση από την οποία παράδοξα τείνει να εκλείψει το στοιχείο της συναλλαγής, πράγμα πολύτιμο και σπάνιο στην σύγχρονη πραγματικότητα της άγριας πόλης. 
           Κατερίνα Ηλιοπούλου
 
Iliopoulou Katerina1
 
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Σταύρος Σταυρόπουλος: Τόσοι άγνωστοι φίλοι σ’ ένα τετράγωνο του ιστορικού κέντρου μαζεμένοι

Τα βιβλία του Σταύρου Σταυρόπουλου: Ολομόναχοι μαζί-Γράμματα σε έναν αφανέρωτο κόσμο, Καπνισμένο κόκκινο, Μετά, Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια-112 σχέδια για ένα μυθιστόρημα, Πιο νύχτα δεν γίνεται-Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου νου, Δύο μέρη σιωπή,ένα μέρος λέξη, Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν-Ιστορίες από το παρελθόν και το μέλλον, Οι άλλοι που είμαι, Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα-Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου-Μία ιστορία στη διαπασών, Φως γυναίκας, Διαμελίζομαι.

Το μεγάλο όνειρο του Μπόρχες, που πάντα φανταζόταν τον παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης, στεγάζεται στην Ελλάδα - στην αρχή της οδού Ασκληπιού. Η «Πολιτεία» του βιβλίου, μια χειρόγραφη πόλη (ή πύλη;), όπου ό, τι έχει λεχθεί είναι τυπωμένο, είναι πραγματικά η promised land που τραγουδούσε ο Σπρίνγκστην στα τέλη του 70, εκεί όπου όχι μόνο επιτρέπεται να ονειρεύεσαι το διαφορετικό, αλλά επιβάλλεται και εκ των πραγμάτων, δηλαδή των βιβλίων. Υπάρχει μια διάχυτη αύρα – ειδικά στο υπόγειο, εκεί που συνήθως σε υποδέχεται το ειρηνικό χαμόγελο του Γιώργου Θωμόπουλου, με φόντο σε μια γωνία, το ισχνό, σαν λείψανο αγίου, σώμα του Παντελή Ροδοστόγλου, που συνήθως διαβάζει κάτι στα κλεφτά, ενώ ο Τηλέμαχος πηγαινοέρχεται.
Ένα ενεργειακό πεδίο σε τραβάει προς τους τίτλους, τα πρόσωπα, τις λέξεις, που πλέκονται με απίθανη γοητεία μέσα σου. Όλα έχουν ένα λόγο να κινούνται, για να «πειράξω» λίγο τον Μαρκ Στραντ, τον σπουδαίο Αμερικανό ποιητή που έφυγε τον περασμένο μήνα απ’ τη ζωή, αλλά στο υπόγειο της Ασκληπιού, όλοι κινούνται για να διατηρούν τα πράγματα ολόκληρα.
Μέσα στα απομεινάρια των αιώνιων ζωών που στοιβάζονται εκεί, στα «ημερολόγια καταστρώματος» των συγγραφέων και των ποιητών, και μερικά δικά μου. Παλιές ζωές, έντυπες, αποδεικτικά από χαρτί που προβάλλουν την μνήμη αλλού. Μου θυμίζουν τους χρόνους που έζησα, τα σχέδια για τα οποία ξενυχτούσα, αλλά και όλη την τρέχουσα επικαιρότητα του τότε εαυτού.
Βλέπω την «Πολιτεία» σαν ένα υπερμέγεθες παρουσιολόγιο προσωπικοτήτων, που πέρασαν, είναι ή έρχονται, τόσο διαφορετικών μεταξύ τους: Τόσοι άγνωστοι φίλοι σ’ ένα τετράγωνο του ιστορικού κέντρου μαζεμένοι, προερχόμενοι από όλες τις χώρες, γράφοντας σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, τόσες αλλαγμένες ζωές, τόσες ενηλικιωμένες σελίδες που επιμένουν. Η πορεία των συγγραφέων μου θυμίζει έντονα τα στάδια ανάπτυξης ενός παιδιού και η «Πολιτεία» είναι ο συγγενής τόπος που συγκλίνουν όλες οι ηλικιακές τους μεταμορφώσεις.
Είχε δίκιο ο Καβάφης: «Ήθελα να δώσω φως και συγκίνηση σε όσους είναι σαν κι εμένα καμωμένοι».
                         Σταύρος Σταυρόπουλος

Stavropoulos Stavtos
(Φωτογραφία: Γιώργος Θωμόπουλος)
   

Σελίδα 1 από 3

Πλοήγηση

Θεματική ενότητα
Θεματική κατηγορία
Υποκατηγορία

ΠροσφορέςΠερισσότερα

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ)
€9.90 €3.47
(-65%)
Κερδίζετε €6.43
ΒΙΟΛΟΓΙΑ Β' ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
ΚΑΤΣΟΥΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
€14.00 €5.60
(-60%)
Κερδίζετε €8.40

Βίος και ΠολιτείαΠερισσότερα

Κώστας Περούλης: Σακούλες Πολιτείας Ο Κώστας Περούλης έχει γράψει τη συλλογή διηγημάτων Αυτόματα Το πρόβλημα με την Πολιτεία είναι ότι απενοχοποιεί τη βασική ενοχική αρχή του ψωνίζειν. ...

Κατά τ’ άλλα ...Περισσότερα

H «παρτιτούρα» του φωτογράφου Harold Feinstein [Harold Feinstein - Sheet Music Montage, Coney Island, 1950 | http://www.haroldfeinstein.com/part-melody-coney-island-bo…/]

ΣελιδοδείκτηςΠερισσότερα

Thomas Pynchon: Θα μας φανούν πολύτιμοι -Μα να είστε από το Μόναχο και να μην έχετε ακούσει ποτέ για τον Χίτλερ! Τι στην ευχή τρέχει μ’ εσάς τους νέους; -Είμαι μηχανικός, βλέπετε. Η πολιτική...

Βρείτε μας στο...

Ασφαλείς Συναλλαγές

Verisign Eurobank EFG
Paypal