ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ
Πανεπιστημιακός ή μηχανουργός. Ο ένας βέβαια, θα πείτε, ασχολείται με τα γράμματα και ο άλλος με τις μηχανές. Εντάξει, σύμφωνοι, όλοι το γνωρίζουν αυτό. Ο συγγραφέας αυτού του έργου, λοιπόν, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ένα παιδάκι ήταν, όταν, καθισμένος στα γόνατα του παππού του, άκουγε τις ιστορίες του από την πατρίδα με ανοιχτό το στόμα. Του άρεσαν πολύ οι διηγήσεις αυτές και αργότερα ο ίδιος τις επαναλάμβανε στα δικά του παιδιά. Είχαν όμως αλλάξει οι καιροί και τα νέα παιδιά ήθελαν κάτι παραπάνω. Εάν ήθελε να δώσουν προσοχή και να τον ακούσουν, ο Γιάννης Σαββίδης έπρεπε να συμβιβαστεί. Έτσι, σε ό,τι είχε ακούσει πρόσθεσε λίγη δική του φαντασία. Το ίδιο έκανε αργότερα με τα εγγόνια του, προσθέτοντας στις προηγούμενες αφηγήσεις ακόμα περισσότερες. Και τελικά, έφτασε η μέρα που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει πού τελειώνει η αλήθεια του παππού και πού αρχίζει η δική του φαντασία. Επαναλαμβάνοντας λοιπόν τις ίδιες ιστορίες, ήρθε η στιγμή που, για να λυτρωθεί, αποφάσισε να γράψει αυτό το έργο. Δικαίωμα καθενός είναι να συγγράψει όταν το θέμα τού είναι πλήρως γνωστό, και μάλιστα από πρώτο χέρι. Εγγενώς έχει λοιπόν αποκτήσει το προνόμιο και κανείς δεν μπορεί να του το αρνηθεί. Δεν είναι ιστορικό το έργο, ιστορικό μυθιστόρημα είναι, μια μυθοπλασία δηλαδή.


