ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Γεννήθηκα τον Μάιο του 1956 στην Ερμούπολη της Σύρου, κουβαλώντας μέσα μου δυο μεγάλες ρίζες: τη μία από τη Μύκονο -πατέρα γεννημένο το 1905, με ρίζες ακόμη βαθύτερες από τη Σεβαστούπολη - και την άλλη από τη Θεσσαλονίκη, όπου η μητέρα μου πρωτοείδε το φως το 1925, έχοντας τις δικές της καταβολές στο Λιτόχωρο. Αυτές οι διαφορετικές διαδρομές αίματος έπλεξαν από νωρίς έναν εσωτερικό χάρτη που θα με συνόδευε σε όλη μου τη ζωή.
Δεν επιλέγω να παραθέσω σταθμούς, αξιώματα ή τίτλους. Δεν αραδιάζω ετικέτες, γιατί οι ετικέτες συχνά προδίδουν την αλήθεια - δεν λένε τι έζησα, τι άντεξα, τι με διαμόρφωσε, ούτε γιατί προχώρησα έτσι κι όχι αλλιώς. Προτιμώ να μιλώ για το υπόβαθρο, για εκείνο το αμόνι όπου σφυρηλατήθηκε η ιδιοσυγκρασία μου. Η παιδική και εφηβική μου ηλικία διαπεράστηκε από ποικίλες μορφές καταπίεσης: κοινωνική - σχολική, θρησκευτική, εργασιακή, πολιτική - αλλά και οικογενειακή.
Αυτές οι εμπειρίες έγιναν το πρώτο μου μάθημα: να μισώ κάθε μορφή επιβολής, να μη σκύβω σε κανέναν και, κυρίως, να μην κάνω ποτέ σε άλλον ό,τι με έκανε κάποτε να πονέσω. Δεν απεχθάνομαι την πίστη, αλλά την Εκκλησία ως θεσμό. Δεν απεχθάνομαι την Παιδεία, αλλά τα σχολεία και τους «δασκάλους» που κόβουν τους μαθητές στα δικά τους μέτρα, που μαθαίνουν υπακοή αντί για σκέψη, που πλασιώνουν κάθε σημαία με ιδεώδεις υποτακτικούς. Αυτούς τους σιχάθηκα. Δεν απεχθάνομαι την πολιτική, αλλά τους πολιτικούς: τους δημαγωγούς, τους λαοπλάνους, τους τεχνίτες της ξύλινης γλώσσας. Για αυτούς, το «λάθε βιώσας» του Επίκουρου έγινε δικός μου κανόνας· [...]
Όταν συναντήθηκα με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, είδα σε αυτό κάτι οικείο: μια φιλοσοφία κοντά στη δική μου, μια άρνηση να υπάρξουν αρχηγοί ή ηγέτες, μια αξιοπρέπεια που δεν αγοράζεται. Μέχρι σήμερα δεν με πρόδωσαν· και δεν τους πρόδωσα κι εγώ. Γιατί κανείς μας δεν διανοήθηκε να γίνει αυτό που πολεμάμε. Κι όλα αυτά -και άλλα τόσα που δεν χωρούν ούτε σε σελίδα ούτε σε βιογραφικό- είναι το πραγματικό μου πορτρέτο.


